BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mycenaean. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mycenaean. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

MEGIDDO AND THE AEGEAN

 MEGIDDO ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟ


Megiddo, στρώμα VIIA, ΥΕΧ II, 13ος αι. π.Χ.[1]


Το ιερό του ανακτόρου Μαλλίων και το ιερό της Μεγιδδώ, της Μέσης Εποχής του Χαλκού, μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία επιβάλλουν συνολική ερμηνεία.[8_20] Πράγματι τα ως άνω κεντρικά ιερά διαθέτουν την αυτή διαρρύθμιση, αμφότερα δε φαίνεται να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο σύμβολο του διπλού πελέκεως, το οποίο στα μέν Μάλια ανευρίσκεται εγχάρακτο ενώ στην Μεγιδδώ εμφανίζεται υπό την μορφή ορειχάλκινου αντικειμένου της μορφής αυτής. Στην Μεγιδδώ ανευρέθη επίσης μεγάλος λίθος με κεντρική οπή, του οποίου το ανάλογο ανεσκάφη στο δωμάτιο VII του ανακτόρου των Μαλλίων. Στο τελευταίο ανευρέθη κυκλικός κέρνος κυλινδρικού σώματος, ανάλογος του οποίου ανεσκάφη και στο ιερό 4040 της Μεγιδδώ. Πλείστα στοιχεία φαίνεται να υποδεικνύουν την λατρεία της αυτής θεάς στα δύο ιερά, συνδεόμενης μάλιστα με τον διπλό πέλεκυ, πιθανολογείται δε ότι πρόκειται για την  Aššara ή Asherah.[8_21] Πράγματι οι κέρνοι συχνά φέρουν τυποποιημένη επιγραφή περιέχουσα την λέξη a-sa-sa-ra.me η οποία εκτιμάται ότι αντιστοιχεί στην κερασφόρο θεά Astaroth,[8_22], [8_23] ενώ την συγκεκριμένη ερμηνεία έρχεται να στηρίξει η διαπίστωση της αυτής αρχιτεκτονικής διαρρυθμίσεως στο βόρειο ιερό του Rameses III στο Beth-San, το αποκαλούμενο ‘Οίκος της Ashtaroth’. Χωρίς να είναι γνωστή όλη η εικόνα στις λεπτομέρειές της, είναι σαφές ότι οι ομοιότητες και αναλογίες μεταξύ των προαναφερθέντων ιερών των αρχών της δεύτερης χιλιετίας πρίν από την εποχή μας σηματοδοτούν την ύπαρξη επαφών της Κρήτης με την Συρο – Παλαιστίνη, μάλιστα δε επαφών οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την διάχυση θρησκευτικών ιδεών. Άλλωστε οι επαφές του Αιγαίου με την Μεγιδδώ συνεχίστηκαν και την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, αυτήν την φορά όμως μέσω των Μυκηναίων. Αυτό καταδεικνύεται από την ανασκαφή στην πόλη πληθώρας αντικειμένων Μυκηναϊκής κεραμεικής,[8_24] την ανεύρεση τάφων και τις διαπιστωμένες επιρροές στην τέχνη.[8_25] Θα πρέπει, στο σημείο αυτό, να προστεθεί ότι το όνομα a-sa-sa-ra εμφανίζεται παρόμοιο με αυτό της Λουβιανής θεάς Ashassarasmes, της Χεττιτικής Ishassaramis (Δέσποινας ή Βασίλισσας), της Χουριανής θεάς των όρκων Ishara, της Βεδικής Ishwara, της Χαναανιτικής Ashera - Μητέρας των Θεών, των φυτών και των ζώων – καθώς και της ομόλογής της Αιγυπτίας Aset/Hether (Isis/Hathor).[8_26] Τέλος ενδιαφέρουσα κρίνεται και η προσέγγιση του Fischer σύμφωνα με την οποία το όνομα της θεάς είναι Sara, συνιστά δε την μήτρα από όπου προέκυψε αργότερα η Ήρα![8_27]


Οι ανασκαφές στο Tel Megiddo έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη ισχυρών διασυνδέσεων με τον Μινωικό πολιτισμό και το Αιγαίο εν γένει κατά την Εποχή του Χαλκού. Αρχαιολογικά ευρήματα, συμπεριλαμβανομένων κεραμεικών, τοιχογραφιών Μινωικoύ τύπου[3] και ενδείξεων για εμπόριο, υποδηλώνουν ότι η Μεγιδδώ αποτελούσε κρίσιμο κόμβο στις εμπορικές οδούς της Ανατολικής Μεσογείου.

Θραύσμα Μινωικής τοιχογραφίας από το Tell Kabri[4]


Οι Μινωίτες, ως ναυτική δύναμη, διατηρούσαν εκτεταμένα εμπορικά δίκτυα, εξάγοντας κεραμεικά, ειδώλια, ξίφη και πολύτιμα μέταλλα, ενώ εισήγαγαν πρώτες ύλες. Τα δίκτυά τους έφταναν έως την Αίγυπτο, τη Συρία και το Λεβάντε (σημερινό Ισραήλ/Παλαιστίνη), με σημαντικά ευρήματα σε θέσεις όπως το Tel Kabri και το Megiddo.
Μινωικές Τοιχογραφίες (Minoan-style Frescoes): Κατά τη διάρκεια της Μέσης και Ύστερης Εποχής του Χαλκού, τοιχογραφίες που παρουσιάζουν σαφή μινωική τεχνοτροπία (π.χ. ταυροκαθάψια, θαλάσσια διακοσμητικά θέματα) έχουν εντοπιστεί στην ευρύτερη περιοχή, υποδεικνύοντας την πολιτιστική επιρροή της Κρήτης στην αρχιτεκτονική των ανακτόρων του Λεβάντε.
Κεραμεική και Τέχνεργα: Στρώματα της Εποχής του Χαλκού στο Megiddo έχουν αποδώσει αντικείμενα που συνδέονται με το Αιγαίο, αν και η ανάλυση της ακριβούς προέλευσης (Μινωική ή Μυκηναϊκή) είναι συχνά αντικείμενο μελέτης.
"Caphtor" και οι Μινωίτες: Στις Βιβλικές αναφορές, η Κρήτη (νήσο προελεύσεως των Μινωιτών) αναφέρεται ως "Caphtor", συνδέοντας τον Μινωικό πολιτισμό με την ευρύτερη περιοχή.
Πολιτισμική Ανταλλαγή: Η Μεγιδδώ, όντας μια στρατηγικά τοποθετημένη πόλη-κράτος, λειτούργησε ως γέφυρα μεταξύ των Μεσογειακών πολιτισμών, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας.
Αυτές οι διασυνδέσεις, αν και έμμεσες σε σχέση με μια άμεση μινωική αποίκιση, αποδεικνύουν την "παγκοσμιοποιημένη" φύση του εμπορίου και της πολιτιστικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την 2η χιλιετία π.Χ.[5]

Ιδιαίτερου ενδιαφέροντος είναι η συλλογή ελεφαντοστέϊνων αντικειμένων της Μεγιδδώ η οποία θεωρείται ως το σήμα κατατεθέν μιας διεθνούς εποχής διπλωματικών και καλλιτεχνικών ανταλλαγών μεταξύ της Συρο - Παλαιστίνης (Λεβάντε), της Αιγύπτου, της Ανατολίας και του Αιγαίου.[7] Τα παλαιότερα κιβώτια με ένθετα οστών του τάφου 16/H/50 της MEX III εκτιμώνται ως αποτυπώματα μιας χρονικής στιγμής κατά την οποία η πολυτελής κατανάλωση αντικειμένων κατασκευασμένων από σκελετικά υλικά ήταν πολύ πιο εντοπισμένη εντός της Λεβαντίνης.[9]

Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό που συνδέει τα ελεφαντοστέϊνα πλακίδια του γρύπα της Μεγιδδούς με την τέχνη του Αιγαίου είναι η διακριτική απόδοση των σωμάτων των ζώων. Για αυτό το χαρακτηριστικό, η πιο κοντινή σύγκριση δεν προέρχεται από τη σφαίρα των τεχνών μικρής κλίμακας, αλλά μάλλον από αυτήν των μνημειωδών λίθινων ανάγλυφων: η περίφημη Πύλη των Λεόντων που σηματοδοτεί την είσοδο στις Μυκήνες στην ηπειρωτική Ελλάδα, χρονολογούμενη στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ.[10]

Διακοσμητικά θέματα όπως ο λεγόμενος ιερός κισσός και η τρικάμπυλη αψίδα φαίνεται επίσης να είναι εξ ολοκλήρου Αιγαιακά, παρουσιάζοντας στενή συσχέτιση με Αιγαιακές τέχνες άλλων μέσων, όπως ένα χρυσό κύπελλο που βρέθηκε σε τάφο στα Δενδρά στην ελληνική Αργολίδα.[11]


'Ιερός κισσός' σε πλακίδιο της Megiddo και σε χρυσό αγγείο από τα Δενδρά


Μικρογραφικές χρυσές εκδοχές διαδημάτων εμφανίζονται κατά την ΠΕ περίοδο στην Κρήτη ενώ οι χρυσοί κεφαλόδεσμοι είναι επίσης γνωστοί κατά την ΜΕ περίοδο. Η εμφάνισή τους στο νότιο Λεβάντε μπορεί να αποτελεί μια πρώιμη έκφραση υφολογικών επιρροών από την πολιτιστική σφαίρα του Αιγαίου, περισσότερο γνωστή από μεταγενέστερα παραδείγματα μυκηναϊκής επιρροής στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, η οποία σιγά σιγά εξαφανίστηκε μαζί με τη σταδιακή αφομοίωση των Λαών της Θάλασσας στο τοπικό πολιτιστικό περιβάλλον.[12]


Περίπου 87 ακέραια ή θραυσματικά αγγεία Αιγαιακού τύπου, κυρίως της ΥΕ  IIIA/IIIB περιόδου (14ος-12ος αι. π.Χ.), ανακαλύφθηκαν στην Μεγιδδώ (σημερινή Megiddo), υποδεικνύοντας την ύπαρξη ισχυρών εμπορικών και πολιτιστικών επαφών κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Τα ευρήματα εντοπίστηκαν σε ανακτορικές, οικιστικές και ταφικές ζώνες, αναδεικνύοντας τη σημασία τους γιά τοπική αριστοκρατία.[13]
Υπογραμμίζεται ότι κατά τον P. W. Stockhammer μεταξύ των προαναφερθέντων κεραμεικών απο τις περιοχές H και K συμπεριλαμβάνονται τόσον εισαγόμενα όσον και τοπικές απομιμήσεις.[15] Η μελέτη παρέχει λεπτομερή τυπολογική ταξινόμηση, δεδομένα πλαισίου και χρονολογικές πληροφορίες για τα πλαίσια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Excavated by the Oriental Instiotute, 1936-7, OIM A22254 <https://isac.uchicago.edu/sites/oi.uchicago.edu/files/uploads/shared/images/archive/highlights/A22254A-B_7546.jpg>

8_20. De Vries 1980.

8_21. Best 1988, p. 20; Woudhuizen 2004-2005, p. 174.

8_22. Βλ. σημ. 5_25.

8_23. Woudhuizen 2008.

8_24. Leonard and Cline 1998; Stockhammer 2011.

8_25. Dothan 2006, p. 38; Marinatos 2010, p. 179, fig. 13.6c; Kantor 1956, fig. 3b. Παράβαλε επίσης επιτραπέζιο οκτώσχημο παιχνίδι της ΥΕΧ ΙΙb, κέρνο με μικροσκοπικά ζωόσχημα αγγεία και βωμό φέροντα τέσσερα κέρατα, αμφότερα της Εποχής του Σιδήρου, άπαντα προερχόμενα από την Συλλογή του Ανατολικού Ιδρύματος του Σικάγο (Evans, Green and Teeter 2017, pp. 77, 79, 81).

8_26. MacGillivray 2012, p. 124, nn. 84, 85, 86.

8_27. Fischer 1997, pp. 130-132.

[3]. Κονιδάρης 2024, σελ. 10, 148, σημ. 8_79.

[4]. https://www.biblicalarchaeology.org/wp-content/uploads/minoan-frescoes-1.jpg

[5]. Megiddo + Minoan, Επισκόπηση AI

[7]. Adams, Cradic, and Finkelstein 2025, p. 201, n. 21.

[9]. Adams, Cradic, and Finkelstein 2025, p. 201.

[10]. Feldman 2009, p. 181, fig. 11.

[11].  Feldman 2009, p. 181, figs. 12, 13.

[12]. Adams, Cradic, and Finkelstein 2025, p. 220.

[13]. Πρόκειται για εισηγμένα υλικά από το Αιγαίο που βρέθηκαν σε ανασκαφές (κυρίως του Πανεπιστημίου του Σικάγο). Τα αγγεία εντοπίστηκαν σε τρεις κύριες ζώνες: κοντά στο Παλάτι 2041, στην περιοχή της πύλης της πόλης, και σε οικιστικά κτίρια στο νότιο τμήμα. Σημαντικός αριθμός αγγείων βρέθηκε σε τάφους (ειδικότερα στον Τάφο 912).

[15]. Stockhammer 2022.
In this 2022 chapter in Megiddo VI, Philipp W. Stockhammer analyzes 78 Aegean-type ceramic items from Areas H (22) and K (56), excavated between 2004 and 2014, including both imports and local imitations. The study provides detailed typological classification, contextual data, and chronological insights for the Late Bronze and Early Iron Age contexts.

Key Findings:

Context: The pottery (sherds and restorable vessels) was re-evaluated to create a comprehensive, quantitative, and qualitative dataset of Aegean-type material from recent excavations.

Scope: The material dates largely to the late second millennium BCE, continuing work on analyzing Aegean influences in the Southern Levant.

Significance: The findings contribute to understanding the chronological synchronization of Greece and the Levant, alongside the "transcultural" adoption of Aegean vessel forms.

Associated Studies: This work integrates with broader studies on Aegean-type pottery, such as those indicating a shift in value from imported to locally produced pottery.

The full text of the chapter "Aegean-type Pottery from Megiddo, Areas H and K" can be accessed through Heidelberg University's Propylaeum Dok website.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


https://www.academia.edu/1362754/2011_Stockhammer_P_W_An_Aegean_Glance_at_Megiddo_In_W_Gauss_M_Lindblom_R_A_K_Smith_and_J_C_Wright_Hrsg_Our_Cups_are_Full_Pottery_and_Society_in_the_Aegean_Bronze_Age_Papers_Presented_to_Jeremy_B_Rutter_on_the_Occasion_of_his_65th_Birthday_Archaeopress_Oxford_282_296
Stockhammer, P. W. 2011. “An Aegean Glance at Megiddo,” in Our Cups are Full: Pottery and Society in the Aegean Bronze Age. Papers Presented to Jeremy B. Rutter on the Occasion of his 65th Birthday, Archaeopress (Oxford), ed. W. Gauss, M. Lindblom, R. A. K. Smith & J. C. Wright, pp. 282–296.

https://www.academia.edu/422549/1998_Leonard_and_Cline_BASOR_Mycenaean_Pottery_at_Megiddo_article
A. Leonard Jr. and E. H. Cline. 1998. The Aegean Pottery at Megiddo: An Appraisal and Reanalysis,” BASOR 309, pp. 3-39.

https://archiv.ub.uni-heidelberg.de/propylaeumdok/5941/1/Stockhammer_Aegean_type_%20pottery_from_Megiddo_2022.pdf
Stockhammer, P. W. 2022. “Aegean-Type Pottery from Megiddo, Areas H and K,” in Megiddo VI. The 2010-2014 seasons II (Sonia and Marco Nadler Institute of Archaeology monograph series 41), Tel Aviv, pp. 763-779.


https://www.researchgate.net/publication/286772504_Aegeans_in_Israel_Minoan_Frescoes_at_Tel_Kabri
Cline, E. H. and A. Yasur-Landau. 2013. "Aegeans in Israel: Minoan Frescoes at Tel Kabri," Biblical Archaeology Review 39(4), pp. 37-64.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2024. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, δ’ αναθεωρημένη έκδοση, Αθήναι.

https://link.springer.com/article/10.1007/s10814-024-09200-x
Eshel, T., Erel, Y., Yahalom-Mack, N. et al. 2025. "One Thousand Years of Mediterranean Silver Trade to the Levant: A Review and Synthesis of Analytical Studies," J Archaeol Res 33, pp. 297–336. https://doi.org/10.1007/s10814-024-09200-x

https://www.researchgate.net/publication/272718669_P_W_Stockhammer_2012_Performing_the_Practice_Turn_in_Archaeology_Transcultural_Studies_1_7-42
Stockhammer, P. W. 2012. "Performing the Practice Turn in Archaeology," Transcultural Studies 1, pp. 7–42.

https://library.oapen.org/bitstream/handle/20.500.12657/106013/9781646023264.pdf?sequence=1&isAllowed=y
Adams, M. J., M. Cradic, and I. Finkelstein, eds. 2025. Megiddo VII, The Shmunis Excavations of a Monumental Middle Bronze Tomb and Its Environs, Penn State University Press.

https://escholarship.org/content/qt40n1d5qv/qt40n1d5qv.pdf
Feldman, M.H. 2009. "Hoarded Treasures: The Megiddo Ivories and the End of the Bronze Age," Levant 41, pp. 175‒194.

DOI: 10.13140/RG.2.2.28026.35523
researchgate.net/publication/400246137_MEGIDDO_KAI_AIGAIO?_sg=oYLyPX_MapfQjwUSRLQ4Lmsicjk16lwkgP2tI-lto8iJceMttZyVdTzd3ZlQQ7BKAWM7UV2f9ZDPseEUKIUQxu86JJqRyS3DNcg1wdOd.iT_QWKcXVNNZflBgojPSb-OmKgFZOB3sb6Xzvj3CjzWkY-ksAzY2910EYP8wZ1AehFJq3DuPhRSNkleJ3UOHEw&_tp=eyJjb250ZXh0Ijp7ImZpcnN0UGFnZSI6Il9kaXJlY3QiLCJwYWdlIjoicHJvZmlsZSJ9fQ

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

 ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

IL PEISANDROS-SCHOLIUM E LE ORIGINI DELL’EPOS TEBANO

ΣΕΛ. 11

Τα στοιχεία του μύθου του Θηβαϊκού έπους που σώζονται σε λογοτεχνικές μαρτυρίες αντιπροσωπεύουν μόνον ένα μέρος μιας ευρύτερης προφορικής παραδόσεως, η οποία επιπλέον περιελάμβανε πολλές παραλλαγές ανάλογα με τον χρόνο, τον τόπο και τα ενδιαφέροντα ή τις «καλλιτεχνικές» τάσεις των αοιδών.

