BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

ΤΟ ZAGHUNLUK ΩΣ ΠΥΛΗ ΕΙΣΟΔΟΥ ΕΠΙΡΡΟΩΝ ΣΤΟΝ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΧΩΡΟ


Προκειμένου να παράσχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των αλληλεπιδράσεων οι οποίες επηρέασαν τον Κινεζικό χώρο μέσω της Xinjiang, ζώνης διεπαφής με την Δύση, θα ανακεφαλαιώσουμε κρίσιμες σχετικές παρατηρήσεις μας σχετιζόμενες με την θέση του Zaghunluk πλησίον του Qiemo, στην έρημο Taklamakan. 

Ζώνες πολιτιστικής επιρροής στις στέπες μεταξύ του Βόλγα και των ορέων Altai, με ένδειξη της θέσεως του Zaghunluq (Anthony 2007, fig. 13.2)

Γενετικές έρευνες στις σωρούς του νεκροταφείου του οικισμού έχουν αποκαλύψει ότι κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου οι κάτοικοι ανήκαν στην Ευρωπαιοειδή φυλή του Μεσογειακού κλάδου, πιθανολογείται δε ότι είχαν μετοικήσει στην περιοχή διαθέτοντες ήδη στις αποσκευές τους ένα σύνολο προηγμένων πολιτιστικών χαρακτηριστικών: μόνιμη εγκατάσταση, αγροτο – κτηνοτροφική ενασχόληση, υφαντουργία κ.ά. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι μούμιες ανευρεθείσες στο Zaghunluk, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της ερήμου Taklamakan, διέθεταν γαλάζιους λίθους τοποθετημένους στην θέση των ματιών, ενώ το λεγόμενο κυανούν βρέφος έφερε και κάλυμμα κεφαλής έντονου κυανού χρώματος.[9_115] Ερευνητές έχουν αποδώσει στο κυανούν συμβολική συσχέτιση με την αθανασία είτε τον θρήνο, την συγκεκριμένη δε συνήθεια στο Qiemo ερευνητές έχουν θεωρήσει ως επιρροή από την Ανατολική Μεσόγειο (Αίγυπτο, Αιγαίο, Εγγύς Ανατολή).[9_116] 

Η μούμια του κυανού βρέφους

Πράγματι συχνά στον Όμηρο θεοί αλλά και ήρωες χαρακτηρίζονται ως κυανοχαίται, ήτοι ως διαθέτοντες κυανή κόμμωση,[387] ιδιαιτερότητα η οποία απαντάται και στην Αίγυπτο αλλά και την Εγγύς Ανατολή.[388] Η δημοφιλία του ιδιαίτερου και αφύσικου αυτού χρώματος για την κόμμωση φαίνεται επιβιώνουσα και μεταξύ των ποιητών της κλασικής περιόδου, ενώ ακόμη και ο Φειδίας εμφανίζεται να έχει υποκύψει στην γοητεία του.[389] Ο Griffith έχει υποστηρίξει ότι η Αιγαιακή αυτή στάση έναντι του κυανού οφείλεται σε Αιγυπτιακή επιρροή, λαβούσα χώραν κατά την περίοδο της XVIII δυναστείας, όμως δεν λείπει και η αντίκρουση επ’ αυτού.[390] Συσχέτιση με την Αίγυπτο αναγνωρίζεται από μελετητές και στην περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέως, Ιλ.18.564, όπου η εικονογράφηση, αποδίδουσα ιδιαίτερη θέση στο κυανούν, εκτιμάται ως παρόμοια με αυτήν του τάφου του αξιωματούχου Nakht, της XVIII δυναστείας.[391] Άλλωστε σε τελετουργικό κράνος από ‘κυανούς’ χαυλιόδοντες αγριοχοίρου προερχόμενο από την Μιδέα Αργολίδος των μέσων της δευτέρας χιλιετίας αποδίδεται επίσης ομοιότητα με φαραωνικές περούκες κυανού χρώματος.[392]

Αν και η επικρατούσα άποψη θεωρεί ότι ο ιδιαίτερος συμβολισμός του κυανού και η συσχέτισή του με το θείο συνιστά Αιγυπτιακή επιρροή ή, έστω, επιρροή από την Εγγύς Ανατολή, από την πλευρά μας διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις επ’ αυτού. Τούτο διότι ήδη από την τρίτη χιλιετία στα πλαίσια του Κυκλαδικού Πολιτισμού το κυανούν, όπως και το μαύρο, είχαν υιοθετηθεί για την απόδοση ή τον τονισμό ανατομικών λεπτομερειών μαρμάρινων ειδωλίων όπως τα μάτια, τα φρύδια, η κώμη και το ηβικό τρίγωνο.[393] Στην εικονογραφία της υπό Μινωική επιρροή Θήρας οι ξυρισμένες κεφαλές απεικονίζοντο κυανές, στην δε τοιχογραφία των κροκοσυλλεκτριών το κυανούν συσχετίζεται με την νεότητα.[394] Επιπρόσθετα το κυανούν είναι το χρώμα της κεφαλής του ψαρά του Ακρωτηρίου και, ακόμη πιο αξιοσημείωτο, συνδέεται με το θείο, δεδομένου ότι εμφανίζεται στην απεικόνιση της καθιστής θεάς της Ξεστής 3.[395] Στην ίδια την Αίγυπτο, συγκεκριμένα στις Μινωικές τοιχογραφίες της Αβάριος (Tell el-Dabca), το κυανούν υιοθετείται ως το χρώμα των ξυρισμένων κεφαλών των νέων, ακολουθώντας την Θηραϊκή σύμβαση.[396] Συμπερασματικά η υιοθέτηση του κυανού χρώματος για την κόμμωση των θεών, ημιθέων και ηρώων εμφανίζεται ως κοινό χαρακτηριστικό των πολιτισμών της Ανατολικής Μεσογείου, ενδεχομένως δε το αρχικό σημείο όπου του απεδόθη το συγκεκριμένο συμβολικό φορτίο να ευρίσκεται στην Εγγύς Ανατολή.

Δείγμα υφάσματος από το Zaghunluq (1000 π.Χ., <http://www.textileasart.com/ancient-asian-textiles-1082.htm>

Επανερχόμενοι στην κύρια αφήγησή μας σημειώνουμε ότι από το Zaghunluk προέρχονται μερικά από τα αρχαιότερα δείγματα υφασμάτων στην Κίνα χρονολογούμενα περί το 1000 π.Χ., διαθέτοντα ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων όπως γεωμετρικά, το θέμα των αντικρυστών τριγώνων, της κλεψύδρας ή τα παραπέμποντα στην καλαθοπλεκτική, ενώ δημοφιλή διακοσμητικά στοιχεία υπήρξαν επίσης η έλικα (δίνη), το κυματοειδές στοιχείο, ο κοχλίας, ο μαίανδρος, το δίγαμμα, το άγκιστρο κ.ά.[9_117] Στα υφαντά τους απαντώνται επιπρόσθετα μερικές από τις πλέον πρώιμες απεικονίσεις τοπίου στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, οι οποίες μάλιστα παραβάλλονται προς αυτές των υφαντών του - Ελληνικής συσχετίσεως - τύμβου 6 του Noin Ula.[9_117a]  Με την υφαντουργία συνδέεται επίσης ταφικό τεκμήριο το οποίο εμφανίζεται παρόμοιο με πολύ παλαιότερο Ελλαδικό. Πρόκειται για δύο σφονδύλια, προερχόμενα από τους τάφους 2 και 5, τα οποία φέρουν διακόσμηση τετραπλής έλικας, που παραπέμπει στο εικονογραφικό υπόδειγμα σφραγίδας από την Λέρνη της ΠΕ ΙΙ (CMS V 101 και 100), ενώ θυμίζει επίσης παρόμοιες συνθέσεις από τον πολιτισμό της Βακτρίας - Μαργιανής![9_118] Αν το εικονογραφικό πρότυπο του συγκεκριμένου σφονδύλου ευρίσκεται στον Ελλαδικό χώρο ή αλλού, ή αν πρόκειται για ανεξάρτητη επινόηση του καλλιτεχνικού θέματος στο Taklamakan αποτελεί ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί. Πάντως επαναλαμβάνουμε εδώ ότι η Barber έχει διατυπώσει την εκτίμηση ότι κατά την πρώιμη Εποχή του Χαλκού υπήρχε εμπορική σύνδεση Anau και Κεντρικής Ευρώπης, περιλαμβάνουσα ενδιαμέσως την Τροία και Θράκη, μέσω της οποία διεξήγετο εμπόριο υφαντικών σφονδύλων.[2_21]


Άτρακτοι με σφονδύλια φέροντα διακόσμηση σπειρών (Zaghunluq, 400-200 π.Χ., <http://www.zum.de/Faecher/G/BW/Landeskunde/rhein/kultur/museen/ma_reiss/ausst/seidenstrasse/zagunluk_spinn1.htm>)


Μερικά από τα ενδύματα τα οποία έφεραν οι μούμιες του Zaghunluq, και ευρύτερα του λεκανοπεδίου Tarim, διέθεταν σχεδίαση από διασταυρούμενες λωρίδες διαμορφωμένες σε πολύχρωμα τετράγωνα. Αυτό το χαρακτηριστικό από την Barber θεωρήθηκε ανάλογο με το χαρακτηρίζον υφασμάτινα τεκμήρια από τον πολιτιστικό κύκλο του Halstatt, της κεντρικής Ευρώπης (1200-800 π.Χ.), γεγονός το οποίο έχει οδηγήσει σε σειρά υπερβολικών εικασιών για την παρουσία Κελτών στην έρημο! [9_118aa0]  Όμως το διακοσμητικό θέμα των τετραγώνων, συνδεόμενο σήμερα κατ’ εξοχήν με τους Σκωτσέζους και τους Κέλτες, φαίνεται ότι διέθετε ευρύτατη διάδοση στο παρελθόν. Από την πλευρά μας, στα πλαίσια της από μέρους μας αναζητήσεως ενδεχόμενων Αιγαιακών κυρίως συσχετίσεων με την Xinjiang, σημειώνουμε ότι το θέμα υπήρξε γνωστό στον Ελλαδικό χώρο,[9_118aa1] αν και οι κλιματικές συνθήκες δεν έχουν ευνοήσει την διάσωση σχετικών τεκμηρίων. Πάντως στην περίφημη σφραγίδα του Μυκηναίου Γρύπα Πολεμιστή της Πύλου δύο από τους εικονιζόμενους χαρακτήρες διαθέτουν ζώματα (ήτοι κοντές φούστες) με το εδώ σχολιαζόμενο θέμα,[9_118aa2] ενώ το ίδιο υπονοείται και σε νεώτερο γλυπτό από την Αλικαρνασσό.[9_118aa3] 
Παράσταση μάχης από την σφραγίδα του Γρύπα Πολεμιστή Πύλου (https://aristomenismessinios.blogspot.com/2019/02/the-combat-agate-from-grave-of-griffin.html)

Από τον τάφο 3 του Zaghunluq έχει ανασκαφεί φαιό κωνικό καπέλο από τσόχα (ερέα) χρονολογούμενο μεταξύ πέμπτου και τρίτου αι. π.Χ., το οποίο θυμίζει αυτό του Robin Hood![9_118a1] Η τσόχα θεωρείται ότι ανακαλύφθηκε από τους Σουμερίους, συνδέεται δε με τους νομαδικούς πληθυσμούς των στεπών, ενώ δεν λείπει και από το Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού, όπου χρησιμοποιήθηκε στους θαλάμους ναυτικών σκαφών (ίκρια),[9_118a2] αλλά και στην κατασκευή τύπου κράνους.[9_118a3] Το σχολιαζόμενο εδώ φαιοκόκκινο κάλυμμα κεφαλής του Zaghunluq, όπως και πλήθος άλλων ανασκαφέντων στην ίδια θέση θεωρούνται ως αποδεικτικά πολλαπλών επιρροών.[9_118a4] Πράγματι τα καπέλα αυτά εμφανίζουν ομοιότητες με καλύμματα κεφαλής νομάδων, όπως του Χρυσού Πολεμιστού του τύμβου Issyk ή Σκυθών όπως αυτοί αναπαρίστανται σε φιάλη του Ελληνικής επιρροής τύμβου Kul Oba στον Βόσπορο,[9_118a5] με τους Ελληνικούς καλάθους τους συνδεδεμένους με την λατρεία της Δήμητρας,[9_38]  αλλά και τον Ελληνικό – επίσης – πίλο του πέμπτου / τετάρτου αι. π.Χ. όπως αυτός κοσμεί την κεφαλή αναθηματικού αγαλματιδίου βοσκού από την Λυκόσουρα Αρκαδίας,[9_118a6]  κ.ά.

