BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Μια νέα έκθεση για το μυκηναϊκό βασίλειο του Νέστορα

 

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Μια νέα έκθεση για το μυκηναϊκό βασίλειο του Νέστορα

https://www.lifo.gr/now/entertainment/ethniko-arhaiologiko-moyseio-mia-nea-ekthesi-gia-mykinaiko-basileio-toy-nestora

Χρυσόδετος σφραγιδόλιθος από αχάτη. Απεικονίζεται σκηνή μονομαχίας δύο πολεμιστών πάνω από τη σορό τρίτου. Πύλος, Τάφος του Γρύπα Πολεμιστή, 1630/10-1450/40 π.Χ.

Xρυσή σφραγίδα με παράσταση μεγαλοπρεπούς γρύπα. Θολωτός τάφος ΙV στον Άνω Εγκλιανό, 15ος αι. π.Χ. Φωτ.: Μαρία Κοντάκη
Χρυσή χάνδρα με κοκκιδωτή διακόσμηση. Περιστεριά, Θολωτός τάφος 1, 1520/10-1410/00 π.Χ.

Χάλκινο στέμμα με στεφάνη και χρυσό «αστέρι – άνθος» στην κορυφή. Μυρσινοχώρι, Θολωτός Τάφος 1, 1630-1510 π.Χ. Φωτ.: Ελευθέριος Γαλανόπουλος



Χάλκινο εγχειρίδιο με χρυσεπένδυτη λαβή. Διακοσμημένο με την τεχνική της «ζωγραφικής σε μέταλλο». Ένθετα χρυσά και αργυρά στοιχεία αποδίδουν σκηνή κυνηγιού με τρεις λεοπαρδάλεις σε τοπίο με βράχια, δένδρα και ένα ποτάμι. Μυρσινοχώρι, Θολωτός τάφος 2, 1520-1360 π.Χ.

Πήλινη πινακίδα Γραμμικής Β γραφής, γνωστή ως η «Πινακίδα των Τριπόδων». Ανάκτορο του Νέστορα, περίπου 1190 π.Χ.

 Η πινακίδα των τριπόδων. Βρέθηκε από τον Carl Blegen στην Πύλο το 1939. Με μπλε χρώμα δηλώνεται η λέξη 'Αιγεύς' (E.L. Bennett, 1955. The Pylos Tablets. Texts of the Inscriptions found 1939-1954, Princeton: σελ. 66).
PY Ta 641






In the Bird Cage of the Muses: Archiving, Erudition, and Empire in Ptolemaic Egypt

 In the Bird Cage of the Muses: Archiving, Erudition, and Empire in Ptolemaic Egypt

Περίληψη

Αυτή η διατριβή διερευνά τον εξέχοντα ρόλο του Μουσείου-Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας στην οικοδόμηση μιας νέας κοινότητας αρχειονόμων-ποιητών κατά τον τρίτο αιώνα π.Χ., μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υποστηρίζω ότι το Μουσείο ήταν ένα νέο είδος θεσμού - ένα αυτοκρατορικό αρχείο - που διευκόλυνε ένα είδος πολιτικής κυριαρχίας που λειτουργούσε μέσω της παραγωγής, της διαιώνισης και του ελέγχου συγκεκριμένων γνώσεων για τον κόσμο και όχι μέσω του φόβου και της ωμής βίας.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζω ότι όσοι εργάζονταν στο Μουσείο, ή Βιβλιοθήκη, διαμόρφωναν ένα νέο όραμα για το παρελθόν μέσω του σχολαστικού εκδοτικού και συλλεκτικού τους έργου πάνω στις ποικίλες απομείνασες κοινότητες των Ελλήνων πριν από την κατάκτηση. Η κυριαρχία αυτής της παράδοσης, με τη σειρά της, αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά του τι σήμαινε να είσαι μορφωμένος (πεπαιδευμένος), αλλά ακόμη πιο σημαντικό, του τι σήμαινε να είσαι Έλληνας σε αυτό το νέο πολιτικό τοπίο. Σε αντίθεση με πολλές μελέτες για την πολιτική και τον πολιτισμό στην ελληνιστική περίοδο που επικεντρώνονται στην άσκηση εξουσίας από πάνω προς τα κάτω, διερευνώ πώς φαινομενικά ακίνδυνες ή ακόμη και εσωτερικές ενέργειες, ενέργειες που φαίνονται πολύ απομακρυσμένες από την πολιτική σφαίρα, όπως η συγγραφή ποίησης και η επιμέλεια κειμένων, κατέστησαν απαραίτητες για τη διατήρηση της πολιτικής εξουσίας και των δομών των ελληνιστικών μοναρχών.