Όπως για το Αργοναυτικό έπος, έτσι και για το Θηβαϊκό είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι στην αρχαϊκή Ελλάδα οι βάρδοι γνώριζαν περισσότερες από μία Θηβαΐδες. Ο Wehrli[1] υποθέτει την ύπαρξη μιας παλαιότερης Θηβαΐδας και ενός πιό πρόσφατου Θηβαϊκού Κύκλου, αφού πιστεύει ότι ένα ποίημα που ξεκίνησε με το απόσπασμα: 

Ἄργος ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες 

δεν θα μπορούσε να περιέχει τον μύθο του Οιδίποδα, και με βάση την ύπαρξη δύο μορφών παραπομπής: Θηβαῒδα στον Παυσανία, Απολλόδωρος και στο Certamen, Θηβαϊκός κύκλος στον Αθηναίο, σχολιαστές στον Πίνδαρο και στον Σοφοκλή. Αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πώς θα πρέπει να εννοηθεί ο όρος ‘κύκλος’ σε αυτή την περίπτωση. Ο Huxley[2] πιστεύει ότι ο όρος ‘κύκλος’ χρησιμοποιείται για να διακρίνει αυτό το ποίημα από αυτό του Αντιμάχου[3].

Ότι ο μύθος του Οιδίποδα είναι πολύ αρχαίος, παλαιότερος από το ομηρικό έπος, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η αρχαιότερη λογοτεχνική μαρτυρία που έχουμε είναι αυτή της Ιλιάδας (Il. 23. 677-80) και της Οδύσσειας (Od. 11. 271-80), που εξαρτώνται από μια χαμένη Οιδιπόδεια, ένα έπος, προφορικά μεταδιδόμενο, που πραγματευόταν τα γεγονότα τα σχετικά με τον Οιδίποδα, που σκότωσε τον πατέρα του, παντρεύτηκε την μητέρα του και έγινε ηγεμόνας της Θήβας. Μπορούμε λοιπόν να είμαστε σίγουροι για την ύπαρξη τριών χαρακτήρων σε αυτή την εποχή: Ο Οιδίπους, του οποίου το όνομα με τη μορφή Οἰδιπόδης μαρτυρείται στον Όμηρο, Ο Λάιος, του οποίου το όνομα μαρτυρείται μόνον στη μετα-Ομηρική λογοτεχνία, και η Ιοκάστη, που στο απόσπασμα της Οδύσσειας που αναφέρθηκε παραπάνω εμφανίζεται ως Ἐπικάστη.

Μέσα από την εξέταση του σχολίου του Πεισάνδρου {https://www.jstor.org/stable/24591341}[Lloyd-Jones, H. 2002. “Curses and Divine Anger in Early Greek Epic: The Pisander Scholion,” The Classical Quarterly 52 (1), pp. 1-14.] στοχεύουμε εδώ: α) να εντοπίσουμε ορισμένα στοιχεία του μύθου για την απαγωγή του Χρυσίππου από τον Λάιο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την πιθανή παρουσία ή την επίδρασή τους στον χαμένο Χρύσιππο του Ευριπίδη. β) να εξετάσουμε μερικά από αυτά τα στοιχεία υπό το φως των μαρτυριών των πινακίδων Γραμμικής Β από τη Θήβα. Για τους σκοπούς μας το α) είναι λειτουργικό σε σχέση με το β), το οποίο είναι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ.

ΣΕΛ. 12

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο αυτού του σχολίου, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: 1) εάν βασίζεται σε μία μόνο λογοτεχνική πηγή ή, όπως φαίνεται πιο πιθανό, σε πολλαπλές πηγές, 2) αν περιέχει στοιχεία πολλαπλών εκδοχών ενός θηβαϊκού έπους, άρα προγενέστερου του Ευριπίδη και σε ορισμένες περιπτώσεις που χρονολογούνται από την μακρινή αρχαιότητα.

Ως εκ τούτου, αναφέρουμε ολόκληρο το κείμενο του σχολείου (Pisander apud schol. Eur. Phoen. 1760 [I 414, 1 Schw.]) στην έκδοση Teubner του Poetarum epicorum graecorum testimonia et fragmenta του Bernabé (Λειψία 1987 [19962], σελ. 17-19), η οποία παρέχει την ένδειξη των αρχαίων πηγών και της πιο σημαντικής σύγχρονης γραμματείας.


ἱστορεῖ Πείσανδρος (FGrHist 16 F 10) ὅτι κατὰ χόλον τῆς Ἥρας ἐπέμφθη ἡ Σφὶγξ τοῖς Θηβαῖοις ἀπὸ τῶν ἐσχάτων μερῶν τῆς Αἰθιοπίας, ὅτι τὸν ȁάιον ἀσεβήσαντα εἰς τὸν παράνομον ἕρωτα τοῦ Χρυσίππου, ὅν ἥρπασεν ἀπὸ τῆς Πίσης, οὐκ ἐτιμωρήσαντο. ἦν δὲ ἡ Σφίγξ, ὥσπερ |5 γράφεται, τὴν οὐρὰν ἔχουσα δρακαίνης. ἀναρπάζουσα δὲ μικροὺς καὶ μεγάλους κατήσθιεν, ἐν οἷς καὶ Αἴμονα τὸν Ȁρέοντος παῖδα καὶ Ἵππιον τὸν Εὐρυνόμου τοῦ τοῖς Ȁενταύροις μαχεσαμένου. ἦσαν δὲ Εὐρύνομος καὶ Ἠιονεὺς υἱοὶ Mάγνητος τοῦ Αἰολίδου καὶ Φυλοδίκης. ὁ μὲν οὖν Ἵππιος καὶ ξένος ὢν ὑπὸ τῆς Σφιγγὸς ἀνηιρέθη, ὁ δὲ Ἠιονεὺς ὑπὸ τοῦ |10 Οἰνομάου, ὅν τρόπον καὶ οἱ ἄλλοι μνηστῆρες. πρῶτος δὲ ὁ ȁάιος τὸν ἀθέμιτον ἕρωτα τοῦτον ἕσχεν. ὁ δὲ Χρύσιππος ὑπὸ αἰσχύνης ἑαυτὸν διεχρήσατο τῶι ξίφει. τότε μὲν οὖν ὁ Tειρεσίας ὡς μάντις εἰδὼς ὅτι θεοστυγὴς ἦν ὁ ȁάιος, ἀπέτρεπεν αὐτὸν τῆς ἐπὶ τὸν Ἀπόλλωνα ὁδοῦ, τῆι δὲ Ἥραι μᾶλλον τῆι γαμοστόλωι θεᾶι θύειν ἱερά. ὁ δὲ αὐτὸν ἐξεφαύλιζεν. |15 ἀπελθὼν τοίνυν ἐφονεύθη ἐν τῆι σχιστῆι ὁδῶι αὐτὸς καὶ ὁ ἡνίοχος αὐτοῦ, ἐπειδὴ ἕτυψε τῆι μάστιγι τὸν Οἰδίποδα. κτείνας δὲ αὐτοὺς ἕθαψε παραυτίκα σὺν τοῖς ἱματίοις ἀποσπάσας τὸν ζωστῆρα καὶ τὸ ξίφος τοῦ ȁαΐου καὶ φορῶν· τὸ δὲ ἅρμα ὑποστρέψας ἕδωκε τῶι Πολίβωι. εἶτα ἕγημε τὴν μητέρα λύσας τὸ αἴνιγμα. μετὰ ταῦτα δὲ θυσίας τινὰς ἐπιτελέσας ἐν τῶι Ȁιθαιρῶνι |20 κατήρχετο ἕχων καὶ τὴν Ἰοκάστην ἐν τοῖς ὀχήμασι. καὶ γινομένων αὐτῶν περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς σχιστῆς ὁδοῦ ὑπομνησθεὶς ἐδείκνυε τῆι Ἰοκάστηι τὸν τόπον καὶ τὸ πρᾶγμα διηγήσατο καὶ τὸν ζωστῆρα ἕδειξεν. ἡ δὲ δεινῶς φέρουσα ὅμως ἐσιώπα· ἠγνόει γὰρ υἱὸν ὄντα. καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθέ τις γέρων ἱπποβουκόλος ἀπὸ Σικυῶνος, ὃς εἶπεν αὐτῶι τὸ πᾶν | 25 ὅπως τε αὐτὸν εὗρε καὶ ἀνείλετο καὶ τῆι Mερόπηι δέδωκε, καὶ ἅμα τὰ σπάργανα αὐτῶι ἐδείκνυε καὶ τὰ κέντρα ἀπήιτει τε αὐτὸν τὰ ζωάγρια, καὶ οὕτως ἐγνώσθη τὸ ὅλον. φασὶ δὲ ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τῆς Ἰοκάστης καὶ τὴν αὐτοῦ τύφλωσιν ἕγημεν Εὐρυγάνην παρθένον, ἐξ ἧς αὐτῶι γεγόνασιν οἱ τέσσαρες παῖδες. ταῦτά φησι Πείσανδρος

ΣΕΛ. 13

Το πρώτο θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί αφορά στην ταυτοποίηση του Πεισάνδρου. Ο Σουίδας, s.v. Πείσανδρος, μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο συγγραφέων με το όνομα Πείσανδρος. Il primo è un poeta epico arcaico, originalario di Camiro in Rodi, di incerta cronologia, ma forse del VI secolo: 

καί τινες μὲν αὐτὸν Εὐμόλπου τοῦ ποιητοῦ σύγχρονον καὶ ἐρώμενον ἱστοροῦσι, τινὲς δὲ καὶ Ἡσιόδου πρεσβύτερον, οἱ δὲ κατὰ τὴν λγ´ ὀλυμπιάδα τάττουσιν. 

Θα ήταν ο συγγραφέας ενός ποιήματος με τίτλο Ἡράκλεια σε δύο βιβλία (Theocr. epigr. 22 Gow), που ασχολούνταν με τους κόπους του Ηρακλή, στον οποίο πρῶτος … ῥόπαλον περιτέθεικε. Τέλος, πληροφορούμαστε από τον Σουίδα ότι του αποδόθηκαν και άλλα γραπτά θεωρούμενα όμως ως ψεύτικα (νόθα). Ο άλλος επικός ποιητής με το ίδιο όνομα θα ήταν πολύ πιο πρόσφατος (αρχές 3ου αιώνα π.Χ.). γεγονὼς ἐπὶ Ἀλεξάνδρου βασιλέως λέει ο Σουίδας, με καταγωγή από τα Λάρανδα της Λυκαονίας, συγγραφέας μιας παγκόσμιας γενεαλογίας σε βιβλία ξ´ (εξήντα), με τίτλο Ἡρωϊκαὶ θεογαμίαι. Το λήμμα του Σουίδα τελειώνει με την έκφραση καὶ ἄλλα καταλογάδην. Ο Μακρόβιος (V 2, 4 επ.) αναφέρει επίσης έναν Πείσανδρο που πιστεύεται ότι είναι ο συγγραφέας μιας γραφής παγκόσμιας ελληνικής μυθογραφίας, qui inter Graecos poetes eminet opere quod a nuptiis Iovis et Iunonis incipiens universas historias, quae mediis omnibus saeculis ussique a Pisandri contigerunt, in unam seriem coactas redegerit et unum ex diversis hiatibus temporum corpus effecerit {που ξεχωρίζει μεταξύ των Ελλήνων ποιητών για το έργο που, ξεκινώντας από το γάμο του Δία και της Juna - Ήρας, συγκέντρωσε όλες τις ιστορίες που συνέβησαν στην πορεία των αιώνων μέχρι την εποχή του ίδιου του Πεισάνδρου, σε μια ενιαία σειρά και έκανε ένα σώμα έξω από τα διαφορετικά κενά του χρόνου} Ο Σουίδας μας πληροφορεί ότι αυτός ο Πείσανδρος ήταν η πηγή του Βιργίλιου, χωρίς ωστόσο να αναφέρει συγκεκριμένα τον τίτλο της γραφής. Φαίνεται λογικό να αποκλειστεί ότι ο Πείσανδρος από τα Λάρανδα ήταν η πηγή των σχολίων στις [ΣΕΛ. 14..] Φοίνισσες του Ευριπίδη (εδώ και Σ 834) και στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδου (επτά εμφανίσεις: FGrHist 16 F 2-8). Από την άλλη οι σχολιαστές είτε αναφέρουν το όνομα του συγγραφέα από το έργο του οποίου παραθέτουν ή αντλούν πληροφορίες ή όταν ο συγγραφέας είναι άγνωστος, καταφεύγουν μεθοδικά σε εκφράσεις του τύπος ὁ τοὺς Νόστους ποιήσας, οἱ τὴν Οἰδιποδίαν γράφοντες4. Για το λόγο αυτό ο Jacoby αποδίδει τη μυθογραφική σχολή σε έναν κατά τα άλλα άγνωστο συγγραφέα, πιθανώς από την ελληνιστική περίοδο5. Πιστεύω ότι είναι δυνατό, πέραν των άλλων απόψεων, να συμμερισθούμε την γνώμη εκείνων που, όπως ο Lamer[6]  ή Thalmann[7], που πιστεύουν ότι ο Πείσανδρος του σχολίου είναι ο αρχαϊκός ποιητής.

Πριν εξετάσουμε τα περιεχόμενα του σχολίου, καλό είναι να εξετάσουμε τη δομή του. Το σχολείο αρχίζει με τις λέξεις ἱστορεῖ Πείσανδρος και τελειώνει με τις λέξεις ταῦτά φησι Πείσανδρος. Η πρώτη περίοδος, που όπως θα φανεί είναι πολύ σημαντικό για εμάς (κατὰ χόλον τῆς Ἥρας… οὐκ ἐτιμωρήσαντο), περιέχει σε ακραία σύνθεση την αναφορά σε μια σειρά από μοτίβα (απαγωγή, αδράνεια των Θηβαίων, οργή Ήρας, άφιξη της Σφίγγας). Ακολουθεί μια παρένθεση, η οποία περιέχει μια περιγραφή της Σφίγγας αλλά όχι μεγάλης σημασίας για εμάς: προέρχεται από ἦν δὲ ἡ Σφίγξ μέχρι καὶ οἱ ἄλλοι μνηστῆρες. Οι δύο επόμενες σύντομες αναφορές, για να το συμπληρώσουμε, συνδέονται με το περιεχόμενο της πρώτης περιόδου και μας πληροφορούν εν συντομία ότι: α) Ο Λάιος ήταν ο πρώτος θνητός που είχε παιδεραστικό έρωτα, β) Ο Χρύσιππος αφαίρεσε τη ζωή του από ντροπή. Με την έκφραση μὲν οὖν ὁ Τειρεσίας ξαναρχίζει την έκθεση των μετέπειτα γεγονότων του μύθου των άμεσα συνδεδεμένων με αυτά της αρχικής περιόδου.

Ο Bethe[8] χρησιμοποίησε το σχόλιο για να ανακατασκευάσει την Οιδιπόδεια {ή Οιδιποδία}, αν και παραδέχτηκε κενά και πολλές παρεμβολές, ενώ ο Deubner[9] ήθελε να ξαναχτίσει τον Χρύσιππο του Ευριπίδη από το πρώτο μισό του σχολίου (μέσω ἀπελθὼν τοίνυν ἐφονεύθη … ἐπειδὴ ἕτυψε τῆι μάστιγι τὸν Ο ἰδίποδα). Ο Bethe δήλωσε ότι το Σχόλιον του Πεισάνδρου είναι, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα μέρη του, «einer tadelloser, unlösbaren Zusammenhang»[10], «ένας τέλειος και αδιάλυτος συνδυασμός», και θα αντιπροσώπευε έναν αληθινό δείκτη της χαμένης Οιδιποδίας, παρά η παύση στη γραμμή 16. Αυτή ήταν η κυρίαρχη γνώμη για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ..



ΣΕΛ. 18

Στο Σχόλιο του Πεισάνδρου η Ήρα δεν είναι μια οποιαδήποτε θεότητα. Ως εά γαμοστόλος {LSJ, preparing a wedding, epithet of Hera and Aphrodite, Pisand. ap. Sch.E.Ph.1760}, προστάτιδα του γάμου, στέλνει τη Σφίγγα επειδή ο Λάιος υπήρξε {..} ένοχος ασέβειας καλλιεργώντας έναν παράνομο έρωτα. Πέραν αυτού του συλλογισμού, το γεγονός ότι οι πηγές αναφέρουν τέσσερις θεότητες ως υποκινητές της Σφίγγας δεν πρέπει να κάνει κάποιον να σκεφτεί την ύπαρξη πρόσφατων εκδόσεων, οι οποίες είναι εντελώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, είναι δυνατό να δημιουργηθούν σημεία επαφής που επιτρέπουν την ανίχνευση του μοτίβου στον πιο απομακρυσμένο αρχαϊσμό: και αυτό είναι σημαντικό για εμάς για όσα θα ειπωθούν παρακάτω. Αν έχουμε κατά νου τον άγραφο, αρχαίο και χρονολογούμενο νόμο, που αναπόφευκτα πληρώνει ο ένοχος, αργά ή γρήγορα, εξηγεί και την αποστολή της Σφίγγας, που θεσπίζει την εκδίκηση[23]. Επομένως, είναι απαραίτητη μια σύντομη εξέταση των άλλων πηγών που αναφέρονται παραπάνω.

Άδης: η πηγή είναι ο Eur. Phoen. 810. Ολόκληρο το απόσπασμα (801-11), με μεγάλη σημασία, έχει ως εξής { https://digital.mmb.org.gr/digma/bitstream/123456789/45926/1/Musika_chronika_1932_No43_45_Article_15.pdf}:

 

Ω χιονισμένε Κιθαιρώνα, αγαπητέ της Άρτεμης, άγια κοιλάδα φύλλων, στριμωγμένη από άγρια ζώα, θα ήθελες να μην είχες μεγαλώσει ποτέ αυτόν που εκτέθηκε να πεθάνει, τον Οιδίποδα, το παιδί της Ιοκάστης, όταν ως μωρό τον έδιωξαν από το σπίτι του. [805] με χρυσή καρφίτσα. και θα ήθελε η Σφίγγα, αυτή η φτερωτή υπηρέτρια, το τέρας από τους λόφους, να μην είχε έρθει ποτέ ως θλίψη στη γη μας με τα ανάρμονα τραγούδια της, εκείνη που κάποτε πλησίασε τα τείχη μας και άρπαξε τους γιους του Κάδμου στα στραβά πόδια της στους ακαταπάτητους φως του ουρανού, [810] σταλμένος από τον Άδη από την κόλαση για να μαστίζει τους ανθρώπους της Θήβας . Για άλλη μια φορά ανθίζει μια δυστυχισμένη διαμάχη μεταξύ των γιων του Οιδίποδα στο σπίτι και την πόλη. Γιατί το λάθος ποτέ δεν μπορεί να είναι σωστό, [815] ούτε μπορεί να υπάρξει καλό στα παράνομα παιδιά, στους πόνους της γέννας της μητέρας τους, στη μόλυνση του πατέρα τους. ήρθε στο κρεβάτι του γιου της. . . .  { https://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0118%3Acard%3D801}


23. Δεν θέλουμε καν να αγγίξουμε το πρόβλημα εδώ: περιοριζόμαστε στο να θυμόμαστε ότι η Σφίγγα παραπέμπει, τουλάχιστον σε ορισμένες πτυχές, στις Ερινύες.