Αναθηματικό αγαλματίδιο βοσκού με πίλο από την Λυκόσουρα Αρκαδίας

Πίλος με φτερά από το Loulan

Η ίδια θέση φαίνεται ότι απετέλεσε πύλη εισόδου στην Κίνα της συνήθειας να τοποθετείται στον νεκρό ταινία σταθεροποιήσεως του στόματος σε κλειστή θέση (Ομηρική οθόνη), έθιμο συσχετιζόμενο μεταξύ των άλλων με την Μυκηναϊκή Ελλάδα. Πράγματι ως παλαιότερο σχετικό εύρημα στον μετέπειτα Κινεζικό χώρο θεωρείται το προερχόμενο από την πολλαπλή ταφή 85Μ2 στην θέση Zaghunluk,[9_90] ενώ αναφέρονται και άλλα νεώτερα (Jumbulak, Niya, Yingpan, Sampula).[9_91 ] Άλλωστε ο οικισμός έχει δώσει ευρήματα συγγενή προς αυτά του Chawuhugou, σε κεραμεικά τεκμήρια του οποίου η Debaine-Francfort έχει αναγνωρίσει Ελληνική επιρροή. Ιδιαίτερη σημασία επίσης αναγνωρίζεται στο γεγονός ότι στην θέση έχουν ευρεθεί άρπες οι οποίες χρονολογούνται στους τελευταίους αιώνες π.Χ.[9_119] και εμφανίζουν ομοιότητα με άλλες από τους τάφους του Pazyryk αλλά και της Ολβίας Ποντικής![9_120] 

Τετραπλή σπείρα από εγχάρακτο σφονδύλι του Zaghunluk (αριστερά), από σφραγίδα της Λέρνης (CMS V 101, δεξιά)

Η τελευταία αυτή άρπα, του οριζόντιου γωνιακού τύπου, ευρέθη σε τάφο στην περιφέρεια της Ολβίας Ποντικής, ο οποίος αποδόθηκε σε ευγενή των Σαρματών της ύστερης Σκυθικής περιόδου, μάλιστα δε στην περίοδο μετά την υποχώρηση της Ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή. Σημειώνεται όμως ότι και υπό την Σκυθική (ή Σαρματική) εξουσία οι εκεί πολιτικές οντότητες διατήρησαν τα οργανωτικά και άλλα στοιχεία της προηγηθείσας Ελληνικής.[9_121] Πιθανολογείται ότι κατά την υπόψη περίοδο στον Βόσπορο βασίλευε ο Τιβέριος Ἰούλιος Κότυς Α' Φιλόκαισαρ Φιλορωμαῖος Eὐσεβής, ως υποτελής των Ρωμαίων.[9_122] O Κότυς υπήρξε απόγονος, από την μία πλευρά, των Μακεδόνων βασιλέων Αντιγόνου Α του Μονοφθάλμου και Σελεύκου Α του Νικάτορος. Τα ευρήματα τα σχετικά με την ύστερη Σκυθική περίοδο μαρτυρούν έντονη την Ελληνική επίδραση ενώ υπογραμμίζουν την κινητικότητα και τις αλληλεπιδράσεις με μακρυνά πολιτιστικά σχήματα. Έτσι φυλακτά παραπέμπουν σε ευρήματα του Χρυσού Λόφου (Tillya Tepe),[9_123] εμβλήματα – σφραγίδες αναφέρεται ότι εμφανίζουν στοιχεία από την Ευρωπαϊκή Σαρματία, το Παντικάπαιον, ακόμη και την Βακτρία.[9_124] Η νεκρόπολη του Ust’-Al’ma στην ΝΔ Κριμαία παρέχει επίσης πληθώρα τεκμηρίων για την έκταση της Ελληνικής επιρροής όπως την απόθεση στους τάφους Ελληνικής παραδόσεως λυχνιών,[9_125] την δημοφιλία ταφικών αναθημάτων του Διονυσιακού,[9_126] ή θαλάσσιου θεματολογίου,[9_127] ενώ αξιοσημείωτη είναι η ανεύρεση στην κρύπτη 820 του Ust’-Al’ma πολυεδρικής χάνδρας παρόμοιας με ευρεθείσες στον γεωγραφικό χώρο της Κίνας.[9_128]

Μετάλλιο – φάλαρο με παράσταση σατύρου και μαινάδας (Noin Ula)

Η έντονη Ελληνική επιρροή επί των Σκυθών – Σαρματών - Σακών, ισχυρή και κατά την ύστερη περίοδο, αναφέρεται εδώ προκειμένου να στηρίξει την υπόθεση ότι, ενδεχομένως, η άρπα της Ολβίας – παρόμοια αυτών στην Κίνα – απετέλεσε επίσης πολιτιστικό δάνειο από τους πρώτους, άποψη που έχει υποστηριχθεί και από άλλους ερευνητές.[9_129] Άλλωστε είναι στην Χερσόνησο Taman (άλλως του Κιμμερίου Βοσπόρου ή της Ηώνης) όπου πρόσφατα ευρέθη η αρχαιότερη Ελληνική λύρα,[9_130] η οποία προηγείται χρονικά της ανασκαφείσας στην Πειραϊκή νεκρόπολη αλλά και αυτής από τον Τάραντα!

Χάρτης δεικνύων την περιοχή όπου επαίζοντο οι οριζόντιες γωνιακές άρπες περί το 500 π.Χ. (διαγραμμισμένη περιοχή είναι η επικράτεια των Αχαιμενιδών, Lawergren, 2003b, fig. 10b)

Στο Xiangbaobao, το οποίο - όπως και η Shanpula - θεωρείται πολιτιστικά συγγενές προς το Zaghunluk,[9_131] γενετικές έρευνες αποκάλυψαν ότι οι κάτοικοι κατά την Εποχή του Σιδήρου διέθεταν ‘δυτικά χαρακτηριστικά τα οποία συγγενεύουν τόσον με αυτά της σύγχρονης Aνατολικής Μεσογείου όσον και με των αρχαίων Σακών των υψιπέδων του Pamir εντός των ορίων της τότε ΕΣΣΔ’.[9_132] Ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετικά η άποψη του Francfort ότι το Zaghunluk απετέλεσε μέρος ενός ολόκληρου πολιτιστικού σχήματος στην δυτική πλευρά του λεκανοπεδίου Tarim, οι δε κάτοικοί του εμφανίζονται από πολιτιστική άποψη ως εξάδελφοι των Σκυθών / Σακών της Κεντρικής Ασίας.[9_133]
Διάφορες άρπες: Pazyryk, Ολβία, Zaghunluq & Yanghai

Καταλήγοντας υπογραμμίζουμε ότι στην περίπτωση του Zaghunluk απαντώνται σχεδόν όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι συμμετείχαν στην διάχυση των πολιτιστικών επιδράσεων που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην διαμόρφωση εν συνεχεία του Κινεζικού πολιτισμού: η μετανάστευση πολιτιστικά προηγμένων φυλετικών ομάδων, η εμπορική και άλλη επαφή με τους νομάδες και μέσω αυτών με μακρυνούς πολιτισμούς (της Ελληνικής Μαύρης θάλασσας, τον Περσικό, την Βακτρία κ.ά.) κ.ά...

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
9_115. Barber 2014, p. 34, fig. 4.7.
9_116. Chouinard 2015; Griffith 2005, p. 334. Για το συμβολικό φορτίο του κυανού στο προϊστορικό Αιγαίο και την Αίγυπτο βλ. επίσης Κονιδάρη (Κονιδάρης 2019, § 7.2, σελ. 110-111).
387. Griffith 2005. Ζεύς (Il.1.528, Il.17.209), Ήρα (Il.15.102), Διόνυσος (Hymn. Hom. 7 [Bacch.] 5), Ποσειδών (Il.13.563), Άδης (Hymn. Hom. 2 [Cer.] 347, cf. Eur. Alc. 261), Βορέας (Il.20.224), Έκτωρ
(Il.22.402), Οδυσσεύς (Od.16.176, Od.6.231).
388. Griffith 2005.
389, Αναφέρεται ότι ο Φειδίας σκόπευε να βασίσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός της Ολυμπίας στην περιγραφή του στίχου Il.1.528:
ἦ καὶ κυανέῃσιν ἐπ᾽ ὀφρύσι νεῦσε Κρονίων:.’ όπου o Ζεύς κάνει νεύμα στην Θέτιδα δηλωτικό της συγκατανεύσεώς του για την έμμεση υποστήριξη του Αχιλλέως.
390. Griffith 2005. Αρνητική κριτική έχει εκφράσει ο Bajema (Bajema 2012, p. 409).
391. Moret 1912, p. 244; Griffith 2005, p. 331, n. 19.
392. Griffith 2005, p. 333, n. 32.
393. Hendrix 1998. Βλ. επίσης Cycladic Art 2004; Color in Cycladic Art 2015. Στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης εκτίθεται η υπ’ αρ. 592 φιάλη της ΠΚ ΙΙ περιόδου με ίχνη κυανού χρώματος (http://www.cycladic.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=915&cnode=35&clang=1).
394. Sheng-chieh Hsu 2012, p. 93; Ceremonies 2015. Πρόκειται για νεαρά κροκοσυλλέκτρια από το δωμάτιο 3α στην Ξεστή.
395. Sheng-chieh Hsu 2012, p. 94, fig. 2.
396. Bietak 1966, p. 76; Cole 2010, p. 123.
9_117. Bellezza 2018; Francfort 1998, p. 46; Xiaojuan Mao 2018. Βλ. επίσης σημ. 9_85.
9_117a. Οι τύμβοι στο Noin Ula της σημερινής Μογγολίας χρονολογούνται στους τελευταίους αιώνες π.Χ., απετέλεσαν δε την τελευταία κατοικία αριστοκρατών Ούννων νομάδων (Xiongnu), σε  αυτούς δε αφθονούν τα τεκμήρια Ελληνικής πολιτιστικής επιρροής.
9_118. Francfort 1998, p. 53, fig. 24.
9_118aa0.  King 2006.
9_118aa1.  Stocker and Davis 2017, n. 19.
9_118aa2.  Stocker and Davis 2017, fig. 14.
9_118aa3. Higgs 1998, p. 245, fig. 4. Το ακέφαλο σήμερα γλυπτό αρ. 1102 γυναικείας μορφής τηρείται στο Βρετανικό Μουσείο (GR 1870.3-15.1).
9_118a1. Williams 2012, p. 66, table 1: C.
9_118a2. Barber  1991, pp. 344-345.
9_118a3. Salimbeti 2018. Παράβαλε το κράνος του Μηριόνη, Hom. Il. 10.265.
9_118a4. Williams 2012, p. 89, figs. 20, 21.
9_118a5. Williams 2012, p. 88, fig. 19.
9_118a6. Jost 1975, fig. 7. Βλ. Μουσείο Λούβρου <https://www.louvre.fr/en/oeuvre-notices/shepherd>.
2_21. Barber 1991, p. 308.
9_90. Müller 2003, pp. 45-46. Η θέση Zaghunluk έχει δώσει ευρήματα συγγενή προς αυτά του Chawuhugou, σε κεραμεικά τεκμήρια του οποίου η Debaine-Francfort έχει αναγνωρίσει Ελληνική επιρροή (Debaine-Francfort 1989, p. 185, fig. 3:3, 4, 6, n. 7). Υπενθυμίζεται επίσης η απεικόνιση τοπίου σε υφαντά του Zaghunluk περί της οποίας βλ. προηγουμένως καθώς και την σημ. 9_83.
9_91. Müller 2003, pp. 53-54, 61. Οθόνες παραπλήσιες αλλά όχι ταυτιζόμενες με τις ανωτέρω ευρέθησαν και στην σωρό του πρίγκηπα Marquis Yi του κρατιδίου Zeng (Hubei) ταφέντος περί το 400 π.Χ.
9_119. Xie Jin 2005. Το 1996 στο Zagunluk (Qiemo της Xinjiang) ανεσκάφησαν δύο ξύλινες άρπες του 5ου αι. π.Χ., το δε 2003 στο Shanshan (ομοίως της Xinjiang) εντοπίσθηκαν άλλες 3 που χρονολογήθηκαν στο 1000 π.Χ. περίπου (;).
9_120. Lawergren 1990; 2010, p. 123; Симоненко / Simonenko 1999, fig. 2. Εκτός από το τεκμήριο από το Pazyryk στα όρη Altai, χρονολογηθέν περί το 350 π.Χ., άλλη μία άρπα ευρέθη σε τάφο του πλησίον ευρισκομένου Bashadar.
9_121. Симоненко / Simonenko 1999, p. 249.
9_122. Симоненко / Simonenko 1999, p. 249.
9_123. Симоненко / Simonenko 1999, p. 245.
9_124. Симоненко / Simonenko 1999, p. 249. Πρόκειται για τα λεγόμενα tamga, εγχάρακτα εμβλήματα Σαρματικών φατριών.
9_125. Chrzanovski and Zhuravlev 1998, p. 18.
9_126. Пуздровский / Puzdrovsky 2007, pl. 15: 4, pl. 6: 7.
9_127. Пуздровский / Puzdrovsky 2007, pl. 14: 6. Τα θέματα από τον θαλάσσιο κόσμο όπως δελφίνια κ.ά. υπήρξαν δημοφιλή στην Ελληνιστική τέχνη.
9_128. Пуздровский / Puzdrovsky 2007, pl. 14: 5.
9_129. Lisovoi and Alpatova 2016, p. 30.
9_130. Whelan 2018. Η λύρα χρονολογήθηκε στον έκτο αι. π.Χ., η Πειραϊκή στον πέμπτο ενώ αυτή από τον Τάρραντα στον τρίτο / δεύτερο. Η Κριμαϊκή λύρα ευρέθη στην νεκρόπολη ‘Wave-1’, αποτελεί δε παραλλαγή του τύπου ‘τριγώνου’. Βεβαίως υπάρχει το μαρμάρινο εδώλειο του αρπιστή της Κέρου της Πρώιμης Κυκλαδικής περιόδου.
9_131. Vigo 2004, p. 340, table I.
9_132. Han Kangxin 1994, p. 4.
9_133. Francfort 1998, p. 46.

ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Xiaojuan Mao. 2018. “Study on Woolen Clothing and Pattern Unearthed in Zagunluk Cemetery in Qiemo County of Xinjiang,” Asian Social Science 14 (5), pp. 95-103.

Anthony, D. W. 2007. The Horse, the Wheel, and Language: How Bronze-Age Riders from the Eurasian Steppes Shaped the Modern World, Princeton and Oxford.

Williams, A. 2012. “Ancient Felt Hats of the Eurasian Steppe,” Sino-Platonic Papers 228, pp. 66-93.

Salimbeti, A. 2018. The Greek Age of Bronze: Early Helmets, < http://www.salimbeti.com/micenei/helmets1.htm> (21 July 2019).

Barber, E. J. W.  1991. Prehistoric Textiles: The Development of Cloth in the Neolithic and and Bronze Ages, with Special Reference to the Aegean, Princeton University Press.

Jost, M, 1975. "Statuettes de bronze archaïques provenant de Lykosoura", Bulletin de Correspondance Hellénique 99, pp. 341-343.

Κονιδάρης, Δ. 2019. Ο Πρώιμος Αιγυπτιακός Πολιτισμός και οι Αλληλεπιδράσεις με το Αιγαίο, Αθήνα.

Color in Cycladic Art = The use of colour in Cycladic art. Museum of Cycladic Art. http://www.cycladic.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=resource&cresrc=138&cnode=40&clang=1 (July 2015).

Capart, J. 1905. Primitive Art in Egypt, trans. A. S. Griffith, London.

Moret, A. 1912. Kings and Gods of Egypt, New York and London.

Hendrix, E. A. 1998. “Painted Ladies of the Early Bronze Age,” The Metropolitan Museum of Art Bulletin 55 (3), pp. 4-15.

Sheng-chieh Hsu, F. 2012. “Ritual Significance in Mycenaean Hairstyles,” Chronika 2, pp. 92-102.

Ceremonies = Ceremonies in The Bronze Age on the Aegean Islands. Foundation of the Hellenic World,
<http://www.fhw.gr/chronos/02/islands/en/religion/ceremony/index.html> (July 2015).

Bietak, M. 1966. Avaris: The Capital of the Hyksos. Recent Excavations at Tell el-Dabca, British Museum Press.

Cole, S. 2010. “The Wall Paintings of Tell el-Dab’a: Potential Aegean Connections,” Pursuit - The Journal of Undergraduate Research at the University of Tennessee 1 (1), Article 10, pp. 103-136.

Stocker, S. R., and J. L. Davis. 2017. “The Combat Agate from the Grave of the Griffin Warrior at Pylos,” Hesperia: The Journal of the American School of Classical Studies at Athens 86 (4), pp. 583-605.

Higgs, P. 1998. “After the Mausoleum: Hellenistic Sculptures from Bodrum in the British Museum,” in Regional Schools in Hellenistic Sculpture, Proceedings of an International Conference held at the ASCSA (Oxbow Monograph 90), ed. O. Palagia and W. Coulson, pp. 243-252.

King, D. 2006. “Greeks in the East,” Independent, < http://phdiva.blogspot.com/2006/08/greeks-in-east.html> (25 July 2019).


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ απο το βιβλίο Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ, διατιθέμενο από την lulu.com και τον συγγραφέα (omada5a3@gmail.com)

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Ο ΠΡΩΙΜΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

(THE EARLY EGYPTIAN CIVILISATION AND ITS AEGEAN AFFINITIES)


ΣΥΝΟΨΗ
Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός ανεπτύχθη κατ’ αρχήν στην Άνω Αίγυπτο για να περιλάβει, αργότερα, και την Κάτω, όταν οι γεωλογικές συνθήκες έγιναν φιλικώτερες. Θεωρείται από τους αρχαιότερους στην ιστορία και περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών οι οποίοι ήσκησαν την εντονώτερη και διαρκέστερη επίδραση στους λοιπούς πολιτισμούς. Ο κλάδος της Αιγυπτιολογίας εκτιμάται ότι ιδρύθηκε από τον Petrie, στην συνέχεια δε κοσμήθηκε από μια ολόκληρη σειρά ανασκαφέων και μελετητών. Η ίδρυση ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος οργανώσεως της χώρας, η εγκαθίδρυση φορολογικού συστήματος, η υιοθέτηση του ημερολογίου των 365 ημερών, η γραφή και η τήρηση βασιλικών αρχείων, καθώς και η λήψη μέτρων για την θρησκευτική - ιδεολογική ομογενοποίηση της χώρας περιλαμβάνονται μεταξύ των σημαντικώτερων επιτευγμάτων του. Ως αποτέλεσμα ο πολιτισμός αυτός ανεπτύχθη σε έξοχο επίπεδο, χαρακτηρίσθηκε δε από υψηλό καλλιτεχνικό αίσθημα, το οποίο αποτυπώθηκε στην ιδιαίτερη εικονογραφία του.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Δημήτριος Ν. Κονιδάρης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1954, όμως η καταγωγή του κρατά από την Λευκάδα και την Ναυπακτία. Είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Δρ. Ε.Μ.Π. και Οικονομολόγος του Οικονομικού της Νομικής του Ε.Κ.Π.Α. Εργάστηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας Μηχανικός καθώς και στην Δ.Ε.Η. Στα πλαίσια της ερευνητικής δραστηριότητάς του στον κλάδο του Ενεργειακού Μηχανικού έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων και έχει δημοσιεύσει σειρά ερευνητικών εργασιών. Είναι μέλος του ΤΕΕ και του Ινστιτούτου Ηλ/γων και Ηλ/κών Μηχανικών (SM IEEE), διατηρεί δε ιστοσελίδες στην θέση https://independent.academia.edu/dimkonidaris και https://dnkonidaris.blogspot.com/. Το παρόν βιβλίο, τρίτο από μια σειρά εργασιών για την σχέση του Αιγαίου με τους μεγάλους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού, ακολουθεί τα: Οι Χετταίοι και ο Κόσμος του Αιγαίου (Ινφογνώμων 2016) και Ο Κινεζικός Πολιτισμός και οι Ελλαδικές επιδράσεις (αυτοέκδοση 2019), αποτελεί δε καρπό του ενιαφέροντός του για την γνώση του παρελθόντος και μάλιστα των προγόνων. Υπογραμμίζεται ότι η κριτική και η υποβολή σχολίων για το παρόν έργο ενθαρρύνεται σφόδρα, με σκοπό την βελτίωσή του και την προσέγγιση στην επιστημονική αλήθεια (διεύθυνση επικοινωνίας konidaris@ieee.org).





ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ vi
Σύνοψη ix
1. Ο γεωγραφικός δυισμός της Αιγύπτου 1
2. ‘Ονομάτων επίσκεψις’ 5
3. Αγγειοπλαστική 11
3.1 Badari και Κνωσσός της Μέσης Νεολιθικής 11
3.2 Naqada και Κνωσσός της Πρώιμης και Τελικής Νεολιθικής 13
3.3 Κεραμεική της Βασιλικής 16
3.4 Μελανοστεφής κεραμεική 17
3.5 Κύλικες και σκευομορφισμός 18
3.6 Κεραμεική με πλαστική διακόσμηση κομβίων 21
3.7 Κεραμεική της Αβύδου 22
3.8 Κεραμεική με αυλακωτή επιφάνεια 25
3.9 Μικροσκοπικά αγγεία 26
3.10 Σύνοψη 27
4. Λιθογλυπτική 31
5. Κυκλαδική Συσχέτιση 41
5.1 Γενικά 41
5.2 Ομοιότητα ναυτικών σκαφών και παραστάσεων 41
5.2.1 Το σύμβολο ιχθύος επί πλοίου 42
5.2.2 Οικισμός Στρόφιλα Άνδρου 44
5.2.3 Οικισμός Κεφάλας Πετρά 45
5.2.4 Διακοσμητική πλοίων 46
5.1 Η πολλαπλή προεξοχή πρύμνης/πλώρης, η οριζόντια διαγράμμιση λέμβων 48
5.2.5 Εμβλήματα επί στυλίδων 53
5.3 Neith και Αθηνά 56
5.5 Σχόλια 59
6. Όψεις πρώιμης Αιγαιακής ολοκληρώσεως & Αιγυπτιακή συσχέτιση 61
6.1 Γενικά 61
6.2 Το σπήλαιο του Ευριπίδου 62
6.3 Το σπήλαιο της Αμνισού 63
6.3.1 Το όνομα της Ειλειθυίας 65
6.4 Το ιερό της Ελευσίνος 67
6.5 Καταληκτικά σχόλια 73
7. Υαλώδη υλικά – Καινοτομία, απομίμηση, διασυνδέσεις 79
7.1 Εφυάλωση στεατίτη 79
7.2 Χρωστική Αιγυπτιακού κυανού 81
7.3 Φαγεντιανή 83
8. Θρησκευτικές Ομοιότητες 87
9. Η  Ιατρική στην Αίγυπτο και το Αιγαίο 97
10. Καλλιτεχνική έκφραση και Λοιπές Συσχετίσεις 101
10.1 Ειδώλια 101
10.2 Ένδυση 113
10.3 Tehenu 115
10.4 Σφραγίδες 116
10.5 Θολωτοί τάφοι 121
10.6 Κάνθαροι ή σκαραβαίοι 123
10.7 Λίθινες σκάφες και μικροαντικείμενα 125
10.8 Το σύμβολο του όρους 127
10.9 Εμπόριο μετάλλων και λοιπών πρώτων υλών 128
10.10 Ολίγα περί τοιχογραφιών 134
10.11 Αρχιτεκτονική συσχέτιση 136
11. Κλωστοϋφαντουργία 143
12. Πρώτη Ενδιάμεση Περίοδος και Μέσο Βασίλειο 151
12.1 Πολιτική και θρησκεία 151
12.2 Σφίγγες 156
12.3 Θησαυρός Tôd 156
12.4 Διακοσμητικά θέματα 163
12.5 Κεραμεική 166
12.6 Ξένοι στην Αίγυπτο 167
12.6.1 Αιγαίο και Σινά - Αραβία 170
12.7 Ο θυριδωτός πέλεκυς στο Αιγαίο και την Αίγυπτο 180
12.8 Σχόλια 182
13. Καταληκτικές παρατηρήσεις και σχόλια 185
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 197
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 288
ΕΙΚΟΝΕΣ 398
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ 407
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ 409

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Ναυτικός κλάδος της Οδού του Μεταξιού 

(Maritime Silk Route - general)