Αναπτύσσοντας αυτό το όραμα της πολιτιστικής πολιτικής της ελληνιστικής εποχής, το πρώτο μου κεφάλαιο εξετάζει τον κεντρικό ρόλο του Μουσείου της Αλεξάνδρειας στο να καταστήσει την πολυμάθεια μια από τις βασικές πηγές κοινωνικοπολιτισμικού κεφαλαίου σε αυτήν την εθνικά ποικιλόμορφη και περιφερειακά διασκορπισμένη πολιτεία. Μέσω του έργου των μελετητών του, το Μουσείο και το αρχείο του ελληνικού παρελθόντος έγιναν το κέντρο γύρω από το οποίο συγχωνεύτηκε μια ευρύτερη πανελλήνια κοινότητα και ταυτότητα. Στο δεύτερο κεφάλαιο, διερευνώ τις επιπτώσεις αυτού του νέου θεσμού και {} κοινωνικού τύπου μέσα από μια προσεκτική ανάγνωση του αινιγματικού έργου του Λυκόφρονα, της Αλεξάνδρας, παρουσιάζοντάς το ως ένα ποιητικό αρχείο που χρησιμοποίησε φιλολογικές πρακτικές για να κάνει το παρελθόν σχετικό με μια νέα ομάδα ελίτ καταναλωτών διάσπαρτων σε όλο τον ελληνιστικό κόσμο, επαναπροσδιορίζοντας τη σύγκρουση μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Στο τελευταίο κεφάλαιο, υποστηρίζω ότι αυτός ο νέος θεσμός γέννησε έναν νέο τύπο ανθρώπου, τον αρχειονόμο-ποιητή. Εξετάζω πώς αυτή η νέα μορφή υποκειμενικότητας έγινε ένα από τα κύρια μέσα συμμετοχής στις ελληνιστικές αυτοκρατορίες της γνώσης μέσω του είδους του λογοτεχνικού επιγράμματος.