24. Αναφερόμαστε στα σχολεία στο vv. 801 επ. για τις χρήσιμες πληροφορίες που περιέχουν για να ρίξουν φως σε πτυχές της πιο απομακρυσμένης περιόδου σχετικά με τους μύθους που συνδέονται με τον Κιθαιρώνα.


ΣΕΛ. 47

Η διοικητική φύση των πινακίδων Γραμμικής Β ποτέ δεν θα μας επιτρέψει να εντοπίσουμε ακριβείς ενδείξεις για την εξέλιξη μιας εποχής, στην προκειμένη περίπτωση της Θηβαϊκής εποχής, η οποία, όπως ξέρουμε, εντυπωσιάζει με την ποικιλία της. Δεν θα γνωρίσουμε ποτέ τον Οιδίποδα, τον Λάιο ή την Ιοκάστη της Μυκηναϊκής εποχής, δεν θα μάθουμε ποτέ ποιοι ήταν αυτοί οι χαρακτήρες από την Μυκηναϊκή Θήβα. Και όμως τα στοιχεία στη Γραμμική Β της Μυκηναϊκής Θήβας μας κάνουν να πιστεύουμε ότι εκείνη την εποχή ο μύθος σχετικά με τον οίκο των Λαβδακιδών ήταν ήδη επίκαιρος και θα είχε αναπτυχθεί και εμπλουτιστεί περαιτέρω. Κάποια βοήθεια μπορεί να προέλθει και από την ανάλυση των ονομάτων[102]. Το όνομα του Οιδίποδα, Oidi-pod-, «ο άνθρωπος με τα πρησμένα πόδια» δεν μας βοηθάει πολύ στο να αποκτήσουμε μιά χρονολογική ένδειξη, αφού πρόκειται για ένα σύνθετο που ανήκει σε ινδοευρωπαϊκό τύπο που εξακολουθεί να ισχύει στους ιστορικούς χρόνους[103], και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τον Λάιο[104], του οποίου το όνομα μαρτυρείται για πρώτη φορά στην αττική τραγωδία. Όσο για την Ιοκάστη, ο Ruipérez παρατηρεί[105] ότι εμφανίζεται ως Ἐπικάστη στην Οδύσσεια (XI 271), ενώ η Ἰοκάστη πρέπει να θεωρείται η ηπειρωτική μορφή του ονόματός της. Από μορφολογική άποψη, το Ἰοκάστη είναι ένα ονομαστικό σύνθετο[106], του οποίου το δεύτερο στοιχείο -κάστη εμφανίζεται σε έναν ορισμένο αριθμό ιδιαίτερα γυναικείων επωνύμων με την αξία του «διακρίνεται» (από το κέκαδμαι): Πολυκάστη, κόρη του Νέστορος (Οδ. III 464). ) και η Ακάστη, κόρη του Ωκεανού και της Θέτιδας στην Hes. theog.353 και στον Hom. hymn. Dem.421, αυτά είναι απλώς παραδείγματα[107]. Όπως σημειώνει ο Ruipérez, τα προσωπικά ονόματα που περιέχουν το στοιχείο -kas- (από το κέκαδμαι) είναι καλά πιστοποιημένα στις μυκηναϊκές πινακίδες. Ο Ruipérez παρέχει παραδείγματα ονομάτων αυτού του τύπου, στη συνέχεια παρατηρεί: “Μπορούμε έτσι να υποθέσουμε ότι ο μορφολογικός τύπος στον οποίο ανήκει η Ιοκάστη δεν είναι μόνο επικός αλλά και μυκηναϊκός, και αναζητούμε μια ερμηνεία του ιο- μέσα στο λεξιλόγιο της μυκηναϊκής ελληνικής”[108]. Η πιο πειστική λέξη για την ταύτιση του I φαίνεται στον Ruipérez να είναι η λέξη mi.. ΣΕΛ. 48



Η πιο πειστική λέξη για τον προσδιορισμό του i- εμφανίζεται κατά τον Ruipérez στην μυκηναϊκή λέξη για το «γιος», που εμφανίζεται με τη μορφή i-ju (i-*65) και i-jo[109]. Κατά συνέπεια, πιστεύει ότι όχι μόνο η Ιοκάστη αλλά, υπονοούμενα, και ο Οιδίποδας και ο Λάιος, θα ήταν γνωστοί στους μυκηναϊκούς χρόνους. Ο σχηματισμός των αρχαιότερων πυρήνων της Θηβαϊκής εποχής μπορεί επομένως να αποδοθεί στην ύστερη Εποχή του Χαλκού: από τα κείμενα της Γραμμικής Β έρχεται περαιτέρω επιβεβαίωση της θεωρίας του Nillsson ότι ο μύθος του Οιδίποδα και ο οίκος των Λαβδακιδών, όπως ο μύθος του Αγαμέμνονα, ο μύθος του Νέστορα και πολλών άλλων διαμορφώθηκαν στους ουσιαστικούς πυρήνες τους ήδη από την μυκηναϊκή εποχή. Αν λοιπόν η θρησκεία των Μυκηναίων Ελλήνων κατά την ΥΕΧ θα έπρεπε να θεωρηθεί συνέχεια ή παράγωγος της μινωικής ή αν πρέπει αντ' αυτού να παραδεχτούμε την ύπαρξη ενός μυκηναϊκού ελληνικού πολυθεϊσμού διαφοροποιημένου από την μινωική θρησκεία, ενώ λαμβάνοντας υπόψη τα προελληνικά και μεσογειακά στοιχεία που υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς σε αυτόν, είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να εξεταστεί εδώ.

Οι καταληκτικοί προβληματισμοί που θέλουμε να διατυπώσουμε εδώ δεν αφορούν όλα τα ερωτήματα που θέτει η ερμηνεία του σχολίου του Πεισάνδρου, κυρίως δεν αφορούν την εγκυρότητα της ανασυνθέσεως της πλοκής του Χρυσίππου και την σύνδεσή της με άλλες τραγωδίες που αποτελούσαν πιθανή τριλογία. Υπό αυτή την έννοια, οι συνεισφορές των μελετητών μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τι είναι δυνατόν να κατανοήσουμε, τουλάχιστον μέχρι να έχουμε νέα στοιχεία.

Παραμένει λοιπόν σαφές ότι πολλές εκδοχές του μύθου ήταν γνωστές, τόσο στην αρχαιότερη, προφορική φάση, όσον και στην πιο πρόσφατη, γραπτή ή γραπτή και προφορική. Τούτου λεχθέντος, μας ενδιαφέρει να υποδείξουμε κάποια αρχαία στοιχεία, που αποδίδονται δηλαδή στην αρχαιότερη φάση: α) ο θυμός της Ήρας, β) η Σφίγγα, γ) ο Λάιος και η παράνομος αγάπη για τον Χρύσιππο, δ) ο Τειρεσίας, ε) Κιθαιρών, στ) Ιοκάστη, Σικυών, Μερόπη.

Ας δούμε τώρα αν μπορούμε να εντοπίσουμε ενδείξεις που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να υποθέσουμε μια μυκηναϊκή - ή προ-μυκηναική καταγωγή για κάποιες στιγμές αυτού του μύθου.

Η αποκρυπτογράφηση των πινακίδων Γραμμικής Β που ήρθαν στο φως στην Θήβα

οι ανασκαφές της Οδού Πελοπίδου, που εκδόθηκαν από τους Aravantinos, Godart και Sacconi κατέστησαν δυνατή την γνώση των ονομάτων θεοτήτων, θρησκευτικών εορτών, ιερών ζώων, υπηρετών ιερών και ονόματα τελετουργικών επαγγελμάτων που σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσαν να είναι καθοριστικά για ορισμένες πτυχές, από τα αρχαιότερα της Θηβαϊκής εποχής και της θρησκευτικότητας της εποχής.

Λοιπόν, οι πινακίδες Γραμμικής Β παρέχουν τα ακόλουθα χρήσιμα στοιχεία

για το θέμα που εξετάζουμε εδώ. Πρόκειται για θεότητες που λαμβάνουν προσφορές από σιτάρι, κριθάρι, κριθάλευρο, κρασί και ελιές. Υπάρχουν τέσσερις: Μητέρα Γη, Δίας, ΣΕΛ. 49

Υπάρχουν τέσσερις: Μητέρα Γη, Δίας, [https://www.researchgate.net/publication/336990120_Zeus_and_Dionysus_in_the_Light_of_Linear_B_records..] Κόρη και di-wi-ja, θεώνυμο που μαρτυρείται στην Παμφυλία[110]. Αν μπορούσαμε να προσθέσουμε σε αυτά a-pu-wa (= Ἁρπία, Harpy), θα είχαμε ένα ακόμη στοιχείο. Για εμάς η πρώτη, η Μητέρα Γη, είναι πολύ σημαντική, αλλά και η δεύτερη, ο Δίας, έχει το βάρος της. Υπάρχουν δύο θρησκευτικές γιορτές: υποδεικνύονται με τις λέξεις: 1) po-to-a-ja-de, το υποθετικό που αντιστοιχεί στο Πτῶιάδε, «προς τις γιορτές που γιορτάζονται στο Πτώιο», και 2) te-re-ja-de, Τέλειάδε, «προς τις γιορτές της Ήρας Τελείας», δηλ. οι γιορτές προς τιμήν της Ήρας, προστάτιδας του γάμου, που γιορτάζονταν στο όρος Κιθαιρών. Αυτό το τοπωνύμιο θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί σε μια από τις πινακίδες που υποδεικνύουν ιερά (με το αλλιώτικο): ka-zo-de, ki-ta-]ro-na-de, ο Κιθαιρών ή το όνομα μιας θρησκευτικής γιορτής που υποδεικνύεται με το allative. Για μας εξαιρετική σημασία έχει η δεύτερη από τις δύο αυτές θρησκευτικές γιορτές και η δεύτερη από τα δύο αυτά τοπωνύμια[111]. Η ταύτιση με τη θεά Ήρα μιας μορφής καθισμένης σε θρόνο, με τα πόδια ακουμπισμένα σε σκαμνί, στην πράξη να κρατά ένα αγαλματίδιο κοριτσιού, μια από τις θεότητες που τοιχογραφήθηκε στο λατρευτικό συγκρότημα στη δυτική πλευρά της Ακρόπολης των Μυκηνών, έξω από το ανάκτορο, αλλά συνδεδεμένο με αυτό με ιερό τρόπο που οδηγούσε σε έναν τοιχογραφημένο διάδρομο και περιλάμβανε διάφορα λατρευτικά κτίρια που ανασκάφηκε ο Μυλωνάς[112], υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο την αξία της μαρτυρίας μιας μυκηναϊκής επιγραφής από την Θήβα, που εικονογραφήθηκε από τον Chadwick το 1975. Η προσφορά μαλλιού στην Ήρα βεβαιώνει μάλιστα τη λατρεία της θεάς ακόμη και εκτός Μεσσηνίας και μας ενθαρρύνει να διαβάσουμε το όνομα της Ήρας στις Μυκήνες[113].

Αν λάβουμε υπόψη μας την ιερή πομπή της περίφημης τοιχογραφίας της Τίρυνθας[114], αν λάβουμε υπόψη ότι μια γυναικεία θεότητα μπορεί να εντοπιστεί στη ζωγραφική μορφή που στέκεται σε βάση, στην πράξη λήψης προσφορών, που αναγνωρίζεται στα θραύσματα της κύριας τοιχογραφίας του λεγομένου ‘Οίκου των τοιχογραφιών’ (Fresco House), δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε μια θεά της γονιμότητας, προστάτιδα των καλλιεργειών δημητριακών, αν η προσφορά στάχυ από μια δευτερεύουσα μορφή έχει κάποιο νόημα[115]. Αυτή η θεότητα θα μπορούσε να προσδιορίσει τον εαυτό του, όπως προτείνει ΣΕΛ. 50 Αυτή η θεότητα θα μπορούσε να ταυτιστεί, όπως προτείνει  η Stella, με την Πότνια Σιτώ, αποδέκτη των προσφορών σε μία πινακίδα Γραμμικής Β των Μυκηνών (σιτο-πότνια): σπάνιο θεώνυμο που αντιστοιχεί στους ιστορικούς χρόνους σε λατρευτικό όνομα μόνο της θεάς Δήμητρας[116]. Λάβετε υπόψη, ωστόσο, ότι οι Ερινύες είναι και οι Ευμενίδες, και ότι αν μιλάμε για την Δήμητρα - Ερινύα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να σκεφτούμε και την καλοπροαίρετη πλευρά, δηλαδή τις Ευμενίδες ως θεότητες που φέρνουν ευημερία, γονιμότητα και ζωή.

Στη συνέχεια υπάρχει ένας όρος, tu-wa-si, που πιστοποιείται στο Fn 41, 15, πινακίδα του γραφέα 45. Αυτή η λέξη θεωρήθηκε από τον M. Lejeune ως προσωπική ονομασία στη δοτική πληθυντικού και σε σύγκριση με την ελληνική θυFάδες, όρος που θα μπορούσε να οδηγήσει πίσω στη ρίζα του tu-wo, θύος. Θα μπορούσαν να είναι υπηρέτες του ιερού που επιφορτίστηκαν με την προσφορά "des offrandes ignées" στον θεό. Ο παραλληλισμός επαναλαμβάνεται στην εισαγωγική φράση της πινακίδας Fq 121: o-te, tu-wo-te-to.

Οι Aravantinos-Godart-Sacconi[117] παρατηρούν: “Να θυμόμαστε ότι στα ελληνικά της πρώτης χιλιετίας (πρβλ. LSJ και P. Chantraine, Dict. etym., s.v.) η λέξη θυιάς θυιάδος, θυάς θυάδος σημαίνει «έξαλλος», «bacchante» και σχετίζεται με το ρήμα θύω 1 «πηδάω, ορμάω με μανία» και όχι με το ρήμα θύω 2 «προσφέρω στους θεούς», έστω και αν δεν αποκλείεται να υπάρχει ετυμολογική σχέση μεταξύ των ρημάτων θύω 1 και θύω 2.”

Θα πρόσθετα εδώ μόνο τον όρο u-po-jo-po-ti-ni-ja, την πότνια χθόνια, την Περσεφόνη και, λόγω του ρόλου που θα μπορούσε να έχει, ένα από τα ονόματα των υπηρετών του ιερού ή ονόματα που υποδηλώνουν επάγγελμα, i- qo-po-qo, *ἱπποφορβός, 'groomer'.

Αν αναλογιστούμε τη φύση πινακίδων Γραμμικής Β, συνειδητοποιούμε αμέσως ότι δεν θα μπορούσαμε να είχαμε πιο λεπτομερείς πληροφορίες. Με λίγο θράσος, πιστεύω ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πινακίδες Γραμμικής Β που μας παρέχουν αυτές τις ενδείξεις ως απόδειξη της υπάρξεως ήδη από την μυκηναϊκή εποχή του μύθου του οίκου των Λαβδακιδών και ενός σχετικού συστήματος τελετουργιών και λατρειών.

Η Ήρα Τελεία και τα λεγόμενα λιβάδια της Ήρας του Κιθαιρώνος χρονολογούνται σε αυτήν την εποχή: με τις συνδεδεμένες τελετές και λατρείες. Και επίσης με τους σχετικούς μύθους. Έτσι, ο θυμός της Ήρας θα μπορούσε να είναι ένα αρχαίο μοτίβο που χρονολογείται τουλάχιστον από την μυκηναϊκή περίοδο, αν όχι νωρίτερα. Ο θυμός είναι ένα μοτίβο που υπάρχει στο έπος: μῆνις είναι η πρώτη λέξη της Ιλιάδας και της δυτικής λογοτεχνίας. Ο Αχιλλέας, ο ήρωας της Ιλιάδας είναι ο ήρωας {}


Ο Αχιλλέας, ο ήρωας της Ιλιάδας είναι ο θυμωμένος [ΣΕΛ. 51] ήρωας. Ο Οδυσσέας, ο ήρωας της Οδύσσειας, είναι ο ήρωας που υφίσταται την οργή των θεών. Παντού, στο έπος, συναντάμε έναν ήρωα που δρα στη λαβή του θυμού ή τον υποφέρει, ειδικά από μια θεότητα. Οι θεοί είναι πάντα θυμωμένοι για κάποιο λόγο. Ο Paul Dräger στο βιβλίο του Die Argonautika des Apollonios Rhodios υπέδειξε μερικές δεκάδες περιπτώσεις που βρέθηκαν σε αυτόν τον συγγραφέα και ανέφερε πολλές άλλες που μας προσφέρουν ο μύθος και το έπος118. Ο θυμός είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις λογοτεχνίες των λαών της Εγγύς Ανατολής. Η Ήρα είναι μια από τις θεότητες

εκείνοι που έχουν τις περισσότερες ευκαιρίες να θυμώσουν, και φυσικά εκδικούνται: γιατί ένας θεός δεν χάνει χρόνο για να θυμώσει για οτιδήποτε. Η Ήρα θυμώνει με τον Πελία και κανονίζει η Μήδεια να βοηθήσει τον Ιάσονα να κατακτήσει το Χρυσόμαλλο Δέρας και να επιστρέψει μαζί του στην Ιωλκό γιατί πρέπει να χρησιμοποιήσει τη Μήδεια για να εκδικηθεί τον Πελία[119]. Η Ήρα θυμώνει με τον Λάιο. Δεν ξέρω αν η Ήρα ήταν ήδη γαμόστολος, αλλά σίγουρα πρέπει να είχε ήδη σχέση με την ένωση άνδρα και γυναίκας. Ο μύθος του Γανυμήδη και ο παράλληλος του Πέλοπα και του Χρύσιππου που προαναφέραμε καταδεικνύουν ότι σε απομακρυσμένες θεογονίες αυτά τα μοτίβα πρέπει να ήταν παρόντα και ίσως να ανιχνεύονται στις αρχαιότερες φάσεις[120]. Στα Αργοναυτικά δεν είναι ξεκάθαρο γιατί η Ήρα είχε ευνοήσει την εκστρατεία των Αργοναυτών, είτε από ευγνωμοσύνη προς τον Ιάσονα που την είχε κουβαλήσει στους ώμους του κατά μήκος του Αναύρου (η περίσταση που ο Ιάσων έχασε το σανδάλι του)[121], είτε μάλλον επειδή ήταν θυμωμένη με τον Πελία που δεν την τιμούσε στις θυσίες, όπως μαρτυρεί ο Απολλώνιος Ρόδος[122]: η θεά θα υποκινούσε τους Αργοναύτες να αναλάβουν την εκστρατεία, ώστε η Μήδεια να εξαπολύσει κατάρα εναντίον του[123]. Η μια εξήγηση δεν αποκλείει την άλλη και και οι δύο μπορεί να έχουν αντικαταστήσει τον αρχικό και πιο απομακρυσμένο λόγο, για τον οποίο κάποια στιγμή χάσαμε τη γνώση.