         Στα προηγούμενα έχουμε αναφερθεί στην ανεύρεση στην Αλεξάνδρεια υπό τον Καύκασο (Begram ;) και σε διάφορες θέσεις πλησίον ή εντός του Κινεζικού χώρο τεχνουργημάτων τα οποία επίσης απαντώνται στον Ινδικό λιμένα Arikamedu. Αυτός ο λιμένας ευρίσκεται στην νοτιο-ανατολική ακτή της Ινδικής χερσονήσου, από δε τον Wheeler έχει ταυτοποιηθεί με την Πωδούκη του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης, Periplous.60, και θεωρήθηκε ως εμπορικός σταθμός των Yavana (Ιώνων ήτοι Ελλήνων). Στην Πωδούκη έχουν εντοπισθεί τεκμήρια εμπορικών επαφών της με την Κώ, Κνίδο και Ρόδο ήδη από τον πρώτο αι. π.Χ. ή και παλαιότερα,[10_39] με την σκυτάλη να αναλαμβάνουν αργότερα πόλεις της Ιταλικής Χερσονήσου.[10_40] Η ίδια ναυτική θέση διακρίνεται για την εκεί ανασκαφή ενός ιδιαίτερου τύπου κεραμεικής φέροντος διακόσμηση μέσω τόρνου ή λεπίδας (rouletted ware, RW),[10_41] ο οποίος – όμως - είναι κοινός στην κλασική Ελληνική κεραμεική (Αττική μελανόμορφη), στην Ελληνιστική και, εν συνεχεία, στην Ρωμαϊκή.[10_42] Εκτιμάται ότι ενδεχομένως η συγκεκριμένη διακόσμηση βρήκε τον δρόμο της στην Ινδική μέσω της εμπορικής επαφής της Πωδούκης με τους Ελληνιστικούς οικισμούς της Ερυθράς Θαλάσσης, όπου επίσης ανευρίσκεται.[10_43]

Ναυτικός κλάδος της Οδού του Μεταξιού

Δείγματα όμως της Αττικής μελανόμορφης κεραμεικής φαίνεται ότι έχουν ανασκαφεί και στην θέση Bukit Tengku Lembu της Μαλαϊκής Χερσονήσου σε στρώματα της εκεί νεολιθικής! Σύμφωνα με την αναφορά του Corbet, εφόρου του τμήματος Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Βρεττανικού Μουσείου,  τα εξετασθέντα δύο θραύσματα διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά της Aττικής μελανόμορφης . . . Σε κάθε περίπτωση αν το θραύσμα δεν είναι Αττικό είναι σίγουρα Ελληνικό . . . τα πλησιέστερα παράλληλα προέρχονται από τον Θόλο των Αθηνών, βλ. τον σκύφο με αρ. Inv. No. P 12,389 (Hesperia Suppl. IV, fig. 98:a; Williams-Hunt 1952, pp. 186-187).

Aττικός μελανόμοεφος σκύφος από τον Θόλο

Σημειώνεται ότι το Arikamedu, το οποίο παρήγαγε την λεγομένη RW κεραμεική ήδη πρίν την Ρωμαϊκή περίοδο, είναι επίσης γνωστό για την εκεί ανεύρεση της ‘Ρωμαϊκής’ κεραμεικής η οποία συχνά αναφέρεται ως Αρέτιο ή Αρέτσο ή terra sigillata. Η κεραμεική αυτή βασίζεται σε υποδείγματα Σαμιακής αγγειοπλαστικής, πρόκειται δηλαδή και πάλι για Ελληνικής εμπνεύσεως τεχνουργήματα, έχει δε επίσης συσχετισθεί με τις λεγόμενες ημισφαιρικές φιάλες των Μεγάρων (Britannica on line, s.v. Megarian bowl: pottery: Hellenistic period).[10_16]

Ημισφαιρική φιάλη τύπου Μεγάρων (BM 1865,0720.30)

Σημειώνεται ότι και η ονομασθείσα Βόρεια Μελανόμορφη Στιλβωτή Κεραμεική (NBP), ανακαλυφθείσα αρχικώς στα Τάξιλα και χαρακτηρισθείσα ως Ελληνική, εμφανίσθηκε επίσης στην κοιλάδα του Γάγγη (περιοχή Bihar) κατά την περίοδο μεταξύ εβδόμου και πέμπτου αι. π.Χ.,[10_44] ενώ Ελληνικής εμπνεύσεως έχει θεωρηθεί και η κομβιωτή κεραμεική με ομφαλό, απαντώμενη στην Ινδική υποήπειρο κατά τον τρίτο και δεύτερο αι. π.Χ.[10_45] Σε συμφωνία με τα παραπάνω έχουν ανασκαφεί τεκμήρια τα οποία πιστοποιούν την ένταξη λιμένων και της Μαλαϊκής Χερσονήσου στο δίκτυο της ναυτικής Οδού του Μεταξιού, όπου επίσης παρέχονται στοιχεία έμμεσης Ελληνικής επιρροής.[10_46] Πράγματι δύο ορειχάλκινα πτηνόμορφα ειδώλια από το Khao Sam Kaeo, έχουν το πιθανό παράλληλό τους σε τεκμήριο από τα Τάξιλα. Σημειώνεται ότι το Khao Sam Kaeo, παράλια πόλη πλησίον του ποταμού Tha Tapao Rive στην σημερινή Ταυλάνδη, συμμετείχε στην ναυτική Οδό του Μεταξιού και ήταν ενεργό στο εμπόριο με την Κίνα των Han! Στην ίδια θέση έχουν ευρεθεί ορειχάλκινα τύμπανα του πολιτιστικού κύκλου Dong Son, κοσμήματα υιοθετούντα την τεχνική της χρυσοκεντήσεως (λεπτή και περίτεχνη διακόσμηση με περιελιγμένο σύρμα, filigree), το διακοσμητικό θέμα σπείρας τύπου S (παραπέμπον στα Τάξιλα), πολυεδρικές χάνδρες κ.ά. Ήδη από το 500 π.Χ. εκτιμάται ότι η ΝΑ Ασία είχε ενταχθεί σε μείζον εμπορικό δίκτυο συνδεόμενη με την Κίνα, την Ινδία, την Περσία και τον κόσμο της Μεσογείου.[10_47] Θραύσματα αγγείων από μωσαϊκή ύαλο, πιθανότατα Ελληνιστική, έχουν ευρεθεί και στο Phu Khao Thong, επίσης στην Μαλαϊκή Χερσόνησο (σημερινή Ταυλάνδη).[10_48] Μάλιστα η Χερσόνησος ήταν γνωστή στον Κλαύδιο Πτολεμαίο ως Χρυσή, Ptol.Geogr.7.2.5, 17, η δε γνώση του αυτή φαίνεται ότι βασιζόταν σε παλαιότερες εμπειρίες πλοιάρχου ονόματι Αλεξάνδρου, οι οποίες ήταν γνωστές και στον Μαρίνο τον Τύριο![10_49] 

Κεραμεικό RW από το Arikamedu

Πέραν αυτών, η ανακάλυψη του Παπύρου της Βιέννης (Papyrus Vindobonensis G 40822)[10_50] αλλά και κείμενα της λογοτεχνίας των Tamil έχουν παράσχει και γραπτές μαρτυρίες για την λειτουργία ευρύτατου εμπορικού δικτύου, περιλαμβάνοντος πέραν της ηπειρωτικής Οδού του Μεταξιού και ναυτική σύνδεση με την Ινδική και την Μαλαϊκή Χερσόνησο. Πράγματι στον προαναφερθέντα ελληνικό πάπυρο του δευτέρου αι. μ.Χ. έχουμε αναφορά σε σύμβαση όπου εισαγωγέας από την Αλεξάνδρεια προτίθεται να εισάγει αρωματικές ύλες, ελεφαντοστούν και ύφασμα. Το φορτίο θα μεταφερθεί εν τω Ερμαπόλλωνι πλοίω από τον λιμένα Μουζιρίς της Δυτικής ακτής της Ινδίας (σύγχρονο Pattanam;),[10_51] κατά Μουζείριν, και το οποίο πιθανολογούμε ότι θα διήρχετο μέσω του Μυός Όρμου ή της Βερενίκης στην Ερυθρά Θάλασσα. Η λειτουργία του Μουζιρίς ως εμπορικού κέντρου επιβεβαιώνεται άλλωστε από την αρχαία ανθολογία έργων των Tamil σύμφωνα με την οποία: Οι Yavanas έρχονται με ωραία πλοία μεταφέροντας χρυσό, αποπλέουν δε με πιπέρι από τον λιμένα Μουζιρίς..[10_52]

Ευρήματα κοσμηματοποιίας από χρυσό και άργυρο καθώς και εξωτικά είδη όπως χάνδρες κ.ά. έχουν ανασκαφεί και σε πληθώρα άλλων ταφικών θέσεων αριστοκρατών της ΝΑ Ασίας, μάλιστα δε η εμφάνισή τους εκεί εκτιμάται ως αιφνίδια και αποδίδεται στην λειτουργία της λεγομένης ναυτικής Οδού του Μεταξιού και την εν γένει σύνδεση της περιοχής με τα διεθή εμπορικά δίκτυα. Η Demandt σε σχετική μελέτη της αποκαλύπτει την ύπαρξη στενών επαφών μεταξύ της ΝΑ Ασίας και των Ελληνο - Βουδιστικών πολιτισμών της Βόρειας Ινδίας και των Αφγανικών - Πακιστανικών περιοχών,[10_53] ενώ από την πλευρά του ο Reinecke αποδίδει τις ρίζες του φαινομένου στην Αλεξανδρινή εκστρατεία και την ευρείας κλίμακας επαφή που απεκατεστάθη τότε μεταξύ Δύσεως και Ανατολής![10_54] To Oc Eo στο Δέλτα του ποταμού Mekong, ενδεχομένως ταυτοποιούμενο ως τα Καττίγαρα του Πτολεμαίου,[10_55] Ptol. Geogr. 1.14, κείμενα στον Κόλπο της Ταυλάνδης στα ανατολικά της Μαλαϊκής Χερσονήσου, είναι θέση που παρέχει αποδείξεις εμπορικής συνδέσεώς της με την Κίνα από τα μέσα του πρώτου αι. μ.Χ.[10_56] Άλλος σημαντικός εμπορικός κόμβος είναι το Mantai στην Ταπροβάνη (Sri Lanka), ταυτοποιούμενο πιθανώς με το εμπόριον Μοδούττου, Ptol. Geogr. 7.4, το οποίο μάλιστα εκτιμάται ότι διέθετε και συνοικία ξένων, όπως και το Arikamedu.[10_57] 

Με την Ταπροβανή (Sri Lanka) συνδέεται απόσπασμα του Πλινίου, Plin. Nat. 6.84-91, το οποίο αναφέρεται στην επίσκεψη στην Ρώμη αντιπροσωπείας του βασιλέα της νήσου υπό τον απεσταλμένο του ονόματι Ραχιά (Rachias),[10_58] κατά τα μέσα του πρώτου αι. μ.Χ. Από την σχετική διήγηση του Πλινίου και την συνεκτίμηση άλλων ευρημάτων προκύπτει ότι την πρωτοβουλία για αυτήν την επαφή είχε ο απελεύθερος Αιγυπτιώτης Έλληνας ναυτικός Λυσάς Ηρακλέους, ενεργών για λογαριασμό του προϊσταμένου του Ρωμαίου αξιωματούχου Πόπλιου Άννιου Πλοκάμου (Publius Annius Plocamus). Ο τελευταίος, του οποίου το όνομα αναφέρεται επίσης σε βραχογραφία[10_59] της ανατολικής ερήμου της Αιγύπτου παρά την εμπορική Οδό της Βερενίκης φαίνεται ότι υπήρξε έμπειρος ναυτικός, με γνώση σχετική με μακρυνά ταξίδια και μάλιστα, πιθανώς, κατείχε και την τοπική γλώσσα Sinhala της Ταπροβανής![10_60] Εν κατακλείδι το απόσπασμα του Πλινίου αποκαλύπτει ότι οι Ρωμαίοι μετά την ανάδυσή τους σε πρωτεύουσα δύναμη της Μεσογείου, χρησιμοποίησαν την εμπειρία των Ελλήνων ναυτικών, τις γνώσεις αλλά και τις θαλάσσιες και ηπειρωτικές οδούς και τα κρίσιμα λιμάνια που αυτοί είχαν ιδρύσει / αναδείξει προκειμένου να συνεχίσουν και να αναπτύξουν περαιτέρω το εμπόριο προς όφελός τους. 