2.3 Φουκώ στην Αλεξάνδρεια: Αρχειακός Λόγος

Ο Μισέλ Φουκώ πιθανότατα έκανε την πρώτη ουσιαστική συμβολή σε αυτό που έχει γίνει μια πρόσφατη μικρή οικιακή βιομηχανία θεωρητικοποίησης του αρχείου. Ο Μισέλ Φουκώ, στο έργο του «Αρχαιολογία της Γνώσης», θεωρητικοποίησε το αρχείο ως ένα επιστημολογικό έργο που «είναι ο πρώτος νόμος αυτού που μπορεί να ειπωθεί, το σύστημα που διέπει την εμφάνιση των δηλώσεων (énoncés) ως μοναδικά γεγονότα».15 Για τον Φουκώ, το αρχείο είναι ένα «σύστημα δηλώσεων» που επιτρέπει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ειπωθεί. Σημασιοδοτώντας το αρχείο με αυτόν τον τρόπο, ο Φουκώ φαινομενικά το διαφοροποιεί από τις υλικές του ρίζες, υποστηρίζοντας ότι το αρχείο δεν είναι «το άθροισμα όλων των κειμένων που ένας πολιτισμός έχει διατηρήσει ως έγγραφα που πιστοποιούν το δικό του παρελθόν ή ως απόδειξη μιας συνέχειας ταυτότητας· ούτε εννοώ τους θεσμούς, οι οποίοι, σε μια δεδομένη κοινωνία, καθιστούν δυνατή την καταγραφή και τη διατήρηση εκείνων των λόγων που κάποιος επιθυμεί να θυμάται και να διατηρεί σε κυκλοφορία».16 Οι περισσότεροι σχολιαστές έχουν βασιστεί σε αυτή τη δήλωση για να τονίσουν το γεγονός ότι ο ορισμός του Φουκώ για τα αρχεία δηλώνει ότι δεν είναι μια μάζα κειμένων και στη συνέχεια τονίζουν τις μη υλικές πτυχές του.17 Αυτή η ερμηνεία, ωστόσο, αποτυγχάνει τόσο να τοποθετήσει σωστά στο πλαίσιο της δήλωσής του όσο και να κατανοήσει πλήρως τις πολυπλοκότητες που κρύβονται πίσω από τους βασικούς όρους που χρησιμοποιούνται στον ορισμό του. 

Μέσα από την παρουσίαση του αρχείου ως ένα σύνολο κανόνων λόγου ή ενός corpus δηλώσεων, ο Foucault μεταμορφώνει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το αρχείο, μετατοπίζοντας την έμφαση από την ανάκτηση κάποιου χαμένου παρελθόντος προς την εξήγηση του πώς οι πολυπλοκότητες και οι αποχρώσεις των δηλώσεων, είτε πρόκειται για «γεγονότα είτε για πράγματα»,18 γίνονται παράγοντες αλλαγής στο παρόν. Ορίζει τα αρχεία ως το σύνολο κανόνων που «επιτρέπει στις δηλώσεις τόσο να επιβιώνουν όσο και να υφίστανται τακτική τροποποίηση. Είναι το γενικό σύστημα σχηματισμού και μετασχηματισμού των δηλώσεων».19 Οι δηλώσεις σε αυτή την περίπτωση δεν είναι απλώς ασώματες κειμενικές οντότητες, αλλά βασίζονται στην υλική πραγματικότητα. Ο Robert Young συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τον πολύπλοκο και μακροσκελή ορισμό του Foucault για τη «δήλωση» ως:

ένα συγκεκριμένο υλικό γεγονός, μια επιτελεστική πράξη ή λειτουργία, μια ιστορική έκρηξη που προσκρούει και κάνει μια τομή στην περίσταση. Η επίδρασή του, επομένως, σε πρώτη φάση, είναι πρωτίστως ασυνέχειας, δεικτικής παρέμβασης, πραγματοποίησης αλλαγής, αλλά υπάρχει επίσης σε μια παραγωγική ένταση με κανονικότητα. Περιλαμβάνει τη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτήν, επειδή αυτή η γλώσσα θα είναι επίσης μέρος της εντοπισμένης υλικότητας της περίστασης.20

Αυτός ο ορισμός αντικατοπτρίζει την ανησυχία του Φουκώ για την παροχή ενός μοντέλου που δεν είναι αναγωγικό. Στην πραγματικότητα, το μοντέλο του Φουκώ μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα πώς φαινομενικά εσωτερικές δηλώσεις περί ακαδημαϊκής γνώσης μπορεί να είναι συνυφασμένες με τον ευρύτερο κόσμο της πολιτικής.


https://dukespace.lib.duke.edu/server/api/core/bitstreams/5defecc5-7ef9-4ee3-8a9f-8e3e8b86b66f/content

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

4.2 Ο ταύρος στον Ινδό

 4.2 Ο ταύρος στον Ινδό

Η ύπαρξη καλλιτεχνικών θεμάτων με τον ταύρο, ιδιαίτερα δημοφιλών στην μικρογλυπτική του Ινδού, καθώς και άλλων με τον διπλό σταυρό δείχνουν, σύμφωνα με μελετητές, την ύπαρξη συγγένειας μεταξύ του Ινδικού και του Μινωικού πολιτισμού.4_4 Άλλωστε ο τρόπος παραστάσεως του ταύρου σε ειδώλια φαίνεται, κατά μία άποψη, να ανακαλεί το ύφος και την τεχνική της Σουμερίας και Κρήτης.4_5 Πολύ πιθανή κοινή πηγή των λατρευτικών αθλημάτων με ταυρομαχίες θεωρεί και ο Δαβάρας την Σουμερία,4_5a1 αν και ο Cameron στον οποίον παραπέμπει - πέραν του προκατειλημμένου Βαβυλωνιαστή C. Gordon - εμφανίζεται πολύ επιφυλακτικός, σημειώνων: ‘Υπάρχουν ορισμένα σημαντικά σημεία διαφοροποιήσεως από το σουμεριακό τελετουργικό και έτσι τόσο η προέλευση όσο και η σημασία της μινωικής εκδοχής του αθλήματος παραμένουν αβέβαιες’.4_5a2 Η Σουμεριακή τέχνη και μυθολογία διαθέτουν βαθύ συμβολισμό σχετικά με τον ιερό ταύρο, αλλά δεν απεικονίζουν τα ταυροκαθάψια ως ακροβατικό άθλημα ή τελετουργικό, με το τελευταίο να αποτελεί χαρακτηριστικό του Μινωικού πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού, της παλαιο - Χεττιτικής Ανατολίας και του Λεβάντε… Όσον αφορά μάλιστα στην συχνά αναφερόμενη συσχέτιση του Gilgamesh με το θέμα - μοτίβο του ταύρου ας σημειωθεί ότι το ‘έπος’ προερχόμενο από την τυπική έκδοσή του χρονολογείται στην περίοδο της βιβλιοθήκης του Asuurbanipal, ήτοι περίπου τότε που τα Ομηρικά έπη θεωρείται ότι κατεγράφησαν (συντεθέντα πολύ παλαιότερα)!4_5a3

Σε σφραγίδες του πολιτισμού του Ινδού έχουν ευρεθεί απεικονίσεις οι οποίες αποδεικνύουν την ύπαρξη λατρευτικής πρακτικής σχετιζόμενης με τον ταύρο, όπως στην Μινωική Κρήτη, δεν λείπουν μάλιστα σκηνές οι οποίες φαίνεται να παριστούν θυσία βουβαλιού, παραπέμποντας έτσι στην παρόμοια εικονογραφία στην γνωστή σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας όπου περιγράφεται θυσία ταύρου!4_6 Σύμφωνα με τον Fabri η αντιστοιχία είναι τόσον απόλυτη και υπάρχει τέτοια ταύτιση σε σημαντικές λεπτομέρειες ώστε να αποκλείεται η ξεχωριστή επινόηση.4_7


Εικ. 4_3: Γενειοφόρος κεφαλή ταύρου, Ur

 

Η ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών όπως το φίδι, το ιερό δένδρο, το περιστέρι, το ιερό τέμενος, η στήλη4_8 και το ιερό πτηνό καθιστούν την ομοιότητα μεταξύ των δύο πολιτισμών εκπληκτική, παρόλον ότι ο αναπηδών ταύρος και η ταυρομαχία αποτελούν θέματα δημοφιλή και σε άλλα μέρη του κόσμου.4_9 Σημειώνεται ότι παραστάσεις του αναπηδώντος ταύρου εμφανίζονται στην Κρήτη ήδη από την προανακτορική περίοδο, καθιστώντας έτσι αναμφισβήτητη την χρονική προπορεία της επί του συγκεκριμένου εν σχέσει με τον Ινδό, αλλά και την Βακτρία κ.α.4_10 Η αντικατάσταση του ταύρου των Μινωικών παραστάσεων με το βουβάλι σε σφραγίδες του πολιτισμού του Ινδού δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως στοιχείο διαφοροποιήσεως, δεδομένου ότι και στην Μικρασιατική Μίλητο, Μινωική αποικία της Μιλήτου της Ανατολικής Κρήτης, ο ταύρος είχε δώσει την θέση του στο ολιγώτερο επικίνδυνο βόδι.4_11

 

Εικ. 4_4: Σκαρίφημα χορεύουσας μορφής δεικνύον την στάση



Εικ. 4_5: Χορεύουσα κόρη του Mohenjo-daro  (ορείχαλκος)

 

Εικ. 4_6: Σφραγίδες με παραστάσεις ταύρων (αριστερά Μ 312, δεξιά DK 8321)

              

Το θέμα της ταυρομαχίας στην εικονογραφία του Ινδού έχει μελετήσει και η Duff, η οποία έχει σχολιάσει παραγωγικά διάφορες απεικονίσεις της. 4_12 Η ίδια εκφράζει την επιφύλαξή της αναφορικά με την άποψη του Fabri ο οποίος αναγνωρίζει στην Μινωική Κρήτη την πατρότητα της συλλήψεως. Αυτήν της την διαφωνία βασίζει στην άποψη ότι τα Κνωσιακά παραδείγματα τέτοιων παραστάσεων χρονολογούνται στην ύστερη Μινωική περίοδο,  γεγονός το οποίο κατά την ίδια σημαίνει ότι αυτά είναι τουλάχιστον 500 έως 1000 χρόνια αργότερα από τις σφραγίδες του Ινδού.4_13 Όμως η χρονολόγηση της φημισμένης τοιχογραφίας της Κνωσού ευρίσκεται ήδη υπό αναθεώρηση, οι δε πρώτες ενδείξεις υποδεικνύουν μετατόπιση προς τα πίσω κατά περισσότερο του ενός αιώνος, ήτοι περί το 1600, περί τα τέλη της περιόδου Harappa. Άλλωστε το θέμα των ταυροκαθαψίων εμφανίζεται στην Κρήτη από πολύ παλαιότερα, συγκεκριμένα σε ρυτά από θολωτούς τάφους στην Κουμάσα και το Πορτί της ΠΜ ΙΙ περιόδου,4_13a1 απαντάται δε σε ‘ελάσσονα’ μέσα (ήτοι δακτυλίδια, σφραγίδες κ.ά.) σε διάφορες περιόδους.4_13a2 Έχει, ενδεχομένως, ιδιαίτερη σημασία να σημειωθεί ότι στην νεολιθική Κνωσό παρέχονται ενδείξεις για την ιδιαιτερότητα της θέσεως του ταύρου στην συνείδηση της κοινότητας, όπως φαίνεται να υπονοεί η ανεύρεση σειράς ειδωλίων αυτού του ρωμαλέου βοοειδούς,4_13a3 για να μην αναφερθούμε στα σχετικά τεκμήρια από το ακόμη παλαιότερο Çatal Hüyük, αλλά και το Lascaux, την Altamira και το Σπήλαιο Chauvet.4_13a4 Αξίζει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι κατά την εμπειρογνώμονα των Μινωικών τοιχογραφιών Shaw ωρισμένες επιτοίχιες απεικονίσεις με ταύρους στο ανάκτορο της Κνωσού ανάγονται πιθανώς στην ΜΜ ΙΙΙ περίοδο, η οποία σήμερα εκτιμάται ότι διήρκεσε περίπου έως το 1700 π.Χ.4_14 Σε κάθε περίπτωση τα ταυροκαθάψια και τα σχετικά αθλητικά δρώμενα σε εξελιγμένη μορφή χρονολογούνται τουλάχιστον στην ΜΜ Ι, όπως αποδεικνύουν ταυρόσχημα ρυτά αυτής της περιόδου που βρέθηκαν στην πρώιμη θόλο του οστεοφυλακείου της Μεσαράς,4_14a1 ενώ πολλά παραδείγματα αγωνιστικών αθλητικών δραστηριοτήτων όπως η πυγμαχία, τα ταυροκαθάψια, το τρέξιμο και τα ακροβατικά είναι εμφανή στην τέχνη του Αιγαίου από την 3η χιλιετία π.Χ. έως τον ΥΜ ΙΙΙ αι.4_14a2

 

Εικ. 4_7: Ρυτό από την Κουμάσα της ΠΜ ΙΙ με παράσταση ταυρομαχίας

 

Εικ. 4_8: Περιδέραιο με χάνδρες, μία των οποίων διαθέτει διακόσμηση τριφυλλιού

 

Με βάση τα ανωτέρω η άποψη του Δαβάρα, βασιζόμενου στην Collon4_14a3 ότι ‘Ορισμένα χαρακτηριστικά της γλυπτικής τέχνης, όπως οι λεπτές, εύκαμπτες αθλητικές μορφές και η ίδια η ταυρομαχία, εμφανίζονται πρώτα σε συριακές σφραγίδες και μόνον αργότερα σε σφραγίδες του Αιγαίου και στην μινωική εικονογραφία’, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα! Πράγματι η Collon χρονολογεί τις ως άνω σχετικές Συριακές σφραγίδες στην λεγόμενη περίοδο IVf, ήτοι κατά το διάστημα 2000-1500 π.Χ.4_14a4 ενώ τα αντίστοιχα Μινωικά τεχνουργήματα χρονολογούνται, όπως απεδείχθη, από πολύ παλαιότερα! Ας ασχοληθούμε όμως εν είδει παραδείγματος με μία από αυτές τις Συριακές σφραγίδες ο οποίες φέρονται να προηγούνται των Μινωικών παραστάσεων ταυρομαχίας κλ.π. την #709. Η κυλινδρο-σφραγίδα αυτή από αιματίτη χρονολογήθηκε αρχικώς από τον Seyrig στον 15/14 αι. π.Χ.4_14a5 για να επανατοποθετηθεί εν συνεχεία από την Collon στην προηγούμενη περίοδο IVf.4_14a6

Εικ. 4_9: Σφραγιδοκύλινδρος #709 με παράσταση ταυρομαχίας

 

Ο Seyrig4_14a7 μελετά την σφραγίδα υπό τον τίτλο ‘Ταυρομαχίες στο Αιγαίο’ αναγνωρίζει δε επ’ αυτής σειράν Αιγαιακών χαρακτηριστικών:  (α) την απεικόνιση στην πρώτη ζώνη αυτής γρύπα, (β) το σύμπλεγμα του γρύπα που επιτίθεται στον λέοντα (ζώνη 1, β) θεωρεί ότι ακολουθεί ένα πιθανώς Αιγαιακό μοτίβο, (γ) η παράσταση του ακροβάτη (ζώνη 2, c) θεωρεί ότι υιοθετεί την Αιγαιακή σιλουέτα, ενώ από πλευράς μας θα προσθέταμε (δ) την χρήση της τυπικώς Αιγαιακής πεπλεγμένης σπείρας!4_14a8

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


4_4. Pitman 1984, p. 83; Bahadur and Dikshit 1938, p. 56. Στην σφραγίδα M 312 απεικονίζεται η τελετουργία του αναπηδούντος ταύρου με τους ακροβάτες.
4_5. Mackay 1938, p. 289.
4_6. Η σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας είναι γραπτή ασβεστολιθική λάρνακα μήκους 137 εκ. της ΥΜ ΙΙΙ και ανακαλύφθηκε στην Αγία Τριάδα Ηρακλείου. Θεωρείται πιθανώς η πληρέστερη εικονογραφία θυσιαστικής τελετής του προ-ομηρικού κόσμου και στον τοιχογραφικό της διάκοσμο παρέχονται πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα των ευγενών της περιόδου κατά την οποία η Κρήτη βρισκόταν υπό Μυκηναϊκή κυριαρχία. Εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Η σαρκοφάγος συνολικά συνδυάζει Μινωικά και Μυκηναϊκά χαρακτηριστικά ως προς τη θεματολογία και την τεχνοτροπική της απόδοση (από την Wikipedia).
4_7. Fabri 1937, pp. 93, 96. O Fabri επικαλείται, μεταξύ των άλλων, τις σφραγίδες DK 9281, 8321 & 8120 εν συνδυασμώ με Μινωικές απεικονίσεις, συμπεριλαμβανομένης της σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδος, για να αποδείξει την ταύτιση των λατρευτικών σχημάτων.
4_8. Κονιδάρης 2019a, σελ. 86-87, σημ. 292. Σταλαγμίτης ευρισκόμενος περίπου στο κέντρο του σπηλαίου Αμνισού Κρήτης (της Ειλειθυίας) με ύψος 1.5 μ. εκτιμήθηκε από τον Evans ως ιερά στήλη, κατά κάποιον τρόπο ανάλογος του κατοπινού ομφαλού της γής. Βλ. και §5.1 παρακάτω.
4_9. Winkelmann 2008, p. 51.
4_10. Soar 2009, p. 16. Ρυτά σχήματος αναπηδούντος ταύρου έχουν ανασκαφεί από τάφους στήν Κουμάσα και τον Πόρο, χρονολογούμενα από την πρώιμη Μινωική περίοδο. Ειδώλιο από τήν Κουμάσα εμφανίζει ταύρο με μικρές ανθρώπινες φιγούρες να κρέμονται από τα κέρατά του. Ανάμεσα στα υπερμεγέθη κέρατα υπάρχει ακροβάτης.
4_11. Evans 1935, p. 47, n. 4.
4_12. Duff 2012, pp. 5-18.
4_13. Duff 2012, p. 13
4_14. Κονιδάρης 2016, σελ. 152, σημ. 428-430.

14_74. Αμφιβολίες έχει εκφράσει, μεταξύ άλλων, ο O. Soysal, σύμφωνα με σχετική αναφορά του Taracha (Taracha 2004), ενώ αρνητική εμφανίζεται και η Yener (Yener 2002, p. 3).
14_75. Taracha 2002.
14_76. Marinatos 1989, p. 44, n. 52; Rehak 1996, p. 38, table 1; Betancourt and Michael 1987. Με βάση την νέα Αιγαιακή χρονολόγηση του Betancourt η κατασκευή της τοιχογραφίας των ταυροκαθαψίων της Κνωσσού τοποθετείται κοντά στον 16ο/17ο αιώνα.
14_77. Soar 2009, p. 16. Βλ. εικόνα στην θέση: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Rhyton_Koumasa_01.jpg.
14_78. Shaw 1995, pp. 94-98; Younger 1995b, pp. 539-542.
14_79. Shaw 1995, pp. 100.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κονιδάρης, Δ. 2016. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

Κονιδάρης, Δ. 2019a. Ο Πρώιμος Αιγυπτιακός Πολιτισμός και οι Αλληλεπιδράσεις με το Αιγαίο, Αθήνα.

Κονιδάρης, Δ. 2019b. Ο Κινεζικός πολιτισμός και οι Ελλαδικές επιδράσεις, Αθήνα.

Κονιδάρης, Δ. 2020. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, 2η έκδ., Αθήνα.

https://www.aegeussociety.org/images/uploads/pdf/DF_Ch12_Mantzourani_Offprint.pdf
Mantzourani, E. 2012. “Bibliography of Costis Davaras,” in Philistor. Studies in Honour of Costis Davaras, ed. P. P. Betankourt, E. Mantzourani, INSTAP, pp. xxi-xxix.

https://www.themata-archaiologias.gr/%CE%AD%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5-%CE%BF-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%B4%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/
Θέμελης, Π. 2021. "Έφυγε ο Κωστής Δαβάρας – αποχαιρετισμός από τον Π. Θέμελη," Θέματα Αρχαιολογίας 2021 (5.2), Μινωϊκός Πολιτισμός, Νεκρολογίες.

https://www.jstor.org/stable/4196884?seq=18
Seyrig, H. 1955. "Antiquités syriennes," Syria 32 (1/2), pp. 29-48.

https://www.persee.fr/doc/syria_0039-7946_1956_num_33_1_5175
Seyrig, Η. 1956. "Cylindre représentant une tauromachie," Syria 33, pp. 169-174.

https://dokumen.pub/qdownload/the-aegean-and-the-orient-in-the-second-millennium-bc-z316q205h.html
Kantor, H. J. 1947. The Aegean and the Orient on the Second Millennium B.C., The Archaeological Institute of America, Monograph nr 1, 1947, The Principia Press, Inc., Bloomington, Indiana.

https://isac.uchicago.edu/sites/default/files/uploads/shared/docs/HJKX.pdf
Kantor, H. J. 1945. “Plant Ornament in the Ancient Near East,” chapter X in  The Aegean Relations of the Egyptian Empire, (diss. Univ. of Chicago).

https://books.ub.uni-heidelberg.de/propylaeum/catalog/view/1309/2559/117650
Tully, C. J. 2024. “Against Nature: Tree-Shaking Action in Minoan Glyptic Art as Agonistic Behaviour,” in Gesture, Stance, and Movement. Communicating Bodies in the Aegean Bronze Age, ed. Günkel-Maschek, C. Murphy, F. Blakolmer, D. Panagiotopoulos, Heidelberg, pp. 275-289.

https://zenodo.org/records/1449962/files/article.pdf
Evans, A. 1921. “On a Minoan Bronze Group of a Galloping Bull and Acrobatic Figure from Crete, with Glyptic Comparisons and a Note on the Oxford Relief showing the Taurokathapsia,” The Journal of Hellenic Studies 41 (2) ,  pp. 247 – 259.

https://archive.org/details/firstimpressions0000coll
https://www.mediafire.com/file/oaff5qsxkghoa47/First+Impressions+Cylinder+Seals+in+The+Ancient+Near+East+%28Dominique+Collon%29.pdf/file
Collon, D. 1987. First Impressions: Cylinder Seals in the Ancient Near East, London.

Marinatos, N. 1994. "The 'Export' Significance of Minoan Bull Hunting and Bull Leaping Scenes", Ägypten und Levante 4, pp. 89-94.

Επισκόπηση AI                

The 'export' significance of Minoan bull-leaping and hunting imagery lies in its function as a powerful political and religious symbol of Knossian soft power, elite ideology, and cultural hegemony across the Bronze Age Aegean and Eastern Mediterranean. These exported motifs served specific functions: [1, 2, 3]
Ideological and Political Export
Elite Authority: Foreign elites in places like Avaris (Egypt) and the Levant adopted Minoan-style frescoes and iconography to project absolute mastery over nature and divine alignment. [1, 2, 3, 4, 5]
Palatial Prestige: The motif broadcast the centralized economic and ritual power of Knossos, acting as a visual trademark of advanced Minoan civilization. [1]
Diplomatic Currency: Portable luxury goods (sealstones, metalwork, and ceramics) bearing bull sports functioned as high-status diplomatic gifts cementing alliances. [1]
Religious and Cultural Transmission
Ritual Koine: Shared imagery created a common religious language around fertility, sacrifice, and cyclical renewal across disparate Mediterranean polities. [1, 2]
Mythic Resonance: The dramatic tension of human acrobatics against raw animal power traveled abroad, prefiguring later regional heroic traditions. [1, 2]