Πώς εμφανίζεται η Ήρα σε αυτή τη μαρτυρία και έμμεση αναφορά των μυκηναϊκών πινακίδων; Προφανώς ως χθόνια θεότητα, που μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με τη Μητέρα Γη. Η Ήρα, ο αποστολέας της Σφίγγας, δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία, αν σκεφτεί κανείς τη Σφίγγα ως δαίμονα του θανάτου, που συνδέεται με την Ήρα με τον ίδιο τρόπο που συνδέονται οι Ερινύες με τη Δήμητρα. Η Σφίγγα θα μπορούσε ακόμη και να ταυτιστεί με τις Ερινύες ή την Άρπυια ή την Άρα { ΣΕΛ. 52} Η Σφίγγα θα μπορούσε ακόμη και να ταυτιστεί, ή τουλάχιστον να συσχετιστεί, με τις Ερινύες ή την Άρπυια ή την Άρα, ακόμα κι αν έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία αξίζει να αναφέρουμε τώρα: για παράδειγμα, η Σφίγγα τοποθετεί τα αινίγματα, ένα χαρακτηριστικό που τη διαφοροποιεί, τόσο από μαντική μορφή ή μαντείο όσο και από εκφράσεις μύθου όπως οι Ερινύες, Αρά, Άρπυια. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι παραλλαγές αυτού του τμήματος του μύθου υποδεικνύουν τον Άδη, τον Άρη και τον Διόνυσο ως υποκινητές της Σφίγγας. Είναι όλες χθόνιες θεότητες που έχουν ποικιλοτρόπως σύνδεση με την προέλευση του θηβαϊκού μύθου και έπους. Όσο για τον Διόνυσο, η μαρτυρία στις πινακίδες της Γραμμικής Β του όρου tu-wa-si, σε συνδυασμό με τον ελληνικό θυFάδες, θα μπορούσε να αναφέρεται ακριβώς στους Θυάδες, δηλαδή ότι θα μπορούσε να μαρτυρήσει την ύπαρξη λατρείας του Διονύσου (του οποίου το όνομα είναι, όπως γνωρίζουμε, καλά πιστοποιημένο στις πινακίδες της Γραμμικής Β), μια θεότητα που αμφισβητείται επίσης από τις πηγές σε σχέση με την αποστολή της Σφίγγας για την υπόθεση Λάιου-Χρυσίππου. Θυάδες ονομάζονταν οι Διονυσιακές γυναίκες που στους Δελφούς ξύπνησαν τον θεό που για το πρώτο μισό της διετίας εξαφανίστηκε στα μητρικά βάθη του Δελφικού Παρνασσού. Στο παιάνα τους βοήθησε ο Απόλλωνας και οι δελφικής καταγωγής ιερείς του, όπως μαθαίνουμε από τον ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα[124]. Ο θεός Παιήων, για τον Όμηρο Παιήων, τον γιατρό των θεών [125], που μαρτυρείται ως Παιήων στις πινακίδες Γραμμικής Β της Κνωσού[126], δεν ήταν ακόμη ο Απόλλωνας, αλλά μόνο μία από τις πτυχές του. Θα είχαμε έτσι επιβεβαίωση της ύπαρξης λατρείας του Διονύσου αυτή την περίοδο στη Θήβα. Η ονοματική αναφορά του Κιθαιρώνα μπορεί μόνο να ενισχύσει αυτόν τον προβληματισμό. Επιπλέον, γνωρίζουμε τον Κιθαιρώνα ως το θέατρο γεγονότων που συνδέονται με την πιο απομακρυσμένη φάση αυτού του μύθου. Θα αρκούσε να σκεφτούμε τις Βάκχες του Ευριπίδη ή την Λυκούργεια τετραλογία του Αισχύλου ή τις Ιέρειες (Νοσοκόμες) του Διονύσου ομοίως του Αισχύλου. Το ότι ο Διόνυσος δεν είναι πρόσφατος θεός είναι προφανές απόκτημα: εκτός από το ότι χωρίς τη μαρτυρία των πινακίδων Γραμμικής Β με το όνομα αυτής της θεότητας θα συζητηθεί ακόμη από αυτή την άποψη, σαν να μην αρκούσαν ορισμένα περιεχόμενα από τα οποία αποτελείται ο μύθος της για να αποδείξουν την μακρινή αρχαιότητα της, κριτήριο που επίσης ισχύει στην περίπτωση άλλων θεοτήτων.

Στην ιστορία του Λαῒου-Χρυσίππου η θεότητα που εμπλέκεται πρέπει να είναι η Ήρα, εάν θέλουμε να εισαγάγουμε τη δράση μιας θεότητας σε αυτό το είδος γεγονότος, δηλαδή ως αποτέλεσμα του παράνομου έρωτα του Λαίου προς τον Χρύσιππο. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν επρόκειτο απλώς για απαγωγή ή ούτως ή άλλως ένα γεγονός διαμορφωμένο με διαφορετικά περιγράμματα, στο οποίο συμμετείχε ο Χρύσιππος, όπως φαίνεται από τις παραλλαγές που μπορούν να ληφθούν από τα χαρακτηριστικά του μύθου που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Μόλις εντοπιστεί η παραλλαγή, προφανώς μπαίνει στο παιχνίδι η Ήρα και μπαίνει {ΣΕΛ. 53} Μόλις εντοπιστεί η παραλλαγή, η Ήρα προφανώς μπαίνει στο παιχνίδι και μπαίνει στο παιχνίδι ως θεότητα με ρόλο τόσο θεμελιώδη όσο και αρχαίο, που την χαρακτηρίζει ως τέτοια τόσο στο πλαίσιο των θεών όσο και προς τους ανθρώπους. Το όνομα της Ήρας μαρτυρείται στις πινακίδες Γραμμικής Β της Πύλου, που σχετίζονται με τον Δία και τον αμφιλεγόμενο Δρίμιος127. Η Cassola έχει ήδη παρατηρήσει128 ότι στην Σάμο η ελληνική λατρεία της Ήρας, επανασυνδέοντας με μια προηγούμενη γηγενή λατρεία, ξεκίνησε στη μυκηναϊκή εποχή. Ο Παυσανίας λέει 129:


Κάποιοι λένε ότι το ιερό της Ήρας ιδρύθηκε από αυτούς που έπλευσαν με το πλοίο Αργώ και ότι έφεραν το άγαλμα από το Άργος. Οι ίδιοι οι Σάμιοι, ωστόσο, πιστεύουν ότι η θεά γεννήθηκε στο νησί κοντά στον ποταμό Imbraco, κάτω από το αγνό δέντρο που φύεται ακόμα και σήμερα στο Ηραίο. Το ότι αυτό το ιερό είναι από τα παλαιότερα μπορεί να συναχθεί, ειδικότερα, από το άγαλμα: είναι, στην πραγματικότητα, έργο του Αιγινήτη Σμιλίδη, γιου του Ευκλείδη. Αυτός ο Σμιλίδης έζησε την εποχή του Δαίδαλου, αλλά δεν πέτυχε φήμη ίση με τη δική του.


Η απόδοση του ξοάνου στον Σμιλίδη επιβεβαιώνεται από τον Κλήμη Αλεξανδρείας[130], ο οποίος παραθέτει ως πηγή τον τοπικό ιστορικό ολύμπιχο σε ένα έργο με τίτλο Σαμιακά[131], που χρονολογείται από τον Jacoby στον 3ο αι. π.Χ. Σε ένα από τα παλαιότερα έργα της ιωνικής ιστοριογραφίας με τίτλο Annals of the Samii (5ος-4ος αιώνας π.Χ.), ο Αέθλιος ο Σάμιος (FGrHist 536 F 3) λέει ότι το άγαλμα (ἄγαλμα) της Ήρας Σαμίας ήταν πρώτα άξονας (σανίς){ανεικονικό}, μετά , επί διακυβέρνησης του Prole, έγινε με ανθρώπινη μορφή[132]. Σύμφωνα με έναν λόγο απόρρητο παρμένο από τον Paus. II 38, 2 sg., στο Ναύπλιο της Αργολίδας η θεά λουζόταν κάθε χρόνο στην πηγή Κάναθο και με αυτόν τον τρόπο έπαιρνε τα χαρακτηριστικά του παρθένου. Η Σάμος ονομαζόταν Παρθενία σύμφωνα με μια παράδοση που χρονολογείται από τον Αριστοτέλη (fr. 570 Rose) και την υιοθέτησαν ελληνιστικοί ποιητές, όπως ο Απολλώνιος, ο Ευφόριος (;), ο Νίκανδρος, ο Καλλίμαχος και τέλος ο Στράβων που ονομαζόταν έτσι όταν κατοικούνταν από τους Κάρες). O Ίμβρασος {ποταμός}, κοντά στις εκβολές του οποίου βρισκόταν το ιερό της Ήρας, ονομαζόταν Παρθένιος[133]. {ΣΕΛ. 54}  Αν η παρθένων κῆπος που αναφέρει ο Ίβυκος (PMG 286, 3 ff.), που πέθανε στη Σάμο, τοποθετηθεί στο τέμενος της Ήρας, θα είχαμε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με αυτή τη θεότητα. Και ίσως δεν έχει νόημα να ρωτήσουμε ποια ήταν τα λιβάδια της Ήρας στον Κιθαιρώνα. Φυσικά, αν σκεφτούμε ότι το Κίρκαιον πεδίον[134] υπήρχε στο Fasi, το ερώτημα γίνεται πιο περίπλοκο. Τέλος, αν μπορεί να βοηθήσει στον καλύτερο προσδιορισμό των περιγραμμάτων της Ήρας ως κατ’ εξοχήν συζύγου, ας θυμηθούμε ότι ήδη στον Όμηρο γίνεται λόγος για μυστικές συναντήσεις της Ήρας με τον Δία «εν αγνοία των γονέων της»[135].

Στη συνέχεια, το μοτίβο αναλαμβάνει και αναπτύσσει ο Καλλίμαχος[136], ο οποίος ορίζει μια περίοδο 300 ετών σε αυτούς τους μυστικούς έρωτες, που σύμφωνα με τον schol. Il. I 609 θα είχε οδηγήσει στη γέννηση του Ηφαίστου του κουτσού. Έδρα αυτών των ερώτων θα ήταν ίσως η Σάμος[137].

Η κεντρική θέση της Ήρας ως προστατευτικής θεότητας των δικαιωμάτων των γυναικών στον γάμος είναι ξεκάθαρος, και ίσως ακόμη και η μακρινή αρχαιότητα αυτού του προνομίου μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και ο θυμός της προς τον Λάιο και, επομένως, η αποστολή της Σφίγγας μπορεί επίσης να εξηγηθεί. Για να κατανοήσουμε τις παραλλαγές - ο Άδης, ο Άρης, ο Διόνυσος που υποκινεί τη Σφίγγα - είναι απαραίτητο να θεωρήσουμε την Ήρα ως χθόνια θεότητα, όπως και οι άλλες που μόλις αναφέρθηκαν: η πότνια, η Μητέρα Γη, η Δήμητρα Ερίννη, η u-po- jo-po- ti-ni-ja των πινακίδων Γραμμικής Β Η Σφίγγα μπορεί να είχε αφομοιωθεί, στην αρχαιότερη φάση, με τις Ερινύες ή την Αρά. Αν έχουμε υπόψη μας αυτό το γεγονός, μπορούμε επίσης να σκεφτούμε ότι η Ήρα έστειλε τη Σφίγγα και την ἀρά που στέλνει τη Σφίγγα και η ἀρά του Πέλοπα δεν αλληλοαποκλείονται. 

Πιθανόν να έχουμε επίγνωση αυτών των μυθικών δεδομένων μέσω πηγών που αντικατοπτρίζουν πιο πρόσφατες και διαφοροποιημένες στιγμές, καθώς ίσως δεν ήταν αρχικά. Η αβεβαιότητα και, σύμφωνα με τις πηγές, επίσης η διαφορετική χρονολογική θέση της εμφάνισης της Σφίγγας θα μπορούσε να είναι μια έμμεση επιβεβαίωση αυτού που λέμε. Υπάρχει πάντα μια ἀρά, μια κατάρα από τον Πέλοπα, μια κατάρα από τον Λάιο, μία του Οιδίποδα, και η Σφίγγα εμφανίζεται πάντα: την πρώτη φορά που στάλθηκε από την Ήρα (ή από μια από τις άλλες θεότητες που αναφέρονται παραπάνω), τη δεύτερη ή την τρίτη φορά από άλλες θεότητες. στον Οιδίποδα Τύραννο δεν αναφέρεται ακριβώς από ποιον και πότε στάλθηκε. Ίσως μια ιερή στιγμή αντανακλάται σε αυτές τις κατάρες, όπως θα μπορούσε να συναχθεί από την εξέταση των πηγών. Πάντα, σε αυτές τις τρεις στιγμές του μύθου, εμφανίζεται η μορφή της μάντης Τειρεσίας, που εμφανίζεται και στο


[ΣΕΛ. 55]

 [..] άλλες στιγμές: είναι ο μάντης που σηματοδοτεί την ιστορία της Θήβας, του Κάδμου και των Λαβδακιδών, είναι ο μάντης που δρα πριν την άφιξη του Απόλλωνα στους Δελφούς αλλά συνομήλικη με την Πότνια και τη συνδεδεμένη μαντική δραστηριότητα. Είναι πιθανό σε μια αρχαία προφορική Θηβαΐδα, ή σε περισσότερες από μία προφορικές Θηβαῒδες, ανάλογα με το πώς θέλουμε να εξετάσουμε αυτές τις παραλλαγές, οι τρεις κατάρες επιβεβαιώθηκαν, ίσως συνδεδεμένες με στιγμές λατρείας. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πώς θα μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, για παράδειγμα, ένας ποιητής όπως ο Αισχύλος σε μια συνδεδεμένη τριλογία, αλλά και κάποιος σαν τον Ευριπίδη, που χρειαζόταν ένα τμήμα του μύθου ως υλικό,

πάνω στο οποίο θα βασίσει τη νέα του τραγωδία.

Γίνεται έτσι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί, για παράδειγμα, τι αντίκτυπο ή τι βάρος έχει ο Χρύσιππος για την κατανόηση των Φοινισσών. Οι απόψεις είναι διαφορετικές: σύμφωνα με τον Kirchhoff, ο Οινόμαος, ο Χρύσιππος και οι Φοίνισσες ανήκουν στην ίδια τετραλογία, της οποίας το σατυρικό δράμα ‹οὑ› σώιζεται, και αυτή τη θέση αποδέχονται, για παράδειγμα, οι Wilamowitz, Robert, Zielinski και, στη συνέχεια, ο Snell, που επιχειρεί μια ανακατασκευή στο TrGF {Tragicorum Graecorum Fragmenta}. Η άλλη θεωρία βασίζεται στο σχολιον του Aristoph. ran. 53 {Βάτραχοι}, που παραθέτει τρεις τραγωδίες που ο σχολιαστής βρήκε σε κατάλογο σε ένα μόνο έτος: η Αντιόπη, η Υψιπύλη και η Φοίνισσα θα είχαν σχηματίσει μια χαλαρά συνδεδεμένη τριλογία[138]. Όποια κι αν είναι η περίπτωση και όποια σχέση θέλει κανείς να βρεί ανάμεσα σε αυτές τις τραγωδίες και τον Ορέστη, που ορισμένοι θεωρούν την τέταρτη τραγωδία αυτής της ομάδας, μπορεί να σκεφτεί ότι οι Φοίνισσες συντάχθηκαν μεταξύ 411 και 409 και ότι ο Χρύσιππος ήταν που συντέθηκε αμέσως πριν: έτσι ίσως θα γινόταν καλύτερα κατανοητός ο Phoen. 1611 

ἀρὰς παραλαβὼν ȁαΐου καὶ παισὶ δούς. 

Τα επιχειρήματα του Zielinski[139], ο οποίος παραθέτει τον παραλληλισμό των Τρωάδων προς υποστήριξη μιας τριλογίας που αποτελείται από τον Οινόμαο, τον Χρύσιππο και τις Φοίνισσες, δεν είναι πειστικά. Η υπόθεση του Αριστοφάνη είναι δυστυχώς διεφθαρμένη: θα περιμέναμε να βρούμε εκφράσεις με δοτικούς τίτλους, του τύπου δεύτερος Εὐριπίδης Οἰνομάωι, Χρυσίππωι, Φοινίσσα ις; Αντίθετα ακολουθούν τίτλους κατ' όνομα. … Όπως φαίνεται, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα όσον αφορά στις τραγωδίες του Ευριπίδη, ειδικά αν προσπαθήσει κανείς να ανασυνθέσει την πλοκή των χαμένων τραγωδιών, αλλά πολύ μικρής σημασίας όσον αφορά στην ανασύνθεση του περιεχομένου ενός θηβαϊκού έπους, το οποίο στην προφορική φάση θα μπορούσε [ΣΕΛ. 56] να έχει, όπως ήδη είπαμε, πολλές παραλλαγές. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να υποδείξουμε στο Σχόλιο του Πεισάνδρου κάποια στοιχεία που χρονολογούνται από την μακρινή αρχαιότητα: με λίγο θράσος είπαμε ότι αυτά χρονολογούνται στη μυκηναϊκή περίοδο.

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση: εάν, λαμβάνοντας υπόψη την φύση των μαρτυριών στην Γραμμική Β, οι ενδείξεις επιλύονται συχνά με μια λέξη, εναπόκειται σε εμάς να εξαγάγουμε τα συμπεράσματα: πριν από χρόνια η σύγκριση με οι στίχοι των Ικέτιδων του Αισχύλου με οδήγησαν να ερμηνεύσω το ma-ka ως μήτηρ γῆ, Mother Earth, De-metra. Τώρα οι λέξεις που διαβάζονται στις πινακίδες Γραμμικής Β της Οδού Πελοπίδου, te-re-ja-de, Tέλειάδε, «οι γιορτές της Ήρας Τελείας», κι-τα]-το-να-ντε, στον Κιθαιρώνα (αν ο η ολοκλήρωση είναι ακριβής), tu-wa-si, θυFάδες (dt.), οι Tiades, u-po-jo-po-ti-ni-ja, η Πότνια Χθονία, με κάνουν να πιστεύω ότι ορισμένα τμήματα του πολύ περίπλοκου Θηβαϊκού έπους[140] χρονολογούνται στην Μυκηναική περίοδο: Ήρα, Κιθαιρώνας, Διόνυσος. Είναι σαφές ότι η Ήρα και ο Διόνυσος αποτελούν ένα ολόκληρο σύστημα τελετουργιών και λατρειών (τα πανηγύρια προς τιμήν της Ήρας Τελείας, των Τιάδων) που μας διαφεύγουν: η αναφορά κάποιων απομακρυσμένων αρχαϊκών χαρακτηριστικών που χρονολογούνται σε αυτήν την περίοδο είναι απλώς μια προσπάθεια. Έτσι θα είχαμε και τη βεβαίωση ότι ο Κιθαιρών είναι το θέατρο ορισμένων σημαντικών γεγονότων αυτής της εποχής. Στο σημείο αυτό το βασικό ερώτημα:

είμαστε σίγουροι για την ανάγνωση και την ερμηνεία αυτών των εγγράφων. είμαστε σίγουροι ότι αφορούν τη λατρευτική σφαίρα; Εάν ναι, όπως ελπίζω, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της προέλευσης του θηβαϊκού έπους και τις απαρχές του έπους γενικότερα με έναν νέο τρόπο, επειδή οι επιφυλάξεις που έχει κάποιος να υποδείξει την προέλευση του έπους στη μυκηναϊκή περίοδο εξαφανίζονται. Η μαρτυρία ενός u-pojo-po-ti-ni-ja όχι μόνο δείχνει τον χθόνιο χαρακτήρα αυτής της θεότητας, αλλά οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι θεότητες και οι μορφές λατρείας είχαν ήδη μια μακρά περίοδο πίσω τους και θα μπορούσαν επίσης να είναι μια έκφραση μορφές προελληνικής θρησκευτικότητας:

Σε αυτή την περίπτωση, καλό είναι να ληφθούν υπόψη και τα ονόματα των θεοτήτων ή των ηρώων, αν μπορούν να αναχθούν στην ελληνική ή όχι. Ένας συλλογισμός προς αυτή την κατεύθυνση με ενθαρρύνει να διατυπώσω νέους στοχασμούς για την εποχή και την προέλευση των παραδόσεων.