Από το Oc Eo προέρχονται μωσαϊκές χάνδρες, μερικές των οποίων χαρακτηρίσθηκαν ως Ρωμαϊκές, ενώ άλλες θεωρήθηκαν ως προερχόμενες από την Ανατολική Μεσόγειο εν γένει,[10_61] καθώς επίσης και πληθώρα τεχνουργημάτων από χρυσό η οποία μαρτυρεί την ύπαρξη εδραιωμένης παραδόσεως πρίν το τέλος της προ-Χριστιανικής περιόδου.[10_62] Μεταξύ των χρυσών διακοσμητικών τεχνουργημάτων των ανευρεθέντων σε θέσεις του πολιτιστικού κύκλου του Oc Eo, αλλά και ευρύτερα στην ΝΑ Ασία, περιλαμβάνονται ενώτια με προεξέχουσες ραβδώσεις καθώς και πολυεδρικές χάνδρες.[10_63] Τα πρώτα έχουν θεωρηθεί ότι εμφανίζουν ομοιότητες με το καλλιτεχνικό ύφος της Ελληνο – Βουδιστικής τέχνης,[10_64] ενώ για τις χάνδρες έχει γίνει ήδη η συσχέτισή τους με Μυκηναϊκά υποδείγματα.[10_65]

Τα κοράλια και τα μαργαριτάρια απετέλεσαν επίσης αντικείμενο εμπορίου στην ευρύτερη περιοχή, έχει δε ιδιαίτερη αξία να σημειώσουμε ότι κατά την περίοδο τουλάχιστον της Αυτοκρατορίας των Μαουρύα τα πρώτα προήρχοντο από τον λιμένα Alakanda, της χώρας των Barbaras αλλά και από το επίσης παράλιο Vivarna της νήσου των Yavanas.[10_66] Ενδεχομένως η πρώτη ανωτέρω αναφερθείσα παράλια θέση είναι το Βαρβαρικόν του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης, Periplous. 4, πλησίον του συγχρόνου Karachi (Sindh, Pakistan), όχι μακρυά από τα Βαρύγαζα,[10_67] αναφερόμενα επίσης στον Περίπλου. To Βαρβαρικόν υπήρξε θέση Ελληνικής επιρροής όπου τα νομίσματα του Ελληνο – Ινδικού βασιλείου κυκλοφορούσαν έως τον πρώτο αι. μ.Χ.,[10_68] ενώ το παράλιο Vivarna - όπως φαίνεται από τα Ινδικά κείμενα της εποχής - αποδίδεται ή συνδέεται επίσης με τους Έλληνες (Ίωνες – Yavanas). Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι η περιοχή αυτή της ΒΔ Ινδικής επανακατακτήθηκε από τους Ελληνο – Βακτριανούς και μάλιστα, Strab.11.11.1, η ελεγχθείσα τότε περιοχή υπερέβη αυτήν που είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος, αφού περιέλαβε, μεταξύ των άλλων, την Παταληνὴν .. τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου (Surastrene, σύγχρονη Saurashtra) .. καὶ μέχρι Σηρῶν καὶ Φρυνῶν ἐξέτεινον τὴν ἀρχήν. Από πληθώρα πηγών πιστοποιείται η παρουσία Ελλήνων στην Ινδία, τόσον ως ηγεμονευόντων περιοχές της όσον και υπό την μορφή κοινοτήτων εντεταγμένων στην Αυτοκρατορία των Μαουρύα, των Κοσσανών ή των Σακών στην συνέχεια. Μάλιστα κατά καιρούς φαίνεται ότι ενεπλάκησαν στις πολιτικές – στρατιωτικές αντιπαραθέσεις των Ινδών, για παράδειγμα ως σύμμαχοι του Chandragupta Maurya (Yavanas, Kambojias ;)[10_69] και άλλοι του Malyaketu (υιού του Πόρου).[10_70] Σε κάθε περίπτωση πλήθος Ελλήνων έλαβε μέρος στα τεκταινόμενα της Ινδικής υποηπείρου άσκησε δε πολιτική, θρησκευτική, οικονομική και ιδιαίτερα εμπορική δραστηριότητα, ακόμη και μετά την διάλυση των Ελληνικών κρατών.[10_71]


Ανάλογα ευρήματα, δηλαδή εξωτικά τεχνουργήματα και διακοσμητικά από πολύτιμα μέταλλα, έχουν ανευρεθεί και στο Hepu, λιμένα της Ανατολικής Κίνας στον Κόλπο του Tonkin, ο οποίος είχε αποκτήσει ιδιαίτερη εμπορική σημασία κατά την περίοδο Han. Η πληθώρα των ποικίλης προελεύσεως ευρημάτων στις χιλιάδες τάφων αυτού του λιμένα έρχεται να επιβεβαιώσει τις σχετικές αναφορές του ιστορικού αρχείου Hanshu για την λειτουργία του ως εμπορικού κόμβου της ναυτικής Οδού του Μεταξιού.[10_72] Το Hepu απετέλεσε το ναυτικό σημείο διεπαφής της Κίνας με την ΝΑ Ασία, την Ινδία, την Παρθική Αυτοκρατορία κ.α. τα δε διακινούμενα είδη περιελάμβαναν ημιπολύτιμους λίθους, χρυσά διακοσμητικά, μετάξι, μαργαριτάρια, χαλκεία, αρωματικές ύλες κ.ά.[10_73] Μεταξύ των ευρημάτων διακρίνονται οι εντυπωσιακές χρυσές πολυεδρικές χάνδρες οι οποίες υιοθετούσαν την τεχνική της κοκκιδώσεως και χρυσοκεντήσεως, έχουν δε ευρεθεί και σε πληθώρα άλλων θέσεων στην Κίνα.[10_74] Οι τεχνικές αυτές αποτελούν, κατά γενική ομολογία, εισαγωγή από την Δύση,[10_75] μάλιστα η Demand θεωρεί ως πηγή της σχετικής τεχνογνωσίας πιο συγκεκριμένα την Ελλάδα από όπου αυτές διαχύθηκαν στην Κίνα και την ΝΑ Ασία μέσω των ηπειρωτικών και ναυτικών εμπορικών οδών.[10_76] Πράγματι ευρήματα με την τεχνική της κοκκιδώσεως προέρχονται από τους βασιλικούς τάφους της Alaca Hüyük (σε χρυσές πόρπες), την Κουμάσα και τον Μόχλο Κρήτης, την Κολώνα Αιγίνης, την Τροία ΙΙ (‘θησαυρός του Πριάμου’), το Tell el-Ajjul, την Αίγυπτο (της ΧΙΙ δυναστείας) και, αργότερα, τις Μυκήνες (ταφικοί κύκλοι Α και Β) και πολλές άλλες θέσεις,[10_77] ενώ τα κοκκιδωτά πολύεδρα, που επίσης απαντούν στην Κίνα, διαθέτουν Μυκηναϊκό παρελθόν αλλά και παρουσία στην προϊστορική Ευρώπη.[10_78]

Εμπλουτισμένο απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

Η γέννηση και ανάπτυξη του Βουδισμού και οι Έλληνες ..  (Buddhism, Greeks)


Η ύπαρξη αλληλεπιδράσεων μεταξύ της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφικής σκέψεως και αυτής άλλων λαών, ιδιαίτερα από την ανατολή, υπήρξε και παραμένει προσφιλές θέμα μεταξύ των ερευνητών. Επί παραδείγματι η Παρτσαλάκη έχει αποπειραθεί να παράσχει μία ‘Βουδιστική’ ερμηνεία του Ηρακλείτου (544-484 π.Χ.) από την οποία κατά την ίδια ‘αναδύεται μία νέα κατανόηση σημαντικών εννοιών και διαπιστώνονται οι κοινές κατευθύνσεις των προσεγγίσεων αυτών των δύο σημαντικών προσωπικοτήτων προς την αέναη ροή και παροδικότητα των πάντων, την διαφοροποίηση της γνώσεως από την σοφία, την έμφαση στην αναγκαιότητα της αφυπνίσεως έναντι της άγνοιας, και την ερμηνεία της φύσεως των πραγμάτων’.[1]

Η ύπαρξη επαφών του Ελληνικού στοιχείου με την Ινδική χερσόνησο πριν την Αλεξανδρινή περίοδο επιβεβαιώνεται από τις εξερευνήσεις στις οποίες προέβη ο Σκύλλαξ ο Καρυανδεύς κατ’ εντολήν του Δαρείου Α’, γεγονός το οποίο αναφέρει ο Ηρόδοτος.[2] Έμμεση ή άμεση εμπορική επαφή με την Ινδία τεκμαίρεται επίσης από την αναφορά της Σαπφούς στην κασία (κανέλλα, Cinnamomum iners), Sapph.Supp.20c.2, πιθανότατα Ινδικής προελεύσεως, ενώ και στο Ηραίον της Σάμου έχουν ανευρεθεί αποξηραμένα άνθη του ίδιου φυτού αλλά και παπαγάλοι οι οποίοι ενδημούν στην αυτή υποήπειρο. Ο Ινδός γραμματικός της Σανσκριτικής Panini, ο οποίος έζησε σαφώς πρίν την Αλεξανδρινή εποχή, αναφέρεται επίσης στην Γραμματική του σε Ίωνες, υπό το όνομα Yavana, μερικούς των οποίων προφανώς εγνώρισε κατά την θητεία του στο Πανεπιστήμιο των Ταξίλων! Στο Βουδιστικό έργο Majjhima Nikaya, σε αναφορά αποδιδόμενη στον ίδιο τον Βούδα,[3] σχολιάζεται επίσης η ύπαρξη στην Ινδική υποήπειρο Ελληνικού κράτους, Yona, ήτοι Ιωνικού.[4] Η Yona και η γειτονική της Cambodiya ετοποθετούντο στα βορειοδυτικά της Ινδίας, κατά δε τα ιερά κείμενα διέθεταν διαφορετική κοινωνική οργάνωση από τα λοιπά κρατίδια της Ινδικής, οι κάτοικοί τους είχαν ξένες συνήθειες και διακρίνοντο για τις ικανότητές τους σχετικά με το άλογο. Επιπρόσθετα υπάρχουν τεκμήρια εμπορικής επαφής όπως αγγεία, κεραμεικά (rouletted ware) κ.ά., ενώ και στην γειτονική Βακτρία έχει επιβεβαιωθεί η κατασκευή κούρων Ελληνικού τύπου αιώνες πριν την Αλεξανδρινή εκστρατεία.[5]

Οι επαφές των Ελλήνων με την Ινδική αναπτύχθηκαν σημαντικά κατά την Αλεξανδρινή περίοδο, ενώ Ελληνικά φιλοσοφικά έργα εκτιμάται ότι μεταφράσθηκαν και κατέστησαν γνωστά στην υποήπειρο επηρεάζοντας την Ινδική σκέψη.[6] Η Βουδιστική τέχνη υπήρξε αρχικώς ανεικονική, ο δε Βούδας ‘παρίστατο’ με τον κενό θρόνο του, το δένδρο Bodhi ή το αποτύπωμα του ποδιού του! Ο Βουδισμός εισαχθείς στην Κίνα απεκλήθη εκεί ‘xiangjiao’ ήτοι εικαστική (ή εικονιστική ή παραστατική) θρησκεία, το γεγονός δε θεωρείται ότι επηρέασε τον τρόπο που οι Κινέζοι έβλεπαν τις θεότητες και κατανοούσαν τον άλλο κόσμο![7] Οι πρώτες ανθρωπομορφικές παραστάσεις του εν συνεχεία αντλούν στοιχεία από αυτές του Απόλλωνος, σύμφωνα δε με τον Bussagli, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Ρώμης ‘Το πιθανότερο είναι ότι ο άγνωστος καλλιτέχνης που δημιούργησε το πρώτο μοντέλο (του Βούδα) υπήρξε Yavana (Έλλην της Ινδίας) καλλιτέχνης και φιλόσοφος, που ανήκε συγχρόνως στην Ελλάδα και στην Ινδία’.[8]

Η Γανδαρίτιδα απετέλεσε την κατ’ εξοχήν περιοχή όπου πραγματοποιήθηκαν τέτοιες επαφές με Ινδούς ασκητές, τους λεγομένους γυμνοσοφιστές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο Καλανός ή Σνίφης (Pl. Alex. 65.2-3, Strab. 15.1.68 και 15.1.61), ο οποίος - όπως αναφέρεται - με την δική του βούληση ενετάχθη στην ακολουθία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και απετέλεσε τον διδάσκαλο πολλών Μακεδόνων. Σύμφωνα με τον ερευνητή Χαλκιά ο Καλανός υπήρξε Βουδιστής, τελείωσε δε τον βίο του αυτοπυρπολούμενος, στα πλαίσια σχετικής Βουδιστικής παραδόσεως η οποία δεν στερείται αναφορών στον Ζωροαστρισμό και στην Ελληνική συνήθεια αποτεφρώσεως των νεκρών. Η περίπτωση του Καλανού όπως και άλλων γυμνοσοφιστών παρέχει την υλική βάση για την ερμηνεία των ομοιοτήτων οι οποίες έχουν εντοπισθεί μεταξύ Βουδισμού και της διδασκαλίας του Πύρρωνος του Ηλείου. Σημειώνεται ότι ο Πύρρων συμμετείχε στην εσωτερικό κύκλο ακολούθων του στρατηλάτη, παρέμεινε δε στην Ινδική και την Βακτρία επί πέντε χρόνια μαζύ με τον μέντορά του Ανάξαρχο τον Αβδηρίτη. Φαίνεται ότι αυτή η επαφή επηρέασε τον χαρισματικό Ηλείο φιλόσοφο με αποτέλεσμα στην σχολή του Δυτικού Σκεπτικισμού (ή Πυρρωνισμού), την οποία ίδρυσε επανερχόμενος στην Ελλάδα, να απαντώνται στοιχεία ‘Ινδικής’ φιλοσοφίας. Ο Νίτσε έφθασε να τον αποκαλέσει Έλληνα Βούδα, σειρά δε ερευνητών αναγνώρισαν στο λεγόμενο απόσπασμα του Αριστοκλέους ομοιότητες με τον Βουδισμό. Το απόσπασμα αυτό, περιλαμβάνον στοιχεία της Πυρρωνικής διδασκαλίας, διασώθηκε από τον ομώνυμο Μεσσήνιο φιλόσοφο, όμως προέρχεται από τον απωλεσθέντα διάλογο Πύρρων του Τίμωνος της Φλιούντος, φαίνεται δε να στηρίζει την άποψη ότι κατά την περίοδο της επαφής, περί το 320 π.Χ., ο Βουδισμός διήνυε το αρχικό σταδιό του παραμένοντας μέχρι τότε μια περιθωριακή φιλοσοφική – θρησκευτική τάση αριστοκρατών, δεν είχε δε αρχίσει η διαδικασία εκλαϊκεύσεώς του. Το τετραπλό δίλημμα ή τετράλημμα (catuskoti),[9] το οποίο αποτελεί αποφαντικό σχήμα στον πυρήνα του ‘Πυρρωνισμού’, στρέφεται κατά των δογματικών απόψεων, ούτως ώστε κανείς να μην μπορεί να πει με βεβαιότητα για κάθε πρόταση ότι ‘αυτή είναι αληθής’, ή ότι αυτή ‘δεν είναι αληθής’. Ή ακόμη, ότι ‘αυτό είναι έτσι και δεν είναι έτσι’, ή ότι ‘αυτό ούτε είναι, ούτε δεν είναι έτσι’, άποψη που εκφράζει παραστατικά ο Ινδός σκεπτικιστής φιλόσοφος Sañjaya,[10] ο Βούδας,[11] αλλά και ο Πλάτων στην Πολιτεία καθώς και ο Αριστοτέλης. Αναφορικά με το ερώτημα ποιός επινόησε το σχήμα του τετραλήμματος καθώς και το γενικώτερο θέμα των ελληλεπιδράσεων επί φιλοσοφικών θεμάτων υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις.[12] Έτσι ο McEvilley υποστηρίζει την Ελληνική καταγωγή του λεγομένου δευτέρου είδους της λογικής (βλ. Nagarjuna της σχολής Madhyamika),[13] ενώ ο S. C. Vidyabhusana αποδίδει σε Αριστοτελική επιρροή την ανάπτυξη της Ινδικής λογικής πρώτου είδους. Όμως επί του θέματος υπάρχει και αντίλογος, ο οποίος δεν ανήκει στο εδώ εξεταζόμενο πεδίο.[14]

Έχει ιδιαίτερη σημασία να επαναληφθεί ότι η επαφή Ελληνισμού – Βουδισμού πραγματοποιήθηκε στην Γανδαρίτιδα σε πρώϊμο στάδιο αναπτύξεως  του τελευταίου,[15] αυτή δε η επαφή πιστεύεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω διαμόρφωση του Βουδισμού,[16] καθιστώντας εν συνεχεία δυνατή την ευρεία διάδοσή του στην Κίνα, την ΝΑ Ασία και ευρύτερα. Μάλιστα η θεοποίηση του Βούδα έχει παραλληλισθεί με την ανάλογη Μακεδονική συνήθεια θεοποιήσεως των βασιλέων ενώ οι Maitreya, Avalokiteshvara και Manjushri μοιάζουν να προέρχονται από τα πρότυπα του Ηρακλέους, της Τύχης και του Διός![17] Υιοθετώντας μια ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση ο Χαλκιάς εκτιμά: ‘Ο Βουδισμός αναδύθηκε από το Ινδικό του κουκούλι, αφού συναντήθηκε με την κοσμοπολίτικη ελληνική παιδεία των Μακεδόνων, οι οποίοι ήταν ανοικτοί σε ξένες παραδόσεις και λατρείες και θεωρούσαν, όμοια με τους βουδιστές, τον θάνατο ως ένα πέρασμα σε μία μετέπειτα ζωή’!

Χαρακτηριστικό της στενής συζεύξεως Βουδισμού – Ελληνισμού αποτελεί χρυσό νόμισμα του πρώται αι. π.Χ. το οποίο ανευρέθη στον Χρυσό Λόφο (Tillya Tepe, Αφγανιστάν) και φαίνεται νά παρέχει την πρώτη απεικόνιση του Βούδα.[18] Στην α’ πλευρά αυτού του σημαντικού νομίσματος απεικονίζεται όρθια μορφή σε ημιπλάγια όψη φέρουσα Ελληνιστική χλαμύδα και Μακεδονικό πέτασο.[19] Η μορφή προσομοιάζει στον Ηρακλή, τον Δία ή τον Ερμή,[20] εμφανίζεται δε ωθούσα τον οκτάκτινο τροχό του νόμου (Βουδιστικό σύμβολο),[21] ενώ συνοδεύεται από επιγραφή σε Kharosthi αναφέρουσα: ‘αυτός που οδηγεί τον τροχό του νόμου’. Η οπίσθια πλευρά εικονίζει λέοντα εν στάσει με ανασηκωμένο το δεξιό εμπρόσθιο πόδι, παραπέμπει δε εικονογραφικά στους καθήμενους λέοντες που διακοσμούν το εσωτερικό της τελετουργικής ασπίδας του Φιλίππου ΙΙ, οι οποίοι με την σειρά τους παραβάλλονται – πιθανώς – και πρός τις σφίγγες της εισόδου του τύμβου Καστά της Αμφιπόλεως (;). Στα δεξιά του λέοντος έχει τοποθετηθεί κύκλος με τρίαινα, συμβολίζουσα τα τρία πολύτιμα πετράδια του Βουδισμού, συνοδεύεται δε και από την επιγραφή ‘ο λέων έδιωξε τον τρόμο’!

Χρυσό νόμισμα από τον Χρυσό Λόφο (Tillya Tepe)


Ο σφικτός εναγκαλισμός του Βουδισμού με τον Ελληνισμό καθίσταται εμφανής και από το γεγονός ότι η μυθολογία περί την γέννηση του Βούδα φαίνεται να υιοθετεί στοιχεία από τον Ομηρικό Ύμνο εις Απόλλωνα,[22] οι ομοιότητες δε, τα δάνεια και η αλληλεπιδράσεις δεν σταματούν εκεί ..

Σφίγγα και λέων στην λαβή του ξίφους - Διπλοί καθήμενοι λέοντες στο εσωτερικό της ασπίδας του Φιλίππου ΙΙ


1. Partsalaki 2015.
2. Ancient History Encyclopaedia, Cultural links between India & the Greco-Roman world (άρθρο του Sanujit το 2011, βλ.  <https://www.ancient.eu/article/208/cultural-links-between-india--the-greco-roman-worl/>). 
3. Vassiliades 2004, p. 134.
4. Vassiliades 2004, pp. 136, 141, n. 23. Αναφορά σε Ελληνική πολιτική οντότητα Yona στην Ινδική γίνεται και από τον Ashoka στο 13ο διάταγμά του. Ο ίδιος ο Ινδός ηγεμών υποστηρίζεται ότι είχε και Ελληνικό αίμα!
5. КУЗЬМИНА / Kuzmina 1976.
6. Aston 2004, pp. 321-322; Vassiliades 2004, pp. 153-154, nn. 69-72. 
7. Zheng Yan 2016.
8. Ταρζί 2013, σελ. 200.
9. Stanford Encyclopaedia of Philosophy, s.v. LNC and the Buddhist Tetralemma.
10. Sanjaya Belatthiputta (Sañjaya Belaṭṭhiputta: κατά κυριολεξία σημαίνει τον ‘Sanjaya της φυλής Belattha’), ο οποίος αναφέρεται και ως Sanjaya Vairatiputra.  Πρόκειται γιά Ινδό δάσκαλο - ασκητή που έζησε κατά τον έκτο αι. π.Χ. στην περιοχή του Magadha. Υπήρξε σύγχρονος με τον Mahavira, Makkhali Gosala και τον Βούδα, και ήταν ένας υποστηρικτής της σκεπτικιστικής σχολής σκέψεως του Ajñana. Παράβαλε το σχετικό τμήμα του Αποσπάσματος του Αριστοκλέους: .. περὶ ἑνὸς ἑκάστου λέγοντας ὅτι οὐ μᾶλλον ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν ἢ καὶ ἔστι καὶ οὐκ ἔστιν ἢ οὔτε ἔστιν οὔτε οὐκ ἔστιν. ..
11. Στην πρώτο λόγο της Digna Nikaya, δηλαδή στην Brahmajala Sutta, ο Βούδας περιγράφει έναν τύπο που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συναντήσει κάποια στιγμή: πρόκειται για αυτόν τον ανθρώπινο τύπο (Eel-Wriggler) ο οποίος αποφεύγει να απαντά, και ξεγλυστρά σαν το χέλι.., βλ. <http://obo.genaud.net/dhammatalk/bd_dhammatalk/dhamma_talk/eel_wriggling.htm#fn1>. Αναφορικά με την χρονολόγηση του Βούδα υπάρχει μεγάλη διχογνωμία, σήμερα δε η αποδεκτή περίοδος κυμαίνεται μεταξύ 490 και 370 π.Χ. (Douglas 2017, p. 10).
12. Blair 2009.
13. McEvilley 1981.
14. Aston 2004, p. 262. Ο Burnet εκτιμά ότι η Ινδική φιλοσοφική σκέψη αναπτύχθηκε υπό την Ελληνική επιρροή (Vassiliades 2004, p. 155, n. 75).
15. Vassiliades 2004, p. 134.
16. Douglas 2017.
17. Ancient Greek Buddhism (Institute for Realational Buddhism), (http://relationalbuddhism.org/ancient-greek-buddhism/).
18. Halkias 2014.
19. https://wikivisually.com/wiki/Tillya_Tepe_Buddhist_coin
20. Ο Ερμής εθεωρείτο ως ψυχοπομπός στην μετά θάνατον ζωή, μεσολαβητής μεταξύ των θνητών και των θεών. Εκτός από τις ομοιότητες των μεταφυσικών ρόλων Βούδα και Ερμή, παρατηρείται ομοιότητα μεταξύ των ονομάτων των μητέρων τους, Maya και Μαίας, καθώς και μεταξύ των μύθων για την γέννησή τους (Schuon 2003, p.148).
21. Vassiliades 2004, pp. 147-148. Ο Βασιλειάδης θεωρεί ότι ο οκτάκτινος τροχός ο απεικονιζόμενος σε νομίσματα του Μενάνδρου προσομοιάζει με το αστρικό σύμβολο της Μακεδονικής δυναστείας.
22. Vassiliades 2004, p. 153, n. 69.