Nilsson, M. P. 1932. The Mycenaean Origin of Greek Mythology, Cambridge University Press.


Home Encyclopedia of Psychology and Religion, s.v. Oedipus Myth, pp 641–644

Furniss, J. M. 2010. “Oedipus Myth,” Encyclopedia of Psychology and Religion, ed. D. A. Leeming, K. Madden, S. Marlan, Boston. https://doi.org/10.1007/978-0-387-71802-6_474


Encyclopedia of Psychology and Religion

Oedipus is a mythic Greek character thought to originate in Mycenaean folklore. His story is cited by Homer and was central in the lost Theban cycle of post-Homeric epics, before becoming a subject in tragedies written for the Festival of Dionysius in fifth-century bc.

ΛΑΪΟΣ


https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/lavdakides/page_005.html

---------------------------------------------------------------------- https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/kadm.42.1-2.31/html

https://www.researchgate.net/publication/249942517_Reviewing_the_New_Linear_B_Tablets_From_Thebes

Reviewing the New Linear B Tablets From Thebes, Thomas G Palaima, Kadmos



Jan Best. 2004. “The Many Faces of Jabu-Re and Bini-Re,” Kadmos 42(1-2), pp. 39-46.

For the scribes of Cretan Hieroglyphic there were six ways of stressing the importance of the Egyptian sun-god Re as the key element in the Minoan throne-name jabu-Re, ‘Heart of Re’ (Fig. 1a; no. 162). One way of doing so was to add to the syllabic sign with the value re an identical, but smaller syllabic sign or, alternatively, to add to the logogram of the lotus flower with the value re an identical, but likewise smaller logogram; in both cases, the smaller, identical adjunct was added to focus the reader's attention upon the last part of the throne-name (Fig. 1b and 1c; no. 242, no. 214).

https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/kadm.2002.41.s1.131/pdf

-------------------------

Latacz, J. 2004 [2003]. Troy and Homer

THE ORAL POETRY OF THE GREEK BARDS IS MYCENAEAN 

Parry had assumed that this poetic tradition of the Greeks must be very old. No one at that time, however, could say how old.

A few decades later, following the deciphering in 1952 of the Greek script of the second millennium bc, Linear B, one could at last postulate that the Mycenaean Greeks must have had sung poetry. Geoffrey Kirk, for example, stated this in a fundamental article in 1960:

[Yet in spite of the absence of assured Mycenaean formulas or usages] the possibility still remains that the Greek poetical tradition reached back to Mycenaean times. Taking this possibility together with the knowledge preserved in the Homeric poems of Mycenaean objects, geography, [NEXT PAGE IS 260] mythology, and customs, and adding the argument that even if all these could be supplied in the early post-Mycenaean period it is unlikely that the idea of narrative poetry, and the hexameter itself, were invented then, we may feel inclined to accept Mycenaean narrative poetry of some kind as a probability.12

Eight years later Albin Lesky, in his major review of research in Pauly’s Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, was considerably more definite:

There is every possibility that the epic bards were firmly installed in the Mycenaean cities. M. P. Nilsson and T. B. L. Webster. . . have reinforced this view. Welcome confirmation came from the fresco of bards at Pylos . . . the lyre player depicted may have been a human . . . or a god.13

In the meantime we have been fortunate enough to take another whole step forward. In the last twenty years or so, specialists in Greek and Indo-European linguistics have erected a logical structure, widely accepted among themselves, yet still little known among representatives of the general discipline of Greek philology.

It states that this tradition of hexameter verse was in use amongst the Greeks at least in the sixteenth/fifteenth century bc, being thus the current form of poetic recitation some eight hundred years before Homer. What is the basis for this discovery?


This is where we reach the most difficult stage of our exposition. To follow the specialists’ argument requires not only excellent knowledge of Greek and especially of Homer, but also solid training in and wide knowledge of Indo-European linguistics. Nevertheless we will try to make the outcome plausible. Let us try with an example from English poetry.

If one reads lines like these today:

For one thing, sirs, safely dare I say,

That lovers each other must obey,

If they will long keep company. . .

we cannot perceive a metre in the lines and are left with a feeling of

dissatisfaction. Yet if we read the same lines in this form:

For o thyng, sires, saufly dar I seye

That freendes euerich oother moot obeye

If they wol longe holden compaignye . . . 

[NEXT PAGE IS 261] the uncertainty is swept away. The first version is present day English, the second the lines as found in an early manuscript of The Canterbury Tales.14 Going back from the language of today to the language of the Middle Ages has restored the proper metre.

The same phenomenon appears in numerous hexameters we read in the Iliad. As they stand in our text, which derives from the eighth century bc, they sound ‘false’, since they do not conform to the usual conventions of prosody. If though we make use of historical linguistics to change them to the form which they would have had in the sixteenth century bc, they sound right. This can only imply that these lines were composed hundreds of years before Homer. How many hundreds can also be determined by historical linguistics.

Frequently a hexameter, in the form in which it has come down to us, sounds false because it contains a relatively long word form which destroys the rhythm. Try as we might, we cannot ‘scan’ the hexameter, i.e. speak it in correct rhythm. If, however, we make use of linguistics to return a word to the form which, according to indisputable linguistic laws, it must have had in the sixteenth/fifteenth century bc, a short form emerges and the hexameter becomes speakable and ‘regular’.

We wish to produce at least one example of this point, since it has

fundamental importance for the question.

Three times in Homer’s text there appears a formulaic line describing an Achaian hero named Mêrionês, the charioteer of Idomeneu´s from Crete:


Markantonatos 2007, p. 47

Thebais and the Epigoni among many others, are all but lost to us. What remains is a handful of scattered fragments preserved by the curiosity of later authors.10 These tantalizing fragments and partial glimpses make us all the more aware of an inaccessible and disembodied legendary tradition, which is felt all the more intensely when we come across the highly controversial Pisander Scholion, a mythographic note found in the scholia on Euripides' Phoenician Women that is said to offer a valuable epitome of the Oedipodeia (E on Eur. Phoen. 1760 Schwartz = Peisandros 16 F 10 = pp. 17-19 Bernabé). In view of the scanty evidence with regard to earlier epics, we shall have to ignore this thorny problem for the most part. We may do so more readily because it seems that despite recent attempts to trace this scholiastic comment to an archaic literary source, its narrative is without doubt heavily influenced by reflections of later dramatizations of the myth; it purportedly echoes a poem by Pisander - an otherwise unidentifiable author, some critics maintain he is no poet, but a shadowy Hellenistic mythographer.11 However, should the Pisander Scholion be accepted as reliable, it anticipates certain events in the Oedipus story which will resurface all the more potently later in tragedy. In a nutshell, the scholiast's account makes reference to the rape of young Chrysippus by Laius; the curse of his father, Pelops; the retribution brought on the head of Laius in the form of the terrible Sphinx; the subsequent killing of Laius by Oedipus at the famous crossroad; the incestuous union of Oedipus and Jocasta; the discovery of the horrible truth; the suicide of Jocasta and the self-blinding of Oedipus. Unlike the account given in Greek tragedy, mention is made of the fruitful marriage with a second wife, Eurygane, by whom Oedipus fathered Eteocles, Polynices, Antigone and Ismene. Be that as it may, it should be noted that the one great hindrance to supposing that this was the outline of the lost Oedipodeia is our disappointingly inadequate knowledge of the earliest stratum of Greek mythology. 
-------------------------------
https://journals.openedition.org/ashp/2771
Jeremy Rau. 2018. “Dialectes et histoire de la langue grecque,” Annuaire de l'EPHE, section des Sciences historiques et philologiques (2016-2017) 149, pp. 428-430.

p. 3

arguments phonologiques invitent a conduit que radoption de l'alphabet phénicien par les Grecs date d'environ 1000 ay. J.-C., et à rejeter l' opinion courante d'apres laquelle elk daterait d'environ 800.

Meillet et Parry ont également con state que plusieurs mots attests chez Homere et dans le langage poetique posthomerique ne se retrouvent qu'en arcadien ou en chypriote, done dans le groupe dialectal arcado-chypriote. Comme au 1er millenaire, l' arcadien, parler de la region centrale du Peloponnese, était entouré de dialectes doriens, on a conclu qu'il est issu du vieux dialecte acheen qui doit avoir eté parle dins une grande pantie du Peloponnese, notamment à Mycines, par les Acheens décrits dans l'epoque homerique. Crest la la situation dialectale de l'epoque de la Guerre de Troie, qui d'apres les Anciens a eu lieu aux environs de 1200. Uri siecle plus turd, les Doriens venus du Nord erivahissent le Peloponnese; ils finissent par conqudrir là peninsule entiere sauf l'Arcadie. C' est dgalement vers 1100 au plus lard que des colons acheens venus du Peloponn6se s'installent dans file de Chypre. Ainsi s'explique la parente etroite entre le dialecte arcadien et le grec chypriote, Les mots arcado-chypriotes du langage hom&ique font done panic de ce que Meillet appelle le 'vieux fonds acheen' du langage epique. Leur presence invite a conclure qu'avant la phase eoliezine de la tradition,6piques y a Cu une phase acheenne, daunt de liepoque mycenienne. A cause des bouleversements dos entre autres aux invasions doriennes, la tradition epique n’a pu se maintenir clans le Peloponnèse, mais elle doit avoir subsist e dans le Nord du monde grec chez les Éoliens, c.-a-d. en Bemie et en Thessalie, d'ou sent partis les colons &liens qui vers 1000 se sont installés en Asie Mineure. 

En 1952, Ventris et Chadwick ont déchiffré l’ ecriture syllabique linéaire ainsi, ils ont decouvert le vieux dialecte acheen dans les tablettes comportant la comptabilite des palais de Cnossos, de Pylos et de Mycines et datables des XI V et XIII' s. Desormais, itest possible de verifier l'hypothese de la phase acheenne de la tradition epique. Nous verrons qu'en effet, le dialecte mycenien, atteste dans les tablettes, a lairs e plusieurs traces dans les expressions plus ou moins formulaires de l'epopee hom6rique. Un petit nombre d'expressions formulaires comporte même des traits linguistiques remontant a une epoque antérieure à celles des tablettes, done à l’époque proto-mycenienne (XVIe/XVe s.). D'apres la theorie de Meillet, l'hexametre dactylique, dont la structure differe essentiellement de celle des vers isosyllabiques de l'heritage indo-eumpeen, a chance diavoir ate emprunté a la civilisation des Crétois minoens. Il est tentant de sites [..]

p. 4

cet emprunt à l'époque proto-mycénienne, époque où les Grecs de Mycènes ont également emprunté aux Crétois minoens récriture syllabique et beaucoup d'éléments de l'artisanat d'art. 
2. LES DIALECTES GRECS AU Ier MILLÉNAIRE 
Nous présenterons d'abord une esquisse sommaire. de l'histoire des dialectes grecs.2 Au r millénaire, les dialectes parlés dans le monde égéen se laissent répartir en quatre groupes: (1) ionien-attique: attique, ionien occidental = eubéen, ionien central (Cyclades), ionien oriental (Ionie en Asie Mineure avec Chios et Samos); (2) arcado-chypriote: arcadien, chypriote, (parnphylien3); (3) éolien: thessalien, béotien, éolien oriental = lesbien (Éolide en Asie Mineure avec Lesbos); (4) dorien:4 parlers du Nord-Ouest (phocidien, locrien, étolien, etc.), parlers du golfe saronique (mégarien, corinthien, arien oriental), argien occidental, parlers du Sud-Est de l'Egée (théréen, coïen, rhodien, etc.), crétois, laconien et messénien, éléen. Nous laissons de côté les dialectes des colonies fondées en dehors du monde égéen à partir d'environ 750, À l'époque de la fondation, le dialecte de la colonie doit avoir été identique à uelui de la métropole, mais ensuite les deux dialectes se sont évolués de façon divergente. Ainsi, le cyrénéen est bien distinct du théréen, le tarentin du laconien, le syracusain du corinthien, etc., vers la fin de l'époque classique. En principe, nous laissons également de côté la différenciation interne des dialectes mentionnés ci-dessus et l'influence exercée par tel dialecte sur tel autre. Cependant, l'étude du dialecte homérique nous amène à faire quelques observations relatives à ce genre d'influences. Le dialecte ionien oriental de Chios comporte quelques éléments 

2 Cf. Ruijgh 1985 a. 144-50; 1989, 401-7; 1995 (à paraître).
3. Le pamphiylien est un dialecte mixte qui comporte des élérnents achéens, éoliens et doriens; cf. Brixhe 1976, 145-6. Noter que Πάμφυλοι signifie 'composés de tribus de toute sorte'. 
4 Nous utilisons le terme de 'dorien' pour désigner l'ensemble du 'grec occidental', y compris les parlers du Nord-Ouest avec l’ éléen. Les Anciens réservent le nom de 'Doriens' à ceux qui sont venus de la région de Doride, mais au point de vue dialectologique, il n'y a pas lieu de diviser le 'grec occidental' en deux sous-groupes. Voir Bartionék 1972, 221.
ΣΕΛ. 3
Φωνολογικά επιχειρήματα υποδεικνύουν ότι η υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου από τους Έλληνες χρονολογείται γύρω στο 1000 π.Χ. π.Χ., και έτσι κρίνεται απορριπτέα η κοινώς παραδεκτή άποψη ότι χρονολογείται γύρω στο 800 π.Χ.

Οι Meillet και Parry σημείωσαν επίσης ότι αρκετές λέξεις που μαρτυρούνται στον Όμηρο και στην μετα-ομηρική ποιητική γλώσσα απαντώνται μόνον στην Αρκαδική ή την Κυπριακή, άρα και στην Αρκαδο-Κυπριακή ομάδα διαλέκτων. Εφόσον την 1η χιλιετία η Αρκαδική, η διάλεκτος της κεντρικής Πελοποννήσου, περιβαλλόταν από δωρικές διαλέκτους, συνάγεται το συμπέρασμα ότι προέρχεται από την παλαιά αχαϊκή διάλεκτο που πρέπει να μιλιόταν σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, κυρίως στις Μυκήνες, από τους Αχαιούς που περιγράφεται στην Ομηρική περίοδο.
Αυτή είναι η διαλεκτική κατάσταση την εποχή του Τρωικού Πολέμου, που σύμφωνα με τους Αρχαίους έγινε γύρω στο 1200. Έναν αιώνα αργότερα, οι Δωριείς από τον Βορρά εισέβαλαν στην Πελοπόννησο. Κατέληξαν να κατακτήσουν ολόκληρη τη χερσόνησο εκτός από την Αρκαδία. Επίσης, το αργότερο γύρω στο 1100 εγκαταστάθηκαν στο νησί της Κύπρου Αχαιοί άποικοι από την Πελοπόννησο. Αυτό εξηγεί τη στενή σχέση μεταξύ της αρκαδικής διαλέκτου και της κυπριακής ελληνικής Οι αρκαδικές-κυπριακές λέξεις της ομηρικής γλώσσας είναι επομένως μέρος αυτού που ο Meillet αποκαλεί «παλαιά αχαϊκή βάση» της επικής γλώσσας. Η παρουσία τους μας καλεί να συμπεράνουμε ότι πριν από την αιολική φάση της παράδοσης υπήρχε μια αχαϊκή φάση, που χρονολογείται από τη μυκηναϊκή περίοδο. Λόγω των αναταραχών που προκάλεσαν οι Δωριείς επιδρομές, μεταξύ άλλων, η επική παράδοση δεν μπόρεσε να επιβιώσει στην Πελοπόννησο, αλλά πρέπει να επιβίωσε στα βόρεια του ελληνικού κόσμου ανάμεσα στους Αιολείς, δηλ. στη Βέμια και τη Θεσσαλία, απ' όπου έφυγαν οι Ιταλοί άποικοι που γύρω στο 1000 εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία.

Το 1952, ο Ventris και ο Chadwick αποκρυπτογράφησαν τη γραμμική συλλαβική γραφή και ανακάλυψαν την παλιά αχαϊκή διάλεκτο στις πινακίδες που περιείχαν τις αφηγήσεις για τα ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου και των Μυκηνών, που αναφέρονται στον 14ο και 13ο αιώνα.
Τώρα είναι δυνατό να επαληθευτεί η υπόθεση της αχαϊκής φάσης της επικής παράδοσης. Θα δούμε ότι στην πραγματικότητα, η μυκηναϊκή διάλεκτος, που μαρτυρείται στις πινακίδες, έχει αρκετά ίχνη στις περισσότερο ή λιγότερο τυπικές εκφράσεις του ομηρικού έπους. Ένας μικρός αριθμός τύπων εκφράσεων περιέχει γλωσσικά χαρακτηριστικά που χρονολογούνται σε μια περίοδο πριν από αυτές των πινακίδων, δηλαδή στην πρωτομυκηναϊκή περίοδο (16ος/15ος αιώνας). Σύμφωνα με τη θεωρία του Meillet, το δακτυλικό εξάμετρο, του οποίου η δομή διαφέρει ουσιαστικά από αυτή των ισοσύλλαβων στίχων της ινδοευρωπαϊκής κληρονομιάς, μπορεί να έχει αποτελεί δάνειο από τον πολιτισμό των Μινωικών Κρητών. Είναι δελεαστικό να χρονολογήσουμε αυτόν τον δανεισμό  [..]
ΣΕΛ. 4
στην πρωτομυκηναϊκή περίοδο, όταν και οι Έλληνες των Μυκηνών δανείστηκαν την συλλαβική γραφή και πολλά στοιχεία καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας από τους Μινωίτες Κρήτες.
2. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ ΤΗΝ 1η ΧΙΛΙΕΤΙΑ
Αρχικά θα παρουσιάσουμε ένα σύντομο περίγραμμα. της ιστορίας των ελληνικών διαλέκτων.2 Την 1η χιλιετία, οι διάλεκτοι που ομιλούνται στον κόσμο του Αιγαίου χωρίζονται σε τέσσερις ομάδες: 
(1) Ιωνική-Αττική: Αττική, Δυτική Ιωνική = Ευβοϊκή, Κεντρική Ιωνική (Κυκλάδες), Ανατολική Ιωνική (Ιωνία στη Μικρά Ασία με Χίο και Σάμο). 
(2) Αρκαδοκυπριακός: Αρκαδικός, Κυπριακός, (Παρνφυλικός3); 
(3) Αιολική: Θεσσαλική, Βοιωτική, Ανατολική Αιολική = Λεσβιακή (Αιολική στη Μικρά Ασία με τη Λέσβο)· 
(4) Δωρική: 4 διάλεκτοι του Βορειοδυτικού (Φωκιδική, Λοκρική, Αιτωλική κ.λπ.), διάλεκτοι του Σαρωνικού (Μεγαρική, Κορινθιακή, Ανατολική Αριανή), Δυτική Αργεία, διάλεκτοι του Νοτιοανατολικού Αιγαίου (Θηραϊκή, Κωϊική, Ροδιακή, Λακωνική και Κρητική κλ.π.)., Αφήνουμε κατά μέρος τις διαλέκτους των αποικιών που ιδρύθηκαν έξω από τον κόσμο του Αιγαίου από το 750 περίπου. Την εποχή της ίδρυσης, η διάλεκτος της αποικίας πρέπει να ήταν πανομοιότυπη με αυτή της μητρόπολης, αλλά στη συνέχεια οι δύο διάλεκτοι εξελίχθηκαν διαφορετικά. Έτσι, η Κυρηναϊκή είναι αρκετά διακριτή από την Θηραϊκή, η Ταρεντίνικη από τη Λακωνική, η Συρακουσιακή από την Κορινθιακή κ.λπ., προς το τέλος της κλασικής περιόδου. Κατ' αρχήν, αφήνουμε επίσης κατά μέρος την εσωτερική διαφοροποίηση των προαναφερόμενων διαλέκτων και την επιρροή που ασκούν τέτοιες διάλεκτο σε άλλη. Ωστόσο, η μελέτη της ομηρικής διαλέκτου μας οδηγεί σε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με αυτό το είδος επιρροής. Η ανατολική ιωνική διάλεκτος της Χίου έχει κάποια στοιχεία …

2. Πρβλ. Ruijgh 1985 α. 144-50; 1989, 401-7; 1995 (προς δημοσίευση).
3. Η Παμφυλική είναι μια μικτή διάλεκτος που περιλαμβάνει αχαϊκά, αιολικά και δωρικά στοιχεία. βλ. Brixhe 1976, 145-6. Σημειώστε ότι Πάμφυλοι σημαίνει «αποτελούμενοι από κάθε είδους φυλές».
4. Χρησιμοποιούμε τον όρο «δωρικό» για να προσδιορίσουμε το σύνολο της «δυτικής ελληνικής», συμπεριλαμβανομένων των διαλέκτων της βορειοδυτικής με την ελαιική. Οι αρχαίοι κρατούσαν το όνομα «Δωριείς» για όσους κατάγονταν από την περιοχή της Δωρίδος, αλλά από διαλεκτολογικής άποψης δεν υπάρχει λόγος να χωριστούν τα «δυτικά ελληνικά» σε δύο υποομάδες. Βλέπε Bartionék 1972, 221. 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://romatrepress.uniroma3.it/wp-content/uploads/2024/05/EBOOK-RPL-n.-XLV.pdf
https://romatrepress.uniroma3.it/wp-content/uploads/2024/05/EBOOK-RPL-n.-XLV_p.11-57.pdf
Martina, A. P. 2024.” Il Peisadros-Scholium e le Origini dell’ Epos Tebano,” Res Publica Litteratum. Studies in the classical tradition XLV, pp. 11-57.

https://www.facebook.com/TheMythologists/posts/pfbid0nmtnLCX1Czf8k8gpub7D2p4mNkvmLLH5ccxM8Q8MbbpqsV8CfoYrp9CuRZ5QkNgul?__cft__[0]=AZWY5viaQqryStgTWWwVCSlyjMb39CPOOtp0kI3b_g2HDvnldkPVBVRvcW3rqfKyRWsFH0Nm4qVY0TTTDLJhAN7olmhTO4YiSOLKBpcirdkudMuGaJLa2bhY8LgspFA9KGjSrWzimqc5JPcZLD6649Sbp4tjzpaArsAkwgQahH5pCg&__tn__=%2CO%2CP-R
Νάστου, Χ. .Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ στα ΚΥΚΛΙΑ ΕΠΗ, ΣΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟ, ΣΤΟΝ ΣΤΗΣΙΧΟΡΟ.

https://dokumen.pub/troy-and-homer-towards-a-solution-of-an-old-mystery-3nbsped-0199263086-9780199263080.html 
Latacz, J. 2004 [2003]. Troy and Homer – Towards a Solution of an Old Mystery, Οxford/NY, [translation by Windle, K., and R., Ireland (eds.) of: Troia und Homer, Der Weg zur Lösung eines alten Rätsels, München]. 

https://www.jstor.org/stable/24591341
Lloyd-Jones, H. 2002. “Curses and Divine Anger in Early Greek Epic: The Pisander Scholion,” The Classical Quarterly 52 (1), pp. 1-14.

Markantonatos, A. 2007. Oedipus at Colonus. Sophocles, Athens and the World. Berlin / New York.

https://chs.harvard.edu/book/recapturing-a-homeric-legacy-images-and-insights-from-the-venetus-a-manuscript-of-the-iliad-2/
Casey Dué. ed. 2009. Recapturing a Homeric Legacy: Images and Insights from the Venetus A Manuscript of the Iliad (Hellenic Studies Series 35), Washington, DC: Center for Hellenic Studies.
.. The Venetus A preserves in its entirety a text that was composed within an oral tradition that can be shown to go back as far as the second millennium BCE, and the writings in its margins preserve the scholarship of Ptolemaic scholars working in the second century bce and in the centuries following.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

APHRODITE: A GODDESS OF NEAR EASTERN OR MYCENAEAN ORIGIN?


ΕΠΗΛΥΣ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ;



H το περιδέραιον φορούσα κούκλα[2]

Σφραγίδα από το Ιδαίον Άντρο της ΥΕ ΙΙΙa1 - CMS II,3 007[5]

Στην Μυκηναϊκή Αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών (ΕΑΜA) εκτίθεται σπάνιο πήλινο Μυκηναϊκό ειδώλιο το οποίο οι αρχαιολόγοι αποκαλούν 'η το περιδέραιον φορούσα κούκλα'. Ο Χρήστος Τσούντας το εντόπισε το 1887 σε θαλαμωτό τάφο του νεκροταφείου της Αγριοσυκιάς στις Μυκήνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στα τόσα εντυπωσιακά ευρήματα των τάφων, την ξεχωρίζει, την αποκαλεί 'η το περιδέραιον φορούσα κούκλα', και σημειώνει ότι του θυμίζει τον Ομηρικό ύμνο εις Αφροδίτην, HH 5:
ὅρμοι δ᾿ ἀμφ᾿ ἁπαλῇ δειρῇ περικαλλέες ἦσαν/ καλοὶ χρύσειοι παμποίκιλοι. ὡς δὲ σελήνη/ στήθεσιν ἀμφ᾿ ἁπαλοῖσιν ἐλάμπετο, θαῦμα ἰδέσθαι
ή σε νεο-ελληνική απόδοση: 
Γύρω από τον τρυφερό λαιμό της υπήρχαν όμορφα περιδέραια από χρυσό, τα πιο περίτεχνα, και γύρω από το τρυφερό της στήθος έλαμπε σαν το φεγγάρι, ένα θαύμα να το βλέπεις 
Η αναφορά του μεγάλου Έλληνα αρχαιολόγου στο περιδέραιο του αγαλματιδίου και η συσχέτισή του με αυτό της Αφροδίτης του Ομηρικού ύμνου αποτελεί μιά πρώτη υπόρρητη ταυτοποίηση της θεάς του λατρευτικού εδωλίου με την κλασική Αφροδίτη, για αυτήν δε την ταυτοποίηση θα ακολουθήσει στα επόμενα εκτενέστερος σχολιαμός μας!

Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση που ένα ειδώλιο κατέληξε ως κτέρισμα τάφου, καθώς τα περισσότερα ανακαλύφθηκαν σε ιερά και αποθέτες. Είναι η άλλως λεγομένη 'κυρία με το μούσι', ένα Μυκηναϊκό είδωλο το οποίο απεικονίζει γυναικεία μορφή με τροχήλατης κατασκευής σώμα και ένα ευδιάκριτο μούσι στο πρόσωπο. Στην πραγματικότητα όμως δεν πρόκειται για έντονη τριχοφυΐα, αλλά για το σαγόνι της το οποίο είναι ζωγραφιστό. Σύμφωνα με την δρ Β. Πλιάτσικα, Αρχαιολόγο του ΕΑΜΑ, μόνον δύο Μυκηναϊκά είδωλα, αναμφίβολα γυναικεία, διαθέτουν γραπτό σαγόνι που ομοιάζει με μούσι: η Κυρία με τα Χέρια στο Στήθος από το Θρησκευτικό Κέντρο των Μυκηνών και η Κυρία της Φυλακωπής[6] από το αντίστοιχο ιερό στη Μήλο. 130 χρόνια μετά, αυτό το ειδώλιο παραμένει εξαιρετικά σπάνιο ως προς την τελική ταφική του χρήση, αφού μόνον ένα ακόμη από την Ρόδο κατέληξε ως κτέρισμα τάφου. Όλα τα υπόλοιπα είδωλα του Μυκηναϊκού κόσμου, ακέραια και θραυσματικά, που ανέρχονται σε πάνω από 100 δείγματα, έχει αποδειχθεί ότι διαδραμάτιζαν κομβικό ρόλο στην άσκηση της Μυκηναϊκής λατρείας και βρίσκονται σε ιερά, σε οικιστικά περιβάλλοντα ή σε αποθέτες. Ίσως το προαναφερθέν τονισμένο υπογένειο απετέλεσε μέρος της διακοσμήσεως του ειδωλίου ή ένα σύμβολο της τελετουργίας της ικεσίας. 
Σημειώνεται παρενθετικά ότι η ικεσία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στα Ομηρικά έπη, αφού η Ιλιάδα θεωρείται ότι περιστρέφεται, μεταξύ αλλων, περί δύο ικεσιών - πόλων[7a], ενώ:
'Η πλοκή της Ιλιάδος ιχνηλατεί την εξέλιξη μεταξύ δύο επιτυχημένων ικεσιών: αυτήν της Θέτιδος στον Δία στην πρώτη ραψωδία, όπου αυτή καλεί τον Δία να τιμήσει τον γιο της (τίμησόν μοι υἱόν) και την ικεσία του Πριάμου στον Αχιλλέα, μέσω της οποίας ο Δίας οριστικά τιμά τον Αχιλλέα και του εγγυάται ότι θα έχει δόξα ή κῦδος'.[7b] 

Όπως εξηγεί η δρ Βασιλική Πλιάτσικα, ο Όμηρος αναφέρεται στην Ιλιάδα σε μια χειρονομία που έκανε ο ικέτης.[8] Άγγιζε το σαγόνι ή ανθερεώνα[9] ή τα γόνατα του ικετευομένου και εκλιπαρούσε για οίκτο.[10] Επίσης, το εδώ σχολιαζόμενο ειδώλιο είχε τα χέρια του υψωμένα, αλλά αυτά έσπασαν. Πιθανόν αυτός ήταν ο λόγος που έγινε εναπόθεσή του στον τάφο των Μυκηνών. Πριν από τη χρήση του ως κτερίσματος, λειτουργούσε ως εικόνα - επιφάνεια της θεότητας προς την οποία απευθύνονταν οι επικλήσεις των πιστών. Οι επισκέπτες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου μπορούν να δουν το ειδώλιο στην προθήκη 33 (αρ. 22) της Μυκηναϊκής αίθουσας, όπου εκτίθενται πήλινα ειδώλια, ομοιώματα και ζωόμορφα αγγεία από θαλαμωτούς τάφους της Αργολίδας.... Υπογραμμίζεται πάντως η άποψη ότι αυτός ο εστιακός ρόλος του σαγονιού στην τελετουργία της ικεσίας ίσως αντικατοπτρίζεται στο γραπτό, ή και πλαστικά τονισμένο, σαγόνι των Μυκηναϊκών ειδώλων.[12]


Η Κυρά της Φυλακωπής

Σημειώνεται πάντως εδώ ότι η τελετουργία της ικεσίας συνοδευόταν από την απώλεια του αισθήματος τιμής του ικετεύοντος, δεδομένου ότι αυτός εμφανιζόταν να υποτάσσεται ταπεινωτικά στην εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του ατόμου ή θεού από το οποίο προσδοκούσε προστασία ή βοήθεια.[14] Σε κάθε περίπτωση η παθητική στάση του ικέτου συσχετίζει επίσης την ικεσία με εικόνες αποπλανήσεως και ερωτικής αναζητήσεως / ερωτοτροπίας,[15] παρέχοντας έτσι μιά πιθανή ή τυχαία σύνδεση με χαρακτηριστικά της Αφροδίτης! Άλλωστε στην 'φανταστική' ικεσία την οποίαν ο Έκτωρ σκέπτεται να απευθύνει στον Αχιλλέα, προτείνοντάς του αποζημίωση, Il. 22.99–110, η σκηνή διαθέτει σειρά ερωτικών παραπομπών και υπαινιγμών, ενισχύοντας την υπόθεση για την ερωτική ενίοτε διάσταση της ικεσίας, που άλλωστε συνδυάζεται με παθητικότητα συνήθως αποδιδόμενη στην γυναίκα![16]

Ο Dietrich αναφερόμενος στην Μυκηναϊκή θεά της φύσεως σημειώνει ότι η Ελληνική θρησκεία προέκυψε ως αποτέλεσμα ποικίλων επιρροών, μεταναστεύσεων και εξελίξεως στον χρόνο για δε την Μυκηναϊκή θεά της φύσεως γράφει:[17]
Περιέργως, το ισχυρότερο παράδειγμα που αναφέρεται σχετικώς προέρχεται από την Ασίνη, συγκεκριμένα από το οικιακό ιερό του 12ου αιώνος προφανούς μινωικής καταγωγής. Αποτελείται από μία σχετικά μεγάλη κεφαλή τροχήλατης κεραμεικής, που περιβάλλεται από τις συνηθισμένες μυκηναϊκές μορφές «Ψ», καθώς και από μορφές της μινωικής θεάς με υψωμένα τα χέρια114. Τα στοιχεία είναι ασαφή, ωστόσο, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα για το φύλο της θεϊκής μορφής της οποίας μόνον η κεφαλή σώθηκε. Ο Nilsson είναι πεπεισμένος ότι στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με έναν θεό, δηλαδή τον «Άρχοντα της Ασίνης» ή τον Δία με τον κεραυνό του115. Για τον Evans, τον Persson και πιο πρόσφατα για τον Nicholls, το κεφάλι ήταν μέρος μιας θεάς116. Το αδιέξοδο είναι απίθανο να επιλυθεί. Η κεφαλή της Ασίνης έχει συγκριθεί υφολογικα με την κεφαλή του 10ου/9ου αιώνα από το Καλοχώρι της Κρήτης, στην Πεδιάδα117, με την περίφημη γυψοκεφαλή του 13ου αιώνα (γυναικεία) από τις Μυκήνες και ένα ελαφρώς μικρότερο, αλλά λίγο πολύ σύγχρονο, κεφάλι από Τίρυνθα118.

Η Boedeker από την άλλη, μελετώντας την καταγωγή της Αφροδίτης στο Ινδο-ευρωπαικό έπος σημειώνει:[20]
Το ζήτημα της καταγωγής της Αφροδίτης και της αρχικής της φύσεως έχει παραδοσιακά αποτελέσει μιά πρόκληση για τους ιστορικούς της ελληνικής θρησκείας. Από τον Ηρόδοτο μέχρι σήμερα πολλοί συγγραφείς την έχουν συνδέσει με την Εγγύς Ανατολή. Για την τεκμηρίωση μιας τέτοιας θεωρίας χρησιμοποιούνται διάφορα είδη στοιχείων. Πρώτον, ήδη από τα Ομηρικά και Ησιόδεια έπη, ως πατρίδα της Αφροδίτης θεωρείται η απομακρυσμένη Κύπρος, κατάλληλος τόπος συναντήσεως του ελληνικού πολιτισμού με αυτούς της Εγγύς Ανατολής. Πιο συγκεκριμένα, σε πτυχές της εικονογραφίας, της μυθολογίας και της λατρείας της, η Αφροδίτη ομοιάζει με τις Ασιατικές Μεγάλες Θεές. Επιπλέον, έχουν προταθεί αρκετές ετυμολογίες που θα συνέδεαν το όνομα της Αφροδίτης με αυτό μιας ανατολικής θεάς. Ως αποτέλεσμα αυτών των ομοιοτήτων, οι ιστορικοί της θρησκείας συμφωνούν πλέον ότι η Αφροδίτη κατάγεται από τη Σημιτική Εγγύς Ανατολή και προφανώς εισήλθε στον ελληνικό κόσμο μέσω της Κύπρου, όπου εισήχθη από τους Φοίνικες.1

Το 'ερώτημα της Αφροδίτης' θα πρέπει ωστόσο να επανεξεταστεί, όπως προτείνει προσεκτικά ο Martin Nilsson,2 ειδικά υπό το πρίσμα των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών στην Κύπρο. Τα στοιχεία από τις ανασκαφές στην Έγκωμη, στο Κίτιον και αλλού3 αποδεικνύουν ότι οι Μυκηναίοι Έλληνες είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, πολύ πριν από την εμφάνιση των Φοινίκων στην νήσο. 1 Οι Φοίνικες δε αποίκησαν την Κύπρο παρα μόνον κατά την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περίπου 1000 π.Χ.), σε μια περίοδο ελάχιστης επαφής μεταξύ αυτού της νήσου και της ηπειρωτικής Ελλάδας. 2 Εάν η λατρεία της Αφροδίτη εισήχθη στους Ελλαδίτες του ηπειρωτικού χώρου κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όπως συχνά υποστηρίζεται, είναι απίθανο η λατρεία της να είχε εξαπλωθεί από την Κύπρο στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο έως ότου αποκατασταθεί η επαφή κατά την αρχαϊκή περίοδο. Αλλά η Αφροδίτη είναι καλά εδραιωμένη στο αρχαϊκό ελληνικό έπος. Πράγματι, το περίπλοκο σύστημα των τύπων ονομάτων-επιθεμάτων της υποδηλώνει ότι ήταν γνωστή στην ποιητική παράδοση για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. 3 Ως εκ τούτου, όσον αφορά στην ιστορική πιθανότητα, είναι απίθανο οι Φοίνικες να εισήγαγαν την Αφροδίτη στους Έλληνες μέσω της Κύπρου.4

Η εγγενής κυπριακή προέλευση της Αφροδίτης είναι επίσης απίθανη, όπως δείχνουν τα επιγραφικά στοιχεία.6 

Αναλόγως ο West αναλύοντας το όνομα[23] της Αφροδίτης σημειώνει:[24]
Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η Αφροδίτη ήταν μια μεταμυκηναϊκή (ή οπωσδήποτε μετα-ανακτορική) προσθήκη στο ελληνικό πάνθεον. Δεν εμφανίζεται στα κείμενα της Γραμμικής Β, ενώ στον Ησίοδο και τον Όμηρο συσχετίζεται ισχυρά με την Κύπρο, ένα νησί όπου η ελληνική εγκατάσταση σε οποιαδήποτε κλίμακα χρονολογείται μόνο από τον δωδέκατο και τον ενδέκατο αιώνα. Τα σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα ευρίσκονταν στην Κύπρο, ιδιαίτερα στην Πάφο. Το όνομά της δεν φαίνεται να είναι ελληνικό ή ινδοευρωπαϊκό, οι δε προσπάθειες να ετυμολογηθεί έτσι έχουν γενικά εγκαταλειφθεί. Η πρόταση ότι προέρχεται από μια λέξη της Ανατολίας ή της «μεσογειακής» λέξεως για τον 'αρχηγό', που αντικατοπτρίζεται στα ετρουσκικά (e)prθni και στα ελληνικά πρύτανις, έχει την ίδια χαμηλή αποδοχή2. Ούτε η (αναμενόμενα) αιγυπτιακή ετυμολόγιση του Martin Bernal3. Οι επεξηγήσεις από τη Σημιτική, ιδίως η άποψη ότι το όνομα είναι παραμόρφωση αυτού της Αστάρτης, έχουν εγγενώς μεγαλύτερη αληθοφάνεια, δεδομένων των ανατολίτικων συνδέσεων της Αφροδίτης και των χαρακτηριστικών που μοιράζεται με τη θεότητα των Χαναναίων4, και έχουν βρει μεγαλύτερη αποδοχή. Θα υποστηρίξω ότι το όνομα δεν μπορεί να προέρχεται από το Astart, ούτε να ερμηνεύεται με βεβαιότητα, αλλά ότι είναι αυθεντικά σημιτικό.

Η εμφάνιση, όμως, του προαναφερθέντος Μυκηναϊκού εδωλίου θέτει ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη και λατρεία ήδη σε Μυκηναϊκό πολιτιστικό έδαφος θεάς η οποία διαθέτει χαρακτηριστικά συσχετιζόμενα με την Αφροδίτη! Η ύπαρξη περιδεραίου γύρω από τον λαιμό της θεάς παραβάλλεται με αντίστοιχο κοσμητολογικό χαρακτηριστικό της Αφροδίτης του Ομηρικού ύμνου, ενώ και ο ανδρόγυνος χαρακτήρας της και ιδιαίτερα το γένι φαίνεται να την συνδέει με την Ρωμαϊκή Γενειοφόρο Αφροδίτη ή Venus Barbata διασώζοντας πιθανώς χαρακτηριστικό ανιχνεύσιμο ήδη από την Εποχή του Χαλκού! Σύμφωνα με την wikipedia, wikipedia, s.v. Venus Barbata, o Μακρόβιος[26] αναφέρει επίσης ένα άγαλμα της Αφροδίτης στην Κύπρο που παριστάνει τη θεά με γενειάδα, με γυναικεία ενδυμασία, αλλά σε ολόκληρη τη μορφή της μοιάζει με εκείνην ενός άνδρα (βλ. και Αφρόδιτο). Η ιδέα της Αφροδίτης να είναι έτσι ένα μείγμα της ανδρικής και γυναικείας φύσεως φαίνεται να ανήκει σε μιαν όψιμη περίοδο της αρχαιότητας, όμως δείχνει ότι επιβιώνει και πολύ αργότερα, άν την παραβαλλουμε με τον μύθο του Αγίου Wilgefortis!
Η ιδέα της Αφροδίτης να έχει φύση διπλού φύλου έχει την ίδια διπλή έννοια, με την μυθολογική έννοια, ότι δεν υπάρχει μόνον Λούνα (Σελήνη), αλλά και Λούνας. Το τελευταίο αυτό σχόλιο παρέχει, ενδεχομένως, άλλο ένα στοιχείο που συνδέει την Αφροδίτη του Ομηρικού ύμνου με τον ανδρογυνο χαρακτήρα της θεάς!

Detail of Magdalena Ventura with Her Husband and Son, by Jusepe de Ribera, 1631[29]

Ενδιαφέρουσα είναι σχετικώς η υποστηρικτική της ανωτέρω προσεγγίσεως άποψη της Elderkin, η οποία στην Μινωϊκή σφραγίδα CMS II.3 7 της ΥΕ ΙΙΙa1 αναγνωρίζει την θεά Αφροδίτη ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικό της ως θεάς της γονιμότητος αλλά και του ουρανού και ωκεανου![30] 

Μινωϊκή σφραγίδα CMS II.3 7

Αργυρά επίχρυση φιάλη με έμβλημα όπου ο Διόνυσος και η Αριάδνη με έναν Σειληνό[32]

Πρίν κλείσουμε θεωρούμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι η χειρονομία του αγγίγματος του πηγουνιού, παρούσα πιθανόν στην τέχνη της Amarna,[33] διαχύθηκε σε μακρές αποστάσεις, επιβιώνουσα ιδιαίτερα στην Γανδαρινή τέχνη, διατηρώντας ερωτικό περιεχόμενο.[34] Επισημαίνεται εδώ στο ανωτέρω αργυρό έμβλημα η από μέρους του Διονύσου χειρονομία του αγγίγματος του πηγουνιού της Αριάδνης σηματοδοτεί: την ερωτική παρά/πρόσ-κληση, τον πειρασμό και την ερωτοτροπία .. Το αυτό νόημα έχει η χειρονομία σε σειρά γλυπτών ή άλλων απεικονίσεων της Ελληνο - Ρωμαϊκής και Γανδαρίτιδας τέχνης.
Πινάκιο με τίτλο 'ο γάμος του Διονύσου και της Αριάδνης' (ή τουλάχιστον Διονυσιακός γάμος)[36]

ερυθρόμορφος αμφορέας[38]

Ανάγλυφος Βουδιστικός πίναξ με τον Ηρακλή - Vajrapani και ερωτετικό ζεύγος με την χειροτονία αφής του πηγουνιού![39]

Παναγία Γλυκοφιλούσα - Ιερά Μονή Φιλοθέου, Άγιον Όρος[40]

Εν είδει καταληκτικού σχολίου ας επαναλάβουμε τα συμπεράσματα της Λεμπέση από τις ανασκαφές της στο ιερό της Σύμης Βιάννου:[45]
Η κεραμεική, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και τα τεχνουργήματα που ανασκάφηκαν στο διαπεριφερειακό ιερό στην Σύμη της Κρήτης τεκμηριώνουν την σημασία και την συνεχή χρήση του χώρου από περίπου το 2000 π.Χ. μέχρι τον έκτο/έβδομο αιώνα μ.Χ. Τα αναθήματα της πρώτης χιλιετίας δείχνουν ότι ο Ερμής λατρευόταν εκεί μαζί με μια ερωτική θεά ήδη από τον 10ο αιώνα και ότι στην ελληνιστική περίοδο, αυτή η θεά ήταν η Αφροδίτη. Τα αρχαιολογικά στοιχεία από το ιερό είναι ασυμβίβαστα με τις τρέχουσες θεωρίες για την προέλευση της Αφροδίτης. Αντίθετα, τονίζουν τον τοπικό παράγοντα ως κινητήριο δύναμη γιά την γένεση της Αφροδίτης και την συμβολή των τοπικών λατρειών σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς της.  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[2]. Ειδώλιο θηλυκής μορφής από θαλαμωτό τάφο 40 του νεκροταφείου της Αγριοσυκιάς στις Μυκήνες, ΕΑΜΑ Π 2494.
[5]. https://arachne.uni-koeln.de/browser/index.php?view[layout]=siegel_item&objektsiegel[item]=6&objektsiegel[thumb_item]=0
Προέλευση: Ιερό του Διός στο όρος Ίδη, Ιδαίον Άντρον. Φύλαξη: Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Ορεία κρύσταλλος, ΥΕ ΙΙΙa1, λατρευτική.
Εικονιστικά μοτίβα εκτός από πλάσματα: Έδαφος: δάπεδο πολλαπλών γραμμών Φυτά: κλαδί έλατου διπλής όψης με κορμό και κόνδυλο Σύμβολα: λατρευτικά κέρατα, στάχυ(3), αστέρι, Κτίρια: βωμός αμφίκωνος. Συσκευές: σαλιγκάρι τρίτων
[6]. Πρόκειται για τροχήλατο γυναικείο ειδώλιο από το Δυτικό Ιερό (ΥΕ ΙΙΙa, Φυλακωπή IV), φυλασσόμενο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μήλου αρ. 653.
https://www.kathimerini.gr/culture/arts/1057262/i-kyra-tis-fylakopis-diigeitai/
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0V5zBJk1etHJiQyvuWx51WfdfDFFe1Cb5yjCbCwdu4auBZqyprFnjjFXvV7fMjDR7l&id=1449605771965146&__cft__[0]=AZXmpP8urnPlloHuweeJUhzSR_Aty81IKbKR0pahyBNG8AwztE_QJvp8LRK_Kpl28FMud4xgW3Iq_42TvsLI9VgpfNY0o2X7JMv2PRQtw0B4UZs_JPgbbJfaRaQu0B4kyxzkO88Fv9ayKPpwwGRSc4LJ&__tn__=%2CO%2CP-R
Τροχήλατο γυναικείο ειδώλιο, Δυτικό Ιερό, ΥΕ ΙΙΙa (Φυλακωπή IV).
[7a] Tsagalis 2008, pp. 363 (παραθέτων διατύπωση του Crotty): 
Παρόλον ότι η Ιλιάδα κινείται σε διάφορα επίπεδα και περιστρέφεται μεταξύ διαφορετικών πόλων, ένα σύνολο ορίων είναι η ικεσία της Θέτιδος στον Δία (αποτελώντας το τελευταίο μέρος της σκηνής που ξεκινά με τη συνάντηση Θέτιδος και Αχιλλέω στην πρώτη ραψωδία) και αυτή του Πρίιάμου, στην εικοστή τέταρτη, η οποία φέρνει το έπος στο τέλος..
[7b] Crotty 1994, p. 94: Αναφέρεται από τον Χρ. Τσαγγάλη (Tsagalis 2008, pp. 363, 365):
Ο Crotty, του οποίου η διατύπωση μόλις παρέθεσα, εντοπίζει μια ποιητική ικεσίας στην εξέλιξη μιας σκόπιμης αντιθέσεως μεταξύ της θεϊκής μοίρας της Θέτιδας και της θανάσιμης καταδίκης του υιού της Αχιλλέα. Η διαθήκη του Δία (Διὸς βουλή) εγκαινιάζεται με μια προσευχή, η οποία εκφράζει τη σιγουριά της θεάς "στη δύναμή της να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες της (προσφέροντας μια ανταλλαγή αγαθών)» αλλά αυτό περιορίζεται (στην Ιλιάδα XXIV) από την παράκληση ενός ηλικιωμένου άνδρα, «που εκφράζει την αδιαφορία του κόσμου για τις επιθυμίες του παρακλητή".
[8]. Tadashi Tanabe 2019, p. 31: Il.1.501 (ανθερεώνος) & Il. 8. 371 (γενείου). 
[9]. Liddel Scot Jones ἀνθερεών, ῶνος, ὁ,
A. [select] chin, δεξιτερῇ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπ᾽ ἀνθερεῶνος ἑλοῦσα, in token of supplication {εις ένδειξιν ικεσίας}, Il.1.501; παρὰ νείατον ἀνθερεῶνα, i.e. just under the chin, 5.293, cf. Hp.Oss.18, Nic.Th.444.
2. [select] later, neck, throat, Euph.92.1 (pl.): sg., AP9.129 (Nestor), Q.S.1.110: sg. in both senses, Ruf.Onom.47,48.
3. [select] mouth, Nonn.D.3.247, 25.476. 
[10]. Ρώσσογλου 2012, σελ. 70, σημ. 133, 134: Στην Μήδεια του Ευριπίδου, Eur. Med. 65 αναφέρεται:
Τροφός
65μή, πρὸς γενείου, κρύπτε σύνδουλον σέθεν:
σιγὴν γάρ, εἰ χρή, τῶνδε θήσομαι πέρι. .. 
Στο πλαίσιο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού η ικεσία αποτελεί θεσμό ιδιαίτερης σημασίας,133 ... νόημα του αγγίγματος του γονάτου ή του πηγουνιού και τη δεσμευτικότητα των λεγομένων κατά τη σκηνή της ικεσίας. .. 134 Πρβ. επίσης την έκφραση πρὸς γενείου (στ. 65) όταν η τροφός παρακαλεί τον παιδαγωγό να της αποκαλύψει τι ξέρει και το σχόλιο του Mastronarde (2006:238 ad 65) ότι πρόκειται για λιγότερο ισχυρό τρόπο ικεσίας σε σχέση με το άγγιγμα των γονάτων.  
Σκηνή ικεσίας περιγράφεται επίσης στην Eur. Med. 709 (Αλεξοπούλου 2015, σελ. 143).
[12]. https://www.archaiologia.gr/blog/2017/05/31/%CE%B7-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9/
[14]. Δανιήλ Ιακώβ (αχρον.), McSweeney 1999, p. 29. Κατά τον Δανιήλ Ιακώβ (Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός, Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, s.v. Η ικεσία): Το παράδειγμα της Πολυξένης είναι διδακτικό, γιατί δείχνει ότι ο ικέτης χάνει το αίσθημα τιμής που χαρακτηρίζει τον ελεύθερο άνθρωπο και υποτάσσεται ταπεινωτικά στην εξουσία και τη διακριτική ευχέρεια του ατόμου από το οποίο προσδοκά προστασία ή βοήθεια.
[15]. Franceschini 2019: Όχι μόνο η μή ικανοποιηθείσα ικεσία προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας θυσίας ή μιας ταφικής τελετουργίας, αλλά η Pedrina τονίζει επίσης την ασάφεια και την συσχέτισή της με εικόνες αποπλανήσεως και ερωτικής αναζητήσεως / ερωτοτροπίας!
[16]. Gregory (αχρον.): 
Ο Έκτωρ φαντάζεται τον εαυτό του σε παρόμοιο ρόλο με τον Πάτροκλο σε αυτό το απόσπασμα, αφού οραματίζεται αυτόν τον ίδιο να παρακαλεί τον Αχιλλέα, να υιοθετεί γυναικείο ρόλο και να είναι ιδιαίτερα ευάλωτος.51 Ο Αχιλλέας αποκαλεί επίσης τον Πάτροκλο, νήπιο, την ίδια λέξη που χρησιμοποιεί για τον Έκτορα αφού τον χτυπήσει με το θανατηφόρο χτύπημα (22.333).
[17]. Dietrich 1974, p. 151.
[20]. Boedeker, D. 1974, pp. 1-3:
The question of Aphrodite's origins, and of her original nature, has traditionally intrigued historians of Greek religion. From Herodotus to the present, many writers have connected her with the Near East. Several types of evidence are used to substantiate such a theory. First, as early as the Homeric and Hesiodic epics, Aphrodite's homeland is considered to be remote Cyprus, an appropriate meeting ground for Greek and Near Eastern cultures. More specifically, in aspects of her iconography, mythology, and cult, Aphrodite resembles the Asiatic Great Goddesses. In addition, several etymologies have been proposed which would connect Aphrodite's name with that of an Eastern goddess. As a result of these resemblances, historians of religion now commonly agree that Aphrodite came from the Semitic Near East and apparently entered the Greek world through Cyprus, where she was introduced by the Phoenicians.1

The 'Aphrodite question' should be re-examined, however, as Martin Nilsson cautiously suggests,2 especially in the light of recent archaeological work in Cyprus. The evidence from excavations at Enkomi, Kition, and elsewhere3 establishes that Mycenaean [NEXT PAGE IS 2} Greeks had settled in Cyprus by the late Bronze Age, long before the Phoenician presence on the island. 1 Phoenicians did not colonize Cyprus until the early Iron Age (about 1000 B.C.), during a period of minimal contact between that island and mainland Greece. 2 If Aphrodite was introduced to the Greeks during this period, as is often maintained, it is unlikely that her cult could have spread from Cyprus to the rest of the Greek world until contact was resumed during the archaic period. But Aphrodite is well established in archaic Greek epic; indeed, the complex system of her name-epithet formulas suggests that she was known to the poetic tradition for a relatively long time. 3 In terms of historical probability it is there-fore unlikely that the Phoenicians introduced Aphrodite to the Greeks in Cyprus. 4

A native Cypriote origin for Aphrodite is also improbable, as the epigraphical evidence indicates. 6 Although many of the native ..
[23]. Jendza 2017.
[24]. West 2000, pp. 134-135.

It is widely agreed that Aphrodite was a post-Mycenaean (or at any rate post-palatial) addition to the Greek pantheon. She does not appear in Linear B documents, and in Hesiod and Homer she has a strong association with Cyprus, an island where Greek settlement on any scale dates only from the twelfth and eleventh centuries.
I ler major cult centres were in Cyprus, especially at Paphos. Her name does not appear to be Greek or Indo-European; attempts to explain it so have been generally abandoned'. The suggestion that it comes from an Anatolian or 'Mediterranean' word for 'chief, reflected in Etruscan (e)prθni and Greek πρύτανις, has scarcely greater appeal2. Neither has Martin Bernal's (predictably) Egyptian etymology3. Explanations from Semitic, in particular the view that the name is a deformation of that of Astart-Astarte, have an intrinsically greater plausibility, given Aphrodite's oriental connections and the features she shares with the Canaanite deity4, and they have found more favour'. I shall argue that the name cannot be derived from Astart, or interpreted with certainty, but that it is genuinely Semitic.
[26]. Saturnalia. iii. 8.

[28]. Wallace 2014:
Ο θρύλος του Αγίου Βιλγεφόρτη αναφέρεται σε μια νεαρή πριγκίπισσα που ασπάζεται τον Χριστιανισμό και, για να αποφύγει τον αναγκαστικό γάμο, αφήνει από θαύμα γένια. Ο ειδωλολάτρης πατέρας της την σταυρώνει για τιμωρία και γίνεται αγία, που συμβολίζεται με την εικόνα μιας σταυρωμένης, γενειοφόρου γυναίκας. Αυτό το άρθρο εξετάζει τους γραπτούς θρύλους και μερικές από τις ασυνήθιστες λατρευτικές πρακτικές που σχετίζονται με την Αγία Βιλγεφόρτη για να αποδείξει ότι η διασταύρωση φύλου και η ανάμειξη φύλων (μετασχηματισμοί φύλου) ήταν κεντρικές για την ανάδειξή της ως ισχυρό σύμβολο στον ύστερο Μεσαίωνα και ότι η αναπαράστασή της ως η γενειοφόρος γυναίκα επηρέασε το πώς και για το τι την τιμούσαν. Ως γενειοφόρος παρθένος και θηλυκός Χριστός, «παραμορφωμένος» και υπερβατικός, το σύμβολο του Αγίου Βιλγεφόρτη γίνεται τόπος έκφρασης των πιο θεμελιωδών παραδόξων του ύστερου μεσαιωνικού Χριστιανισμού. 
[29].  Jones 2016.
[30]. McK Elderkin 1925. 
In my opinion there is represented on the gem the sanctuary of Aphrodite in her character as a fertility-goddess and a deity of the heavens and of the ocean. We know that Crete as well as Cyprus was a strong center of her cult, and she is so closely linked with the Mother Goddess, with Astarte and Ishtar as to be virtually the same deity under a different name. Her connection with the heavenswith the title Ourania-is eastern. 
..
interpret the star on the Idaean gem as a symbol of Aphrodite Ourania.
.. Perhaps the most important object in the scene on the gem is that which is represented at the left of the altar. This I believe to be a primitive image of Aphrodite herself. The resemblance to the fiddle-shaped Cycladic figurines of Neolithic times is striking indeed.
[32]. J. Paul Getty Museum 83.AM.389.1, 2 αι. π.Χ.
[33]. David 2020, p. 54. Αξιοσημείωτη πάντως η αναφορά της ερευνήτριας ότι: 'Μια άλλη βασιλική οικεία χειρονομία απεικονίζεται μερικές φορές στην Amarna: το χέρι στο πηγούνι/γνάθο. Δεν μαρτυρείται στο Καρνάκ στις αρχές της βασιλείας, ανήκει στην εικονογραφία της Αμάρνα κατά την πρώιμη φάση της (Έτη 6-14, που χαρακτηρίζεται από το Πρωτόκολλο Ι του Ατόν που εγγράφεται στις σκηνές) και στην τελική φάση της (Έτη 14-17, σηματοδοτείται από το Πρωτόκολλο III):8'

Σημειώστε επίσης τα λεγόμενα της David (David 2017, pp. 5-6): 
In ancient Egypt, sexual intimacy could be conveyed by various images, e.g. nose-to-nose breathing (though not necessarily), sitting together on or standing together beside a bed,78 embracing, cupping the elbow, touching the chin or interlocking fingers,79 intertwining legs/knees and touching hands, and lap-sitting—besides engaging in sex lying on a bed80 or in other circumstances.81 The slung-leg does not appear to be part of the visuals of sexual intimacy in the Egyptian repertoire as it does in the Greco-Roman world and during the Renaissance, and the “settled intimacy of the lap sitting pose”82 introduced by Atenist royal iconography on the basis of an Eastern model remains the most daring theogamy depiction allowed in pharaonic Egypt.
[34]. Tadashi Tanabe 2019: "Η χειρονομία ενός ατόμου που αγγίζει το πηγούνι ενός άλλου με το ένα χέρι, του οποίου η διάχυση στην Ανατολή αποτελεί μέρος του θέματος αυτής της εργασίας, προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τους K. Sittl και G. Neumann, αυτή η χειρονομία υποδηλώνει φιλοφρόνηση, φιλαρέσκεια και ικεσία. Επιπλέον, ο Neumann ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια αυτή κατέληξε να σημαίνει την πρόσκληση σε ερωτοτροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών. Πρόσφατα, η M. Baggio υποστήριξε ότι η χειρονομία υποδηλώνει ικεσία, πειρασμό και ερωτοτροπία.3
Αν και αρκετοί μελετητές διερευνούν το νόημα αυτής της χειρονομίας, κανείς δεν έχει ακόμη εξερευνήσει και ερευνήσει τη διάδοσή της τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή.
Όσον αφορά στη διάχυση αυτής της χειρονομίας στη Δύση (Ευρώπη), θα περιοριστώ σε μια σύντομη και όχι περιεκτική έρευνα, καθώς είναι εκτός της ειδικότητάς μου στη βουδιστική τέχνη.
Ωστόσο, όσον αφορά στην διάδοσή στην Ανατολή, είμαι σε καλύτερη θέση να εξερευνήσω και να συλλέξω σχετικό υλικό. Επομένως, η εργασία μου φυσικά θα επικεντρωθεί στην διερεύνηση της διαδόσεως αυτής της χειρονομίας στην Ανατολή (Δυτική Ασία, Κεντρική Ασία και Νότια Ασία) ακολουθούμενη από αυτήν στην Δύση."
Για την οπτικοποίηση της τρυφερότητος και της συμπάθειας στην τέχνη της Amarna βλ. Zwickel (Zwickel 2017, p. 103).
[36]. Το πλέον πολυάνθρωπο πινάκιο, σε απεικονιζόμενους χαρακτήρες, που έχουμε, Sirkap, Εθνικό Μουσείο του Νέου Δελχί.
[38]. British Museum, Reg. nr. 1843,1103.42
[39]. https://www.facebook.com/photo/?fbid=800796845026874&set=a.106603557779543&__cft__[0]=AZWnKgDZcNSg89BTmIi-H0V-g3LhD1PIKmsvCPVaEGhEAbQNFD6TcfIYXOAOV7hX_9Pd208FTWnwyyRPGd81oAeU7c08beLixP1mYNBVITyBibTUTosEXCpHtp4rZImrLcg&__tn__=%2CO%2CP-R
[40]. <https://www.monastiriaka.gr/panagia-glykofilousa---iera-moni-filotheou-n-79226.html>. Steinberg 1969, n. 25: Το να αγγίζει o Χριστός ως βρέφος το πηγούνι της Παναγίας είναι κοινό χαρακτηριστικό του τύπου εικόνας της Γλυκοφιλούσας. Ως τρυφερή χειρονομία, που εκφράζει μια αγάπη συγχρόνως παιδική και αμυδρά πρόωρη, περνάει στο ιταλικό Trecento (ΣτΜ: αρχική φάση της Αναγεννήσεως). Αλλά το μοτίβο ήταν γνωστό από την ελληνική αγγειογραφία, όπου ο μνηστήρας θα χάιδευε το πιγούνι του ερωμένου, του αγαπημένου. Με αυτό το 'χρώμα' του ερωτισμού ενηλίκων το μοτίβο εμφανίζεται στην γαλλική γοτθική τέχνη και επανεμφανίζεται στην Αναγέννηση (π.χ. ο Δίας και η Ολυμπία του Giulio Romano στο Palazzo del Te· Hartt, Giulio Romano, εικ. 263). Στη συνέχεια, μια Παναγία του 16ου αιώνα, της οποίας το πηγούνι ακουμπάται ή ακόμη χαιδεύεται από το βρέφος, αποτελεί αναμφισβήτητα αντικείμενο πλήρους ανδρικής αφοσιώσεως (π.χ. Madonna του Cornelis van Cleve, Ντιτρόιτ· Ξυλογραφία του Burgkmair Madonna and Child, B.vII, Francesco Gicovanci, 8; Παναγία και παιδί με τον Άγιο Ιωάννη, μάρμαρο tondo, Bargello). Αυτός ο ερωτισμός του μοτίβου με το πηγούνι είναι αποτέλεσμα της γοτθικής και αναγεννησιακής γενναιοδωρίας ή το ερωτικό νόημα, αν και καλυπτόμενο από τον ιερατικό τρόπο, πάντα υπονοείται; 
[45]. Lebessi 2009, p. 521.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://classicalstudies.org/etymology-and-origins-aphrodite
Jendza, C. 2017. "The Etymology and Origins of Aphrodite," Abstract from Session/Panel Title: What's in a Name?, Session/Paper Number: 34.4, Categories: Language and Linguistics, Annual Meeting 148th.

Πλιάτσικα, Β. 2017. "Η Κυρία με το 'μούσι',"  Αρχαιολογία και Τέχνες, < https://www.archaiologia.gr/blog/2017/05/31/%CE%B7-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B9/> (16 Μαρτίου 2023).

https://www.mixanitouxronou.com.cy/arxaiotita/i-gyneka-me-to-mousi-to-spanio-idolio-pou-anakalyfthike-stis-mykines-ke-ektithete-sto-ethniko-archeologiko-mousio-i-schesi-tou-me-tin-iliada-tou-omirou/

http://ikee.lib.auth.gr/record/133476/files/GRI-2013-11527.pdf?fbclid=IwAR1evFqUCnrYttXpYcvY1wFzRPAlokJGCSqppVBfmiAUGekzM4YLNFF7Qc4
Ρώσσογλου, Π. 2012. "Νεοελληνικές μεταφράσεις της Μήδειας του Ευριπίδη" (διπλ. εργ. ΑΠΘ).

https://brill.com/view/book/9789004327412/BP000002.xml
https://books.google.gr/books?id=irYfAAAAIAAJ&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false
Boedeker, D. 1974. "Aphrodite’s Origin in an Indo-European Tradition," in Aphrodite's Entry into Greek Epic (Mnemosyne, Supplements 32), Brill.

https://books.google.gr/books?id=TZVsDwAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false
Dietrich, B. C. 1974. The Origins of Greek Religion, Berlin / New York.

https://www.jstor.org/stable/10.2979/jfemistudreli.30.1.43
Wallace, L. 2014. "Bearded Woman, Female Christ: Gendered Transformations in the Legends and Cult of Saint Wilgefortis," Journal of Feminist Studies in Religion 30 (1), pp. 43-63.

https://books.google.gr/books?id=iayJAAAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false
https://www.academia.edu/7581901/The_Mythology_of_Venus_in_the_Mycenaean_and_Classical_Era?fbclid=IwAR1QkizyFSvl0qs5amPxm5goTUGPCBqCgL-D1ZhTyZHwuaeAregjqECGJ7E

Benigni, H. 2013. The Mythology of Venus: Ancient Calendars and Archaeoastronomy, Univ. Press of America.

https://www.jstor.org/stable/497722
McK. Elderkin, K. 1925. "Aphrodite Worship on a Minoan Gem," AJA 29 (1), pp. 53-58.

https://www.jstor.org/stable/40267103
West, M. L. 2000. "The Name of Aphrodite," Glotta 76 (1./2.), pp. 134-138.

Jones, J. 2016. "The Bearded Woman of Abruzzi: a 17th-century hero of gender fluidity," The Guardian, <https://www.theguardian.com/artanddesign/jonathanjonesblog/2016/dec/08/bearded-woman-of-abruzzi-magdalena-ventura-jusepe-de-ribera-gender-hero?fbclid=IwAR0gdSU-KqEUapmFCGEoz28aGp6kUwcA0Ti0sz09a-xay3DOSY3NquUvPVI> (27 Fb. 2023).

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0cns8AZTT6igrE1LtZXZQU54UXGyTmGE6Ps1aWSEFTjZQXKYL83hgLoY3bopVyF7jl&id=100052896971032&__cft__[0]=AZUW09vErALN-eQFCpz2tL9APFceRp5eirDZep9r-fLk042cbFFRsLMM5zYegC5fbMfFJ-rGlGMl0p_EwPNlgX82Z7O1EX0XjS5HYlTjNMs9hlOWVTwxzNY7haDrX84sSnC5xr5GHuEnyRyp-Q99cxjJdUTDKagoItDPvgzzFBvUqw&__tn__=%2CO%2CP-R

http://pu.edu.pk/images/journal/archaeological/PDF/2_V7_19.pdf
Tadashi Tanabe. 2019. "Courtesan and Brothel in Gandharan Art," Ancient Punjab 7,  pp. 24-51.
signifies the entreaty, temptation, and courtship: σημαίνει την παράκληση, πειρασμό και ερωτοτροπία. 

Karageorghis, J. 2015. “Aphrodite, Goddess of Cyprus”, in the website: Kyprios Character. History, Archaeology & Numismatics of Ancient Cyprus: kyprioscharacter.eie.gr/en/t/AH

https://bora.uib.no/bora-xmlui/bitstream/handle/1956/24317/The%20transformations%20of%20the%20armed%20Aphrodite_Flemberg.pdf?sequence=1&isAllowed=y
Flemberg, J. 1995. "The Transformations of the Armed Aphrodite," in Greece & Gender, ed. B. Berggreen, N. Marinatos, Norske institutt i Athen for klassiske studier, arkeologi og kulturhistorie, pp. 109-122.

https://www.academia.edu/19940416/DIFFUSION_OF_THE_GREEK_GESTURE_OF_TOUCHING_ANOTHERS_CHIN_WITH_RAISED_HAND_IN_THE_EAST
Tadashi Tanabe. 2010. "Diffusion of the Greek Gesture of Touching another's Chin with raised hand in the  East," Parthica 12, pp. 81-94.

https://rune.une.edu.au/web/bitstream/1959.11/8794/9/open/SOURCE04.pdf
https://rune.une.edu.au/web/handle/1959.11/8794
McSweeney, G.1999. "The nature of the act of supplication" (thesis, Univ. of New England).

https://www.youtube.com/watch?v=q9FJKKCu4ck
What is SUPPLICATION in Ancient Greek Epic? Greek Myth Comix explaining Greek Myth and Literature

https://bmcr.brynmawr.edu/2019/2019.01.16/
Franceschini, M. 2019. Rev. of M. Pedrina, La supplication sur les vases grecs. Mythes et images, in  BMCR 2019.01.16, <https://bmcr.brynmawr.edu/2019/2019.01.16/> (13 March 2023).

https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/tragedy/page_026.html
Δανιήλ Ιακώβ, Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός, Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, s.v. Η ικεσία.

https://www.theaterst.upatras.gr/wp-content/uploads/2015/11/%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%95%CE%94%CE%A1%CE%99%CE%9F-%CE%A4%CE%95%CE%9B%CE%99%CE%9A%CE%9F.pdf
Αλεξοπούλου, Χ. 2015. "Η δραματική λειτουργία της έκφρασης του σώματος στον Ευριπίδη," στο Το αρχαίο ελληνικό θέατροκαι η πρόσληψή του, Πρακτικά του Δ´ Πανελλήνιου Θεατρολογικού Συνεδρίου, επ. Κ. Κυριακός, Πάτρα, σελ. 137-148.

https://hal.science/hal-01463089/document
Brillet-Dubois, P. 2011. "An Erotic Aristeia. The Homeric Hymn to Aphrodite and its Relation to the Iliadic Tradition," in The Homeric Hymns: Interpretative Essays, ed. A. Faulkner, pp. 105-132.

https://www.academia.edu/30679947/Erotic_Surrogacy_and_Destabilization_of_Subjectivity_in_Homers_Iliad
Gregory, A. . "Erotic Surrogacy and Destabilization of Subjectivity in Homer’s Iliad," <https://www.academia.edu/30679947/Erotic_Surrogacy_and_Destabilization_of_Subjectivity_in_Homers_Iliad> (15 March 2023).

https://chs.harvard.edu/chapter/part-iv-intertextuality-and-intratextual-sequences-10-the-rhetorics-of-supplication-and-the-epic-intertext-iliad-i-493-516/
Tsagalis, C. 2008. The Oral Palimpsest: Exploring Intertextuality in the Homeric Epics (Hellenic Studies Series 29), Washington, DC: Center for Hellenic Studies. http://nrs.harvard.edu/urn-3:hul.ebook:CHS_TsagalisC.The_Oral_Palimpsest.2008.

https://www.researchgate.net/publication/341987462_David_A_2020_Cupping_the_Chin_in_Amarna_Gottinger_Miszellen_260_53-62
David, A. 2020. "Cupping the Chin in Amarna," Göttinger Miszellen 260, pp. 53-62.

https://www.collegeart.org/pdf/artbulletin/Art%20Bulletin%20Vol%2050%20No%204%20Steinberg.pdf?fbclid=IwAR0EawZoCmUyDsQ1hajw8Gltw4eM-r827zdKt3PRIgF8nx0h7dCQN8y_8EQ
Steinberg, L. 1969. "Michelangelo's Florentine Pieta: The Missing Leg," The Art Bulletin 50 (4), pp. 343-353. 

https://egyptianexpedition.org/articles/a-throne-for-two-image-of-the-divine-couple-during-akhenatens-reign/
https://www.academia.edu/33343030/David_A_2017_A_Throne_for_Two_Image_of_the_Divine_Couple_During_Akhenaten_s_Reign_JAEI_14_1_10
David, A. 2017. "A Throne for Two: Image of The Divine Couple During Akhenaten’s reign," Journal of Ancient Egyptian Interconnections 14, pp. 1-10.

https://www.researchgate.net/publication/330442385_Aigaiakes_cheironomies_synomilias_kai_deeses_aigyptiakes_epirroes_kai_diachronikoteta
Kekes, G. 2016. "Αιγαιακές χειρονομίες (συν)ομιλίας και δέησης: αιγυπτιακές επιρροές και διαχρονικότητα," ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ ΙΒ ́ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΡΗΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ (Proceedings of the 12th International Congress of Cretan Studies), σελ. 1-13.

https://www.researchgate.net/publication/328902431_When_the_Body_Talks_Akhenaten's_Body_Language_in_Amarna_Iconography
David, A. 2017-2018. “When the Body Talks: Akhenaten's Body Language in Amarna Iconography,” JSSEA 44 (2017 – 2018), pp. 97-157.

https://www.academia.edu/105116506/The_Goddess_of_the_Eclipses
Benigni, H. 2023. "The Goddess of the Eclipses" S/HE: An International Journal of Goddess Studies 1 (1), pp. 139-173.

https://www.zora.uzh.ch/id/eprint/148216/1/Kipfer_2017_Visualizing_Emotions_of_the_Ancient_Near_East.pdf
Kipfer, S. 2017. “Visualizing Emotions in the Ancient Near East,” in Visualizing Emotions in the Ancient Near East (Orbis Biblicus et Orientalis 285), ed. S Kipfer, Academic Press Fribourg, pp. 1-24.

Zwickel, W. 2017. “ The Iconography of Emotions in the Ancient Near East and in Ancient Egypt,”  in Visualizing Emotions in the Ancient Near East (Orbis Biblicus et Orientalis 285), ed. S Kipfer, Academic Press Fribourg, pp. 95-123.

https://www.jstor.org/stable/20627617
Lebessi, A. 2009. "The Erotic Goddess of the Syme Sanctuary, Crete," AJA 113 (4), pp. 521–545.

https://www.archetai.gr/images/pdfs/bae/BAE_293.pdf
Χρηστάκης, Κ. 2013. Tο Ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης στη Σύμη Βιάννου, V Σημεία Κεραμέων (Βιβλιοθήκη της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 293), Αθήναι. 

https://ejournals.lib.uoc.gr/Ariadne/article/view/795/704
Αβαγιανού, Α. 2016-2018. "Έρως – Έρις: Aφροδίτη – Άρης. Σκέψεις για την προέλευση και την ουσία της «Αφροδίτης» στην περιοχή του Αιγαίου," Αριάδνη 23/24, σελ. 107-145.


DOI: 10.13140/RG.2.2.12781.50408


ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 040224
DOI: 10.13140/RG.2.2.12781.50408
https://www.researchgate.net/publication/392315919_EPELYS_E_APHRODITE_STO_AIGAIO