απόσπασμα βασισμένο στο βιβλίο Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Η ιδιαίτερη θέση και ο συμβολισμός των κερασφόρων βοοειδών

Ενδεικτικά παραδείγματα από το Αιγαίο και την Κίνα



Εικ. 1. Αριστερά: Αφιέρωμα από τάφο Ευρωπαιοειδούς στο Xiangbaobao, Tashkurgan (7ος-4ος αι. π.Χ., Ma Yong and Wang Binghua 1999, p. 204)
Δεξιά: Δακτυλίδι (;) από την Θεσσαλία (8ος-7ος αι. π.Χ., Orfanou 2015, p. 364)

Ομοιώματα κεραμεικών υποδημάτων και κέρνα

Στο πολιτιστικό σχήμα Qijia απαντώνται κεραμεικά αγγεία σχήματος μπότας ή υποδήματος εν γένει, τα οποία ενδέχεται να έλκουν την καταγωγή τους από τον πολιτισμό του Ώξου. Πράγματι ένα ενδιαφέρον όσο και σπάνιο ταφικό αφιέρωμα, συγκεκριμένα τα πήλινα ομοιώματα υποδημάτων, συνόδευε, σε μερικές περιπτώσεις, τους νεκρούς θαλαμοειδών τάφων της Gonur στο ταξίδι της μετά θάνατον ζωής. Τέτοια υποδήματα ανεσκάφησαν από δύο τάφους στο Dashli-3, ενώ στο ιερό Togolok-21 ανακαλύφθηκε άλλο ένα, με το ίδιο δε θέμα υπάρχουν και χάλκινα ομοιώματα ποδιών από την Βακτρία. Τα υποδήματα αυτά μπορούν να συγκριθούν με άλλα από την Ανατολία, συνιστούσαν δε στοιχείο ενδυμασίας των θεοτήτων και των βασιλέων. Τα αρχαιότερα εμφανίσθηκαν σε Σουμεριακούς τάφους της τρίτης χιλιετίας, ωστόσο ο μεγάλος αριθμός ευρημάτων χρονολογείται από το τέλος της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.


Κεραμεικό αγγείο σχήματος ποδιού (πολιτιστικός κύκλος Qijia).


Ομοιώματα πήλινων υποδημάτων από τον κύκλο Xindian (αριστερά) και την Μυκηναϊκή Αττική (δεξιά).

Η συνήθεια είναι κάθε άλλο παρά άγνωστη και στον Ελλαδικό χώρο, όπου έχουμε ανάλογα ευρήματα από την Μινωική και Μυκηναϊκή περίοδο. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα Μυκηναϊκά υποδήματα διαθέτουν αγκιστροειδές πρόσθιο άκρο, ομοιάζοντας στο προερχόμενο από τον τάφο 2169 της Gonur. Στην τελευταία τουλάχιστον περίπτωση αυτός ο τύπος υποδημάτων φαίνεται ότι συνδέεται με αξιωματούχους, γεγονός το οποίο, άλλωστε, υποστηρίζεται από το γεγονός ότι το υπόδημα – ανάθημα ανεσκάφη σε θαλαμοειδή τάφο. Φυλακτά σχήματος ποδιού εμφανίζονται στην Χερσόνησο του Αίμου και τον βόρειο Ελλαδικό χώρο από την Πρώιμη Νεολιθική, κατά δε την Πρώιμη Μινωική ΙΙ είναι συνήθη στους θόλους της Μεσσαράς αλλά και στην Eγγύς Aνατολή. Επιπρόσθετα σε πολλές θέσεις στον Ελλαδικό χώρο έχουν ανασκαφεί περίαπτα σε σχήμα ανθρώπινου ποδιού, για παράδειγμα στην Ανεμοσπηλιά Κρήτης, τα παλαιότερα των οποίων είναι σύγχρονα αυτών του BMAC. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι από την περίοδο Siba, η οποία άνθισε στον Διάδρομο του Hexi, προέρχονται απεικονίσεις που πιστοποιούν την χρήση δερμάτινων υποδημάτων με ανασηκωμένη την άκρη. Άλλωστε από τα τέλη της δευτέρας χιλιετίας π.Χ. χρονολογείται πήλινο ομοίωμα υποδήματος του πολιτιστικού κύκλου Xindian (1500-1000 π.Χ.) διαθέτον γραμμική διακόσμηση, που θυμίζει Μυκηναϊκά ανάλογα τεκμήρια.

Από τον πολιτιστικό κύκλο Qijia άλλωστε προέρχεται πίθος με τριπλά μικρά αγγεία περιφερειακά διατεταγμένα εν είδει κέρνου, διαθέτων και ανθρωπόμορφο γλυπτό, φυλασσόμενος στο Μουσείο Rietberg. Αυτός ο τύπος αγγείου φαίνεται να παραπέμπει στην Ανατολική Μεσόγειο όπου υπήρξε δημοφιλής, και μάλιστα στον Αιγαιακό χώρο.


Κεραμεικό τύπου κέρνου (κύκλος Qijia)


Οδοντωτοί τροχοί


Ιδιαίτερης σημασίας επίτευγμα της μηχανικής των Han θεωρούνται οι οδοντωτοί τροχοί αλλά και ο υδροκίνητος τροχός. Δύο ορειχάλκινοι τροχοί αναφέρεται ότι ανακαλύφθηκαν σε τάφο στο χωριό Hongqing (Chang'an, επαρχίας Shaanxi), χρονολογήθηκαν δε στην πρώιμη περίοδο των Δυτικών Han, ενώ από άλλη ανασκαφή προέρχονται και μήτρες χυτεύσεως. 

Οδοντωτοί τροχοί της περιόδου Han (Shaanxi)

Στο Taosi έχει ευρεθεί κυκλικός δακτύλιος με προεξοχές, ανήκων στον πολιτιστικό κύκλο Longshan και χρονολογούμενος στις αρχές της δευτέρας χιλιετίας, όμως πιθανότατα πρόκειτα για τελετουργικό αντικείμενο και όχι για οδοντωτό τροχό. Οι υδροκίνητοι τροχοί εμφανίσθηκαν στην Κίνα κατά την περίοδο των Han, ήτοι περίπου ταυτόχρονα με την Δύση, με αποτέλεσμα η απόδοση της πρωτοπορείας να είναι δυσχερής αν όχι αδύνατη. Αναλόγως η εμφάνιση του οδοντωτού τροχού στον Κινεζικό χώρο είναι περίπου σύγχρονη με αυτήν στην Ελληνιστική Αλεξάνδρεια, ενώ κάποια σχετικά Κινεζικά τεχνουργήματα θεωρείται ότι διαθέτουν Αλεξανδρινή αύρα, εμβάλλουν δε σε σκέψεις για την ύπαρξη επαφών! Όμως η Αλεξάνδρεια και το Αιγαίο διαθέτουν βαθύτερη παράδοση επί σχετικών θεμάτων. Πράγματι ο Αριστοτέλης αναδεικνύεται ως ο πρώτος που έγραψε για την θεωρία των μηχανισμών, ακολουθούμενος από μεγάλης εμβέλειας επιστήμονες της καθαρής και εφηρμοσμένης επιστήμης όπως ο Κτησίβιος, ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς, ο Φίλων ο Βυζάντιος  κ.ά. Άλλωστε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, προερχόμενος από ναυάγιο του 80 π.Χ., αποτελεί ακραίο επιστημονικό επίτευγμα της Ελληνιστικής επιστήμης, το οποίο υιοθετεί περί τους τριάντα επτά οδοντωτούς τροχούς και ενσωματώνει προηγμένες γνώσεις μηχανικής και αστρονομίας, αποδίδεται δε – κατά μία άποψη – στην Ρόδο η οποία επίσης διέθετε σχετική παράδοση. 

Μήτρα χυτεύσεως οδοντωτού τροχού περιόδου Han

Η ανάρτηση βασίζεται σε αποσπάσματα του βιβλίου Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ)

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Το Βασίλειο του Κωφήνος – Jibin / Gaofu – Kaofu


Στην επίσημη ιστορία των πρώιμων Han (Hanshu) αναφέρεται η ύπαρξη κρατικής οντότητας υπό το όνομα Jibin ή Chi-pin (Christopoulos 2012, pp. 34, 50, n. 58; Meakin,  p. 28, n. 130; Encyclopaedia Iranica, s.v. CH’IEN HAN SHU; Juping 2016, p. 102; Passehl 2015; Waugh 2003). Το βασίλειο αυτό φαίνεται ότι ιδρύθηκε από τους Σάκες όχι ενωρίτερα από το 129 π.Χ. (Loeschner 2008, p. 7), εκτιμάται δε ότι γεωγραφικά ανήκε στην Γανδαρίτιδα (Tansen Sen 2016, p. 12, n. 6; Kuwayama 2006, p. 128, n. 14; Wannaporn Rienjang and Stewart 2019), αρχαίο βασίλειο των παραποτάμιων κοιλάδων του Σουάτ, του Καμπούλ και του Ποδοχάρ στο σύγχρονο Πακιστάν και την δυτική Ινδία, πιθανώς δε περιελάμβανε και την Αλεξάνδρεια υπό τον Καύκασο (Begram ;). Στο τελευταίο αυτό σημαντικό οικιστικό κέντρο, όπου αφθονούν τα Ελληνικά ή Ελληνίζοντα έργα τέχνης, έχουν ευρεθεί στιλβωτά τεχνουργήματα τα οποία απετέλεσαν προϊόντα κύρους του Κινεζικού αυτοκρατορικού εργαστηρίου, το γεγονός δε έχει οδηγήσει τον Zhang και την Pirazzoli-t'Serstevens στην άποψη ότι η αριστοκρατία του Begram είχε κάποιες πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με τις δυναστείες των Δυτικών Han και Xin. Μάλιστα σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αρχεία Hanshu τεχνίτες από την Jibin (Gandhara ;) διακρίνονταν στην γλυπτική και οικοδομική δημοσίων κτιρίων, αυτή δε η ιδιαίτερη επίδοσή τους εξετιμάτο στην Κίνα όπου και έγινε χρήση των υπηρεσιών τους (Chen Li 2018, pp. 126-127, n. 88).

Με βάση αναφορές στην Hanshu πιθανολογείται ότι ο Ερμαίος Σωτήρ, Έλληνας ηγεμόνας του Ινδο - Ελληνικού βασιλείου (50 έως το 30 π.Χ.), υιός του Αμύντα και της Καλλιόπης, συνεργάστηκε στρατιωτικά με τις κινεζικές δυνάμεις για την επιβολή τους επί της εχθρικής Jibin (Christopoulos 2012, p. 51; Τάμης 2013, σελ. 137; Tansen Sen 2016, p. 3), αναφέρεται δε στις Κινεζικές πηγές ως Yinmofu. Μετά την επικράτησή τους ο Yinmofu ανεδείχθη σε ηγεμόνα της Jibin με την βοήθεια, υποστήριξη και αποδοχή της Κίνας. Επισημαίνεται ότι ο Yinmofu αποκαλείται υιός του βασιλέως των Rongqu, με την τελευταία λέξη να μεταγράφεται ως Yonaka ήτοι, πιθανώς, Ιωνικό – Ιώνων δηλαδή Ελλήνων, τα δε σχετικά γεγονότα τοποθετούνται στο διάστημα 48 – 33 π.Χ. (Yu [2004] 2013, pp. 104-105).

Αυτή η επαφή του Ελληνικού στοιχείου με τον Κινεζικό χώρο δεν ήταν βεβαίως η πρώτη ούτε η μόνη, ενδεικτικά δε εδώ αναφέρεται ότι ο Πανταλέων, βασιλεύς του Ινδο – Ελληνικού βασιλείου (190-180 π.Χ.;), είχε κυκλοφορήσει νομίσματα χρησιμοποιώντας νικέλιο προερχόμενο πιθανώς από Κινεζικά μεταλλεία! Ο λεγόμενος λευκός χαλκός (pakfong ή paitung) των Κινέζων φαίνεται παρόμοιας χημικής συστάσεως με νομίσματα νικελίου και του Ευθυδήμου, Ελληνο – Βακτριανού βασιλέα (Buddhue 1953), γεγονός το οποίο εκτιμάται ως αποδεικτικό εισαγωγής της πρώτης ύλης από την Κίνα, υπό καθαρή μορφή (νικελίου) ή ως κράμα (χαλκού – νικελίου).

Νόμισμα του Πανταλέοντος από κράμα χαλκού και νικελίου

Άλλωστε ο ποταμός Καμπούλ ήταν γνωστός στους αρχαίους Έλληνες ως Κωφήν ή Κωφής, όπως αποδεικνύουν αναφορές του Στράβωνος, Strab. 15.1.27, αλλά και του Σουΐδα και του Στεφάνου Βυζαντίου (Suid., s.v. Κωφήν; St.Byz. s.v. Αραχωσία; PLEIADES/Ancient Places, s.v. Kabul River). Σημειώνεται ότι το ίδιο το όνομα του ποταμού (και της ομώνυμης σύγχρονης πόλεως) έχει το Βεδικό ανάλογό του ως Kubha, συσχετίζεται δε με το Ελληνικό Κάβουρα (Waugh 2003; Pulleyblank 1963, p. 223; Bailey 1985, p. 10). Μιά άλλη ονοματική ερμηνεία συνδέει τον όρο με την φυλή Kamboja, ενώ σύμφωνα με τρίτη εκδοχή αυτός προέρχεται από το Σανσκριτικό कुब्ज (kambuja) που σημαίνει τον καμπούρη ή τον στραβό! (<https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_national_capital_city_name_etymologies >). Πρίν αφήσουμε αυτήν την περιπλάνησή μας στον ομιχλώδη τόπο των ονομάτων και των συσχετίσεών τους σημειώνουμε μόνο ότι στο Βουδιστικό έργο Majjhima Nikaya αναφέρεται επίσης η ύπαρξη στα ΒΔ της Ινδικής υποηπείρου κρατικής οντότητας ονόματι Kamboja (Cambodiya ή Kambojia) η οποία διέθετε παρόμοια χαρακτηριστικά με άλλη των Yona – Ιώνων, εμφανίζοντας και αυτή Ελληνική συσχέτιση!


Άτλαντες στην τέχνη της Γανδαρίτιδας (Tapa-e Shotor, Stūpa 26; Tapa Kalān, Stūpa 95)

Christopoulos, L. 2012. “Hellenes and Romans in Ancient China (240 BC – 1398 AD),” Sino-Platonic Papers 230, pp. 1-79.

Meakin, R. “Qiang 羌 References in The Book of Han 汉书, Part 2 (Chapter 79 to Chapter 99),” Qiang History – Translations, < https://www.academia.edu/11073162/Qiang_%E7%BE%8C_References_in_the_Book_of_Han_%E6%B1%89%E4%B9%A6_Part_2> (16 March 2019).

Passehl, M. 2015. “The Hellenistic dynasties in Bactria & India. Chronology & theoretical lineages,” < https://www.academia.edu/12853641/Bactrian_Greek_dynasties_ver._7_> (26 April 2019).

Waugh, D. C. 2003. “The Kingdom of Gaofu (Kabul),” Silk Road Seattle, < https://depts.washington.edu/silkroad/texts/hhshu/notes14.html> (27 April 2019).

Loeschner, Η. 2008. “Notes on the Yuezhi – Kushan Relationship and Kushan Chronology,” Oriental Numismatic Society 2008, p. 1-28.

Tansen Sen 2016. Buddhism, Diplomacy, and Trade: The Realignment of India–China Relations, 600-1400, Lanham.

Zhang, L. 2011. “Chinese lacquerwares from Begram: date and provenance,” International Journal of Asian Studies 8 (1), pp. 1–24.

Buddhue, J. D. 1953. “A Possible Explanation of the Nickel in Ancient Asiatic Coins,” Meteoritics and Planetary Science 1, < http://adsbit.harvard.edu/cgi-bin/nph-iarticle_query?bibcode=1953Metic...1...60B&db_key=AST&page_ind=0&data_type=GIF&type=SCREEN_VIEW&classic=YES> (abstract), pp. 60-61 (5 April 2019).

Pirazzoli-t'Serstevens, M. 2001. “Les laques chinois de Begram. Un réexamen de leur identification et de leur datation,” Topoi. Orient-Occident 11/1, pp. 473-484.

Chen Li. 2018. Han Dynasty (206BC–AD220) Stone Carved Tombs in Central and Eastern China, Oxford.

Τάμης, A. 2013. “Sino-Hellenic cultural influences from the Alexandrian Era in Asia,” στα Πρακτικά Συνεδρίου: Ο Αλέξανδρος, το Ελληνικό Κοσμοσύστημα και η Σύγχρονη Παγκόσμια Κοινωνία, Θεσσαλονίκη, σελ. 215-228.

Yu, Τ. [2004] 2013. “A History of the Relationship Between the Western & Eastern Han, Wei, Jin, Northern & Southern Dynasties and the Western Regions,” Sino-Platonic papers 131, pp. 1-378.

Pulleyblank, E. G. 1963. “The consonantal system of Old Chinese,” Asia Major 9, pp. 58-144, and 206-265.

Bailey, H. W. 1985. Indo-Scythian Studies, being Khotanese Texts VII, Cambridge University Press.

Kuwayama S. 2006. “Pilgrimage Route Changes and the Decline of Gandhāra,” in Gandharan Buddhism: Archaeology, Art, Texts, ed. P. Brancaccio and K. Behrendt, Vancouver: University of British Columbia Press, pp. 107-134. 

Wannaporn Rienjang, P. Stewart, eds. 2019. The Geography of Gandharan Art, Archaeopress Publishing.

(εμπλουτισμένο απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ)

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019



Ο ναυτικός κλάδος της Οδού του Μεταξιού 

(Maritime Silk Route - Sri Lanka)  

η περίπτωση της Κεϋλάνης


Το Mantai στην Ταπροβάνη (ή Ταπροβανή, Sri Lanka) απετέλεσε σημαντικό εμπορικό κόμβο της Ναυτικής Οδού του Μεταξιού. Η θέση πιθανολογείται ότι ταυτίζεται με το εμπόριον Μοδούττου του Κλαύδιου Πτολεμαίου, Ptol. Geogr. 7.4, το οποίο μάλιστα εκτιμάται ότι διέθετε και συνοικία ξένων, όπως άλλωστε και το Arikamedu της Ινδικής χερσονήσου (Francis 1988, table 1).  

Με την Ταπροβανή (Sri Lanka) συνδέεται απόσπασμα του Πλινίου, Plin. Nat. 6.84-91, το οποίο αναφέρεται στην επίσκεψη στην Ρώμη αντιπροσωπείας του βασιλέα της νήσου υπό τον απεσταλμένο του ονόματι Ραχιά (Rachias), κατά τα μέσα του πρώτου αι. μ.Χ. (Abeydeera 2009, p. 156; Karttunen 1997, p. 341, n. 114). 


Ανάγλυφο πιθανώς του Μενάνδρου φέροντος διάδημα με κορδέλα, πτυχωτό Ελληνιστικό χιτώνα και το Βουδιστικό σύμβολο triratana στο ξίφος (Bharut, 2 αι. π.Χ., Μουσείο Καλκούτας)

Σημειώνεται εδώ εν παρενθέσει ότι o Weerakoon έχει υποστηρίξει την παρουσία Ελληνικής κοινότητας στην πόλη Anuradhapura της Ταπροβανής από τα τέλη του τετάρτου αι. π.Χ. (Weerakoon 2012). Άλλωστε στο Μεγάλο Χρονικό της Sri Lanka (Mahavamsa §29) αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ελληνο – Βακτριανού βασιλέα Μενάνδρου I (165/155 –130 π.Χ.), ένας Yona (Ίων) μοναχός ονόματι Mahadharmaraksita οδήγησε στην νήσο 30,000 Βουδιστές μοναχούς από την ‘Ελληνική πόλη της Αλεξάνδρειας’ προκειμένου να μεταφέρουν αφιερώματα στο ιερό (στούπα) Ruwanwelisaya στην πόλη Anuradhapura, παρέχοντας έτσι ένδειξη της συμμετοχής του Ελληνο – Βουδισμού στην διάδοση της θρησκείας αυτής στην νήσο. Αυτή η Αλεξάνδρεια ταυτοποιείται με την ευρισκόμενη υπό τον Καύκασο (Begram στο σημερινό Αφγανιστάν) ή με την Αλεξάνδρεια εν Αραχωσία (Kandahar ;). Ο Mένανδρος I Σωτήρ του Ινδο-Ελληνικού Βασιλείου (165/155 -130 π.Χ.) που ίδρυσε μια μεγάλη αυτοκρατορία στην Βόρεια Ινδία και έγινε προστάτης του Βουδισμού, ήταν αρχικώς βασιλιάς στην Βακτρία. Μετά την κατάκτηση της Πενταποταμίας (Πουντζάμπ), ίδρυσε μιάν αυτοκρατορία στην ινδική υποήπειρο εκτεινόμενη από το Ρατζαστάν στον νότο ώς πέρα από την κοιλάδα του ποταμού Γάγγη της Παταλιπάτρας (Πάτνα) στην ανατολή, ο δε Έλληνας γεωγράφος Στράβων έγραψε ότι ‘υπέταξε περισσότερες φυλές από τον Μεγάλο Αλέξανδρο’.

Όμως η αναφερθείσα ήδη Mahavamsa, ήτοι το Μεγάλο Χρονικό της Σρι Λάνκα, αναφέρεται και σε παλαιότερη επίσκεψη και εγκατάσταση Ελλήνων (Ιώνων ή Yona) στην δυτική πύλη της Anuradhapura κατά την βασιλεία του Pankukabhaya, πρίν τον 3ο αι. π.Χ. (Kamalika Pieris 2014).  Άλλωστε Ελληνικά νομίσματα της κλασικής Αθήνας (Αθηναική γλαύξ) έχουν ανασκαφεί στην νήσο, όπως αναφέρουν πρόσφατες έρευνες (https://sirimunasiha.wordpress.com/2012/06/03/ancient-greek-coin-finds-in-sri-lanka/). Μάλιστα στην Sri Lanka απαντώνται και άλλα τεκμήρια τα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνουν την Ελληνική επιρροή: πράγματι η νήσος διέθετε ιχθυόσχημα ενεπίγραφα νομίσματα (token) τα οποία έχουν τα παράλληλά του στην Ολβία Ποντική της Μαύρης Θάλασσας, ενώ δεν λείπουν και άλλα με το σύμβολο της χελώνας οικείο από τις δραχμές του Ελληνικού κόσμου!

Αθηναική γλαύξ από την Sri Lanka

Νόμισμα του Chandamparan Senicutti ευρεθέν στην Jaffna

Επανερχόμενοι στην κύρια εξιστόρησή μας σημειώνουμε ότι από την σχετική διήγηση του Πλινίου και την συνεκτίμηση άλλων ευρημάτων προκύπτει ότι την πρωτοβουλία για αυτήν την επαφή είχε ο απελεύθερος Αιγυπτιώτης Έλληνας ναυτικός Λυσάς Ηρακλέους, ενεργών για λογαριασμό του προϊσταμένου του Ρωμαίου αξιωματούχου Πόπλιου Άννιου Πλοκάμου (Publius Annius Plocamus). Ο τελευταίος, του οποίου το όνομα αναφέρεται επίσης σε βραχογραφία (Meredith 1953) της ανατολικής ερήμου της Αιγύπτου  παρά την εμπορική Οδό της Βερενίκης φαίνεται ότι υπήρξε έμπειρος ναυτικός, με γνώση σχετική με μακρυνά ταξίδια και μάλιστα, πιθανώς, κατείχε και την τοπική γλώσσα Sinhala της Ταπροβανής! (Abeydeera 2009, pp. 150, 163). 

Ο Μονομάχος (Αλεξάνδρεια υπό τον Καύκασο, Begram, Μουσείο Guimet)

Εν κατακλείδι το απόσπασμα του Πλινίου αποκαλύπτει ότι οι Ρωμαίοι μετά την ανάδυσή τους σε πρωτεύουσα δύναμη της Μεσογείου, χρησιμοποίησαν την εμπειρία των Ελλήνων ναυτικών, τις γνώσεις αλλά και τις θαλάσσιες και ηπειρωτικές οδούς και τα κρίσιμα λιμάνια που αυτοί είχαν ιδρύσει / αναδείξει προκειμένου να συνεχίσουν και να αναπτύξουν περαιτέρω το εμπόριο προς όφελός τους.

Η επιγραφή - χάραγμα ΑΕ 1954: 121a


Francis, P. 1988. “The Asian Maritime Bead Trade: First to Twelfth Centuries A.D.,” The Margaretologist 2 (Special Issue: The Indian Ocean Bead Trade), pp. 3-12.

Abeydeera, A. 2009. “Raki’s Mission to Romanukharattha. New Evidence in Favor of Pliny’s Account of Taprobane, N.H. 6.84-91,” HABIS 40, pp. 145-165.

Karttunen, K. 1997. India and the Hellenistic World (Studia Orientalia 83), Helsinki.


Weerakoon, R. 2012. ”Did Anuradhapura Greeks come east with Alexander?,” The Sunday Times, < http://www.sundaytimes.lk/120729/plus/did-anuradhapura-greeks-come-east-with-alexander-7214.html> (8 April 2019).


Meredith, D. 1953. “Annius Plocamus: Two Inscriptions from the Berenice Road,” The Journal of Roman Studies 43, pp. 38-40. 


Kamalika Pieris, 2014. "Greek settlements and influence in ancient Sri Lanka," The Island, <http://www.island.lk/index.php?page_cat=article-details&page=article-details&code_title=110388> (29 May 2019).


Romanis, F De. 1997. “Romanukharattha and Taprobane: Relations between Rome and Sri Lanka in the First Century AD,” in Crossings Early Mediterranean Contacts With India, ed. F. De Romanis, Manohar, pp. 161-237.


(Εμπλουτισμένο απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ)