BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Minoan Crete. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Minoan Crete. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

'FABULOUS FIVE' or EX ORIENTE LUX

 ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ή ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΖΩΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ - ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΙΝΩΕΣ & ΜΥΚΗΝΑΙΟΥΣ

Τα Υπέροχα Πέντε αποτελούν όρο που επινοήθηκε από την J. L. Crowley προκειμένου να περιλάβει πέντε πραγματικά ή φανταστικά, υβριδικά ή μή ζωικά πλάσματα:[1] πίθηκος,[2] λέων,[3] γρύπας, δράκων, τζινι. Αυτά απαντούν στην Μινωική και εν συνεχεία Μυκηναϊκή εικονογραφία, γλυπτική και εν γένει καλλιτεχνική απεικόνιση, χαρακτηρίζονται δε από την συγγραφέα ως πραγματικά μέν αλλά μή αυτόχθονα στο Αιγαίο ή υβριδικά και φανταστικά, αμφοτέρων δε η πηγή της εικονογραφίας αποδίδεται στην Εγγύς Ανατολή ή την Αίγυπτο. Τα ζώα αυτά έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής και δημοφιλίας στο Αιγαίο απεικονισθέντα εκεί καθ' υπερβολήν!
Υπάρχουν χαρακτηριστικά που συνδέονται με αυτά τα ζώα, αν και η ερμηνεία της Crowley καθιστά σαφές ότι το καθένα διέγραψε μια συγκεκριμένη τροχιά και έτυχε της ιδιαίτερης κατανοήσεως στον Μινωικό κόσμο. Οι ερμηνείες της Crowley για αυτά τα υβριδικά πλάσματα είναι πολύτιμες, αλλά οι διαφορές τους υπογραμμίζουν την 'εξωτερική' φύση της ταξινομήσεως των «υπέροχων πέντε». ..[4]

Μυκηναϊκό διακοσμητικό με λέοντα επί του θηράματός του (Nancy Thomas)

Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα από την ανάλυση της Crowley:[5]

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Σε όλο το βιβλίο, αφού συζητήθηκαν διάφορα στοιχεία και θέματα, έγινε αναφορά στην σχέση της αιγαιοπελαγίτικης τέχνης με αυτήν των δύο μεγάλων παραδόσεων στα ανατολικά, της Αιγυπτιακής και της Μεσοποταμιακής. Η μεταφορά ανατολικών διακοσμητικών θεμάτων στο Αιγαίο έχει σημειωθεί ήδη, αφορούσε δε στα ουράνια ζώδια, τα διπλά κέρατα,[6] τα εξωτικά και φανταστικά πλάσματα, διάφορες εραλδικές στάσεις (πόζες) και συνθέσεις αντωπών - αντιθετικών ομάδων. Όταν ένα διακοσμητικό θέμα ή μια ιδέα μεταφερόταν από τις μεγάλες καλλιτεχνικές παραδόσεις της ανατολής, πάντα κατέληγε σε μια ιδιότυπη λύση για την αναδιατύπωση της εισαγωγής στο Μινωικό ιδίωμα. Η πλήρης αφομοίωση και η Αιγαιακή επαναδιατύπωση των Υπέροχων Πέντε (Fabulous Five) είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αυτής της ανατολικής επιρροής. Σε δύο περιπτώσεις οι Μινωικές εικόνες γίνονται δεκτές στις ανατολικές παραδόσεις. Στην Μέση Εποχή του Χαλκού οι συσχετίσεις μεταξύ Κρήτης και Μεσοποταμίας εμφανίζονται στις μεγάλες τοιχογραφίες στο ανάκτορο του Zimri Lim στο Mari του Ευφράτη. Σχέδια με τρέχουσα σπείρα πλαισιώνουν την τοιχογραφία της ανακηρύξεως του ηγεμόνος (Investiture), ενώ τα μοτίβα των φλεβώσεων μαρμάρου εμφανίζονται στα δάπεδα. Στην Αίγυπτο της 18ης Δυναστείας, οι στάσεις των ζώων του Αιγαίου ήτοι αυτές του ιπτάμενου καλπασμού, του ιπτάμενου άλματος και της αντίστροφης συστροφής είναι αυτές που χρησιμοποιούνται σε τοιχογραφίες και σε ανάγλυφα έργα. Αυτές οι ζωηρές στάσεις ζώων εμφανίζονται επίσης σε σφραγιδο-κυλίνδρους της Συρίας. Οι προαναφερθείσες επιτυχείς υιοθετήσεις Μινωικών διακοσμητικών θεμάτων περαυσιάζουν δύο κοινά σημεία. Είναι καλλιτεχνικές καινοτομίες χωρίς ισοδύναμα σχέδια στα ανατολικά και είναι απαλλαγμένες από θρησκευτικούς / πολιτιστικούς συνειρμούς. Αυτοί οι δύο παράγοντες επέτρεψαν την υιοθέτησή τους στην Ανατολή από καλλιτέχνες που είδαν την καλλιτεχνική τους αξία και καλωσόρισαν τις δυνατότητες επεκτάσεως του δικού τους θεματολογίου με τόσο ζωντανές εικόνες. Παρόμοιες επιλογές έγιναν αναμφίβολα όταν επρόκειτο να συμπεριληφθούν διάφορα αιγαιοπελαγίτικα μοτίβα στο Διεθνές Θεματολόγιο και το Διεθνές Ύφος που παρατηρείται στα ανατολικά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Αυτό που δεν παίρνουν οι Μινωίτες από την ανατολή είναι αποκαλυπτικό. Καμία από τις μεγαλειώδεις εικόνες της βασιλείας και από τις δύο παραδόσεις δεν κινείται πρός τα δυτικά. Δεν υπάρχει επιθετική μορφή που να θυσιάζει αιχμαλώτους, δεν υπάρχει ο φτερωτός ηλιακός δίσκος, κανένα διακριτικό της βασιλικής οικογένειας. Το γεγονός ότι η σφίγγα τυγχάνει καθυστερημένης υποδοχής από την Μυκηναϊκή τέχνη μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι οι Μυκηναίοι είχαν διαφορετική άποψη για τη δύναμη ενός μονάρχη, περισσότερο παρόμοια με την Αίγυπτο παρά με την μινωική Κρήτη.

Σφραγίδα CMS I 051 με παράσταση λέοντα (Ασπρόχωμα / Αγριοσυκιά)

Στο βιβλίο μου το 1989, The Aegean and the East, πρότεινα τέσσερις εποχές επαφής που συμπίπτουν στην Κρήτη με την προανακτορική, πρωτοανακτορική και νεοανακτορική περίοδο και στην συνέχεια την ΥΕ IIIA-B με την Μυκηναϊκή επέκταση. Αυτές οι εποχές των επαφών εξακολουθούν να παρέχουν τα περισσότερα στοιχεία για καλλιτεχνική μεταφορά, όπως φαίνεται στα πιο πρόσφατα ευρήματα από ανασκαφές στο Tell Kabri στο {ΣτΜ: σημερινό} Ισραήλ και στο Tel el d'Aba στην Αίγυπτο. Ωστόσο, όπως οι εμπορικοί δρόμοι δεν ξεχάστηκαν ποτέ αληθινά, η μνήμη της τέχνης θα μπορούσε κάλλιστα να είχε παραμείνει συνεχώς στη συνείδηση των ανθρώπων, παρόλο που δεν μπορούμε να την εντοπίσουμε από αυτή την απόσταση στο χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτής της μελέτης σφραγίδων, η οποία μπόρεσε να λάβει υπόψη τις εκτενείς ενδείξεις των προανακτορικών και πρωτοανακτορικών εικόνων της σφραγίδας, πρέπει να γίνουν κάποιες αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα. Η έμπνευση από την ανατολή ήρθε πολύ νωρίτερα από ό,τι είχε αναγνωριστεί προηγουμένως. Στην αρχή της Πρώιμης Περιόδου της σφραγίδας, ο πίθηκος, το λιοντάρι, ο γρύπας και ο δράκος μπήκαν στην τέχνη μαζί με σχέδια παπύρου, παλάμης και ανθεμίου. Για τον εορτασμό της σημαίνουσας εκδόσεως της Kantor το 1947, .. πραγματοποιήθηκε ένα Συμπόσιο με το ίδιο όνομα στο Σινσινάτι το 1997 και τα πορίσματα δημοσιεύτηκαν στο Aegaeum 18 το 1998. Το Συμπόσιο μπόρεσε να αναλογιστεί τις προόδους στην κατανόηση των Διασυνδέσεων της Εποχής του Χαλκού πενήντα χρόνια από την έκδοση της Kantor. Αν και δεν έχουν περάσει ακόμη πενήντα χρόνια από το Συμπόσιο του Σινσινάτι, ίσως είναι ήδη καιρός να προγραμματίσουμε ένα άλλο τέτοιο διεθνές συνέδριο με το ίδιο θέμα, προκειμένου να συγκεντρώσει όλα τα νέα ανασκαφικά και εικονογραφικά στοιχεία για διαπολιτισμική έμπνευση.


14.4.2 ΓΡΥΠΑΣ[7]

Αξιοσημείωτη για τις ενδεχόμενες επαφές Ανατολίας – Κρήτης είναι ελεφαντοστέινη πλάκα εγχάρακτη με παράσταση γρύπα Αιγαιακού ύφους, η οποία ανήκε στην Συλλογή Pratt. Το τεκμήριο είναι αποτέλεσμα ανεπίσημης ανασκαφής και έχει αποδοθεί στην Ανατολία[14_94] ή και το Acemhöyük ειδικώτερα,[14_95] αν και αρχικώς συσχετίσθηκε και με αυτούς τους Φοίνικες ακόμη![14_96] Σύμφωνα με τους ειδικούς του Μητροπολιτικού Μουσείου Νέας Υόρκης όπου φυλάσσεται, οι γρύπες αυτού του τύπου, με κυματιστό βόστρυχο και εκτεταμένα φτερά, χαρακτηρίζουν την τέχνη του Αιγαίου σε μεταγενέστερες περιόδους, επί παραδείγματι στην περίφημη Μινωική τοιχογραφία από το ανάκτορο της Κνωσσού όπου τα μειξογενή αυτά πλάσματα πλαισιώνουν τον βασιλικό θρόνο.[14_97] Η συγκεκριμένη εγχάρακτη παράσταση έχει θεωρηθεί ως η παλαιότερη γνωστή απόδοση αυτού του τύπου γρύπα, υποδηλώνοντας ότι το θέμα υιοθετήθηκε από Μινωίτες καλλιτέχνες μετά από επαφές τους με την Ανατολή της Εποχής του Χαλκού. 
Σχετικά με την καταγωγή του γρύπα υπάρχουν πολλές και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Έτσι η Aruz αποδίδει τον Μινωικό γρύπα της πρωτο – ανακτορικής περιόδου στην Εγγύς Ανατολή,[14_98] ο Evans βλέπει – και εδώ – Αιγυπτιακή προέλευση,[14_99] ο δε Schliemann πρωτοτυπώντας συνδέει το Μινωικό μειξογενές πλάσμα με την Ινδία![14_100] Άλλοι ερευνητές έχουν προτείνει την Μιττανική προέλευση (Crowley),[14_101] ή την Συριακή (Frankfort)[14_102] ενώ στα προηγούμενα αναφερθήκαμε ήδη και σε Φοινικική συσχέτιση!
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη η παράθεση μερικών πρόσθετων πληροφοριών και σχολίων αναφορικά με την ευκολία που ένα τέτοιο σκοτεινής προελεύσεως εύρημα χαρακτηρίζεται ως Μικρασιατικό και μάλιστα εντοπίζεται η ακριβής προέλευσή του από το Acemhöyük (ανάκτορο Sarikaya) ενώ χρονολογείται και μάλιστα στην φάση ΙΙΙ τής προαναφερθείσας θέσεως, η οποία έληξε με πυρκαϊά περί το 1777/1774.[14_103] Η παλαιότερη γνωστή στον γράφοντα Μινωική παράσταση γρύπα ή γρυποειδούς φέρεται στις σφραγίδες CMS II.5 317 & 318, αγνώστου προελεύσεως και χρονολογούμενες αισθητικώς στην ΜΜ ΙΙ περίοδο, ήτοι μετά το 1800 π.Χ.[14_104] Η χρονολόγηση αυτή δεν απέχει από τήν αποδοθείσα στο Acemhöyük, σε κάθε δε περίπτωση η χρονική διαφορά μεταξύ τους είναι μικρή. 
Άξια αναφοράς είναι ότι η αρχαιότερη στον Αιγαιακό χώρο παράσταση φανταστικών πλασμάτων είναι η φερόμενη επί του σφραγιδοκυλίνδρου CMS IS 066 των μέσων της τρίτης χιλιετίας από την Πολιόχνη (κίτρινη περίοδος), ο οποίος τηρείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (αρ. 7243).[14_105] Από τα Σούσα της πρωτο – Ελαμιτικής περιόδου, τού τέλους της τετάρτης χιλιετίας, προέρχεται επίσης ενδιαφέρουσα σφραγίδα με φανταστικό πλάσμα προσομοιάζον σε σφίγγα, όπου επιχειρείται χαρακτηριστικά ο συνδυασμός στοιχείων από λέοντα και αρπακτικό πτηνό.[14_106]

Σφραγίδα CMS IS 066 από την κίτρινη περίοδο της Πολιόχνης

Εικ. 14_5: Εγχάρακτος γρύπας επί ελεφαντοστέϊνης πλάκας (Acemhöyük ;) 

Ανεξάρτητα από τα προηγούμενα η παράσταση γρύπα, μάλιστα με χαρακτηριστικό βόστρυχο, φαίνεται ότι αποτελεί σύνηθες διακοσμητικό θέμα στην Ανατολία κατά την περίοδο των Παλαιό – Ασσυριακών εμπορείων. Έτσι σφραγίδες με σχετική παράσταση γρύπα απειλούντος τετράποδο προέρχονται από το Boğazköy της περιόδου των Ασσυριακών εμπορείων (karum),[14_107] καθώς και από τις θέσεις Sirkeli Höyük, Kültepe και Konya-Karahöyük,[14_108] ενώ δεν είναι λίγες και οι παραστάσεις μοναχικού γρύπα από την Κάτω Πόλη του Boğazköy.[14_109]
Ανεξάρτητα από την διάθεση μερίδας αρχαιολόγων να ανακαλύψουν την πηγή της εμπνεύσεως των Μινωιτών ή Ελλαδιτών εν γένει στην Ανατολία ή αλλού, επιδεικνύοντες έτσι μια προκρούστεια διάθεση για την υποστήριξη μεροληπτικών απόψεων, γεγονός είναι ότι η Μινωική σφραγιδογλυφία και η εν γένει καλλιτεχνική παραγωγή γονιμοποιήθηκε από τις αισθητικές προσεγγίσεις άλλων λαών, αφομοιώνοντας δημιουργικά τις τελευταίες και εντάσσοντάς τες στην δική της διακριτή αισθητική ματιά. Επί παραδείγματι ο Κνωσσιακός σφραγιδοκύλινδρος CMS II.2 29 από λαζουρίτη λίθο, φέρον σφίγγα και γρύπα, εκτιμάται ότι παραπέμπει σε πληθώρα μορφολογικών στοιχείων της Συρίας και της Ανατολίας, όμως οι Μινωίτες χαράκτες φαίνεται ότι επενέβησαν σωστικά και δημιουργικά στο έργο τέχνης, εντάσσοντας σε αυτό το Μινωικό βουκράνιο και κατασκευάζοντες νέα καλύμματα![14_110] Σε άλλη περίπτωση σφραγίδας από την Ugarit, χρονολογούμενης αισθητικώς την περίοδο 1700-1500 π.Χ., εμφανίζονται Αιγαιακά διακοσμητικά θέματα συνδυασμένα με άλλα από την Ανατολή χαραγμένα – όπως υποστηρίζεται – από Σύρο χαράκτη. Πράγματι το σώμα της σφραγίδας διαθέτει εναλλάξ κλειστά και ανοικτά άνθη λωτού, διακόσμηση η οποία εμφανίζεται σε Μιττανικά έργα της ΥΕΧ, σε τεκμήρια από το Alakakh VII της ΜΕΧ, σε υδρία από την Τούμπα του Σκούρου (Μόρφου, Κύπρος), αλλά και σε θραύσμα αγγείου του ρυθμού Καμαρών από την ίδια την Ugarit![14_111] Από την άλλη η σφραγίδα φέρει επίσης Αιγαιακού τύπου γρύπα καθώς και αίγαγρο σε χαρακτηριστική Αιγαιακή στάση (βλ. CMS II.5 258 της ΜΜ ΙΙ). Για να μην μακρυγορήσουμε αναφέρουμε τέλος ότι η λεγομένη σφραγίδα της Βιέννης, θεωρούμενη Συριακή, εικονίζει δύο πολεμιστές, ενδεδυμένους και με κόμμωση Μινωική, οι οποίοι πλησιάζουν καθήμενο άτομο που συνοδεύεται  από γρύπα επί κλίμακος, διαμορφώνοντας έτσι μία σκηνή η οποία ομοιάζει εκπληκτικά με λεπτομέρεια τοιχογραφίας της Ξεστής 3, όπου το καθήμενο πρόσωπο πιθανώς ταυτοποιείται με την Μινωική θεά![14_112]


14.8 ΣΦΙΓΓΕΣ[8]

Το θέμα της σφίγγας θεωρείται Αιγυπτιακής εμπνεύσεως, οι δε γνωστές μνημειακές κατασκευές στην Σαχάρα χρονολογούνται από τα μέσα της τρίτης χιλιετίας περίπου. Οι Μινωίτες εισήγαγαν το θέμα στην τέχνη τους περί το 2000 π.Χ.,[14_167] ήτοι πρίν την ανακτορική περίοδο. Στις πρώτες Μινωικές απεικονίσεις οι σφίγγες διέθεταν την ιδιόμορφη κόμμωση της Hathor, παρίσταναν άρρενες και εστερούντο πτερών, ακολουθούσες έτσι το Αιγυπτιακό υπόδειγμα και όχι την Συριακή παράδοση, όπως έχει υποστηριχθεί από μερίδα μελετητών.[14_168] Σφραγιστικό δακτυλίδι ανασκαφέν στις Αρχάνες και χρονολογούμενο από την ΜΜ ΙΙ περίοδο, διακοσμούμενο από γενειοφόρο σφίγγα σε πράσινο ίασπι (CMS VI 128),[14_169] έχει θεωρηθεί ως έργο Χεττιτικής επιρροής. Όμως η εκτίμηση αυτή του Evans δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή διότι η χρονολόγηση του κομψοτεχνήματος, όχι νεώτερη του 1800 π.Χ.,[14_170] υποδεικνύει ηλικία παλαιότερη της εμφανίσεως των Χετταίων στο ιστορικό προσκήνιο! Σημειώνεται ότι η σφίγγα διαθέτει χαρακτηριστικά ασυνήθη για το Αιγυπτιακό υπόδειγμα, όπως προκύπτει από την ιδιαίτερη στάση, την έμφαση στις λεπτομέρειες της κυματιστής κομμώσεως και το ότι είναι ορατά και τα τέσσερα πόδια.

Άπτερη σφίγγα από λαβή σφραγιστικού δακτυλιδιού από πράσινο ίασπη, Αρχάνες
https://www.academia.edu/115913897/The_BICS_Mycenaean_Seminar_2016_17

Αξίζει πάντως να σημειωθεί η ύπαρξη θηριομόρφου μικρού τεχνουργήματος από την Κρήτη χωρίς πλαίσιο ευρέσεως το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί πρώιμη σφιγγοειδή απόδοση, χρονολογούμενη ασαφώς στην περίοδο ΠΜ ΙΙΙ - ΜΜ Ιa.[14_170a1] Το τεχνούργημα είναι κατασκευασμένο από ελεφαντόδοντο, υιοθετεί δε μία συμπαγή, χονδρή εκδοχή σώματος λιονταριού με τραχύ ανθρώπινο πρόσωπο που χωρίζεται από την αυλακωτή χαίτη με μακρούς βοστρύχους τύπου Hathor και ελλειπτική παρουσίαση του οπίσθιου τμήματος. Μάλιστα η Tzavella-Evjen αναφέρει επiπρόσθετα ως πιθανό υποψήφιο αποδόσεως του ίδιου θέματος νεολιθικό εδώλιο επίσης από την Κρήτη![14_170a2] 
Αμφισβητήθηκε επίσης η προέλευση της σφίγγας – μελανοδοχείου από την Αγία Τριάδα, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, και εκφράσθηκε η άποψη για την ύπαρξη ομοιοτήτων με τις Χεττιτικές,[14_171] όσον αφορά στην κόμμωση τύπου Hathor την οποία από κοινού αυτές διαθέτουν. Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε ώστε πρισματική σφραγίδα με παράσταση κεφαλής από την κεντρική Κρήτη να συσχετισθεί με παραστάσεις της Ishtar σε Συριακά μνημεία.[14_172] Άλλωστε ο Evans έχει υποστηρίξει απερίφραστα ότι η Μινωική και Ελλαδική, γενικώτερα, σφίγγα έχει παραλάβει τα χαρακτηριστικά της από τις μνημειακές σφίγγες των Χεττιτικών εδαφών, οι οποίες με την σειρά τους επηρεάστηκαν από το Αιγυπτιακό πρωτότυπο.[14_173] Όμως οι Μινωίτες δεν θα μπορούσαν να εισάγουν το χαρακτηριστικό της κομμώσεως Hathor από τους Χετταίους, δεδομένου ότι οι παλαιότερες Μινωικές απεικονίσεις σφιγγών με αυτό το χαρακτηριστικό προηγούνται χρονικά των Χεττιτικών και μάλιστα κατά αιώνες! Επιπρόσθετα, όπως σε άλλο σημείο ο ίδιος ο Evans έχει αποδεχθεί, η κόμμωση Hathor επαναλαμβάνει - αποδίδει το σύμβολο του διπλού ουραίου σκήπτρου, ‘uraeus’, το οποίο όμως είχε ήδη αφομοιωθεί στην Κρητική πραγματικότητα ως το ιδεόγραμμα υπ. αρ. 30 της ιερογλυφικής,[14_174] αλλά και υπό την μορφή σχετικών συλλαβογραμμάτων των Γραμμικών εν συνεχεία. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Κρητική ιερογλυφική εμφανίσθηκε κατά την μετάβαση από την τρίτη στην δεύτερη χιλιετία,[14_175] προκύπτει ότι οι Μινωίτες είχαν ήδη αφομοιώσει το θέμα του ουραίου και δεν εχρειάζετο να αναμείνουν περισσότερο από μισή χιλιετία για να το παραλάβουν από τους Χετταίους.

Θηριόμορφο σφιγγοειδές τεχνούργημα από την Κρήτη (ΠΜ ΙΙΙ - ΜΜ Ιa)



4.15 ΠΙΘΗΚΟΕΙΔΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΑΙΑΚΗ ΤΕΧΝΗ;

Τοιχογραφία με πιθήκους στον δυτικό τοίχο του Δωματίου 6 του Κτιριακού Συγκροτήματος Βήτα στο Ακρωτήρι Θήρας

Η ανακάλυψη στο Αιγαίο τεχνουργημάτων με πιθηκοειδή έχει χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο για την ύπαρξη σχέσεών του με την Αίγυπτο. Ομοιότητες έχουν πράγματι διαπιστωθεί σε ελεφαντοστέϊνες σφραγίδες χρονολογούμενες στην ΠΜ ΙΙ περίοδο,[4_100] επί παραδείγματι σε σφραγιστικό δακτυλίδι από τον Μόχλο,4_101 και σφραγιδοκύλινδρο από την ίδια θέση.[4_102] Η πρώτη μοιάζει να υιοθετεί το πανάρχαιο Αιγυπτιακό θέμα του κυνοκέφαλου πιθήκου, γνωστού από την προδυναστική περίοδο,[4_103] το οποίο θα κοσμήσει εν συνεχεία μία ολόκληρη σειρά σφραγίδων.[4_104] Σημειώνεται πάντως ότι, όσον αφορά στον σφραγιδοκύλινδρο, η Αιγυπτιακή συσχέτιση φαίνεται να περιορίζεται μόνον στο υλικό (ελεφαντοστούν), παρά την αντίθετη άποψη του Gregg,[4_105] δεδομένου ότι και ο Evans τον αναγνωρίζει ως χαρακτηριστικά Μινωικό.[4_106] Έχουν εντοπισθεί επίσης πρόσθετες ελεφαντοστέϊνες σφραγίδες οι οποίες παρουσιάζουν ομοιότητα με Αιγυπτιακές της VI δυναστείας (2345-2160 π.Χ.). Επί παραδείγματι σφραγίδα από θολωτό οστεοφυλάκειο του Πλατάνου έχει την μορφή κυνοκέφαλου οκλάζοντος πιθήκου (καθήμενου οκλαδόν), ανακαλώντας στην μνήμη μας το πανάρχαιο Αιγυπτιακό θέμα, το συνδεόμενο με τον θεό Toth και την γραφή.[4_107] Σημειώνεται εδώ ότι ένα από τα κριτήρια τα οποία θεμελίωσαν την άποψη για την εισαγωγή από την Αίγυπτο του θέματος του οκλάζοντος πιθηκοειδούς είναι η θεωρούμενη ανυπαρξία του είδους στην προϊστορική Κρήτη και το Αιγαίο γενικώτερα,[4_108] όμως επ’ αυτού έχουν εκφρασθεί αποκλίνουσες απόψεις. Επί παραδείγματι αναφέρεται η ύπαρξη στην Θήρα απολιθωμένης κεφαλής πιθήκου,[4_109] ενώ και ο Άτλας των χερσαίων θηλαστικών των νήσων Ιονίου και Αιγαίου εκφράζεται υπέρ της διαχύσεως πιθηκοειδών στην Μεσόγειο κατά την αρχαιότητα.[4_110]

Εικ. 4_22: Ειδώλιο πιθηκοειδούς (θολωτός τάφος Α Πλατάνου)

Στον κατάλογο προστίθενται παραστάσεις από έναν ακόμη σφραγιδοκύλινδρο από τον Πλάτανο, παριστώσες η μέν πρώτη λέοντες στην σειρά κατά την περιφέρεια και αράχνες στον εσωτερικό δακτύλιο,[4_111] η δε δεύτερη δύο σκορπιούς, ακέφαλους σύμφωνα με την Αιγυπτιακή σύλληψη.[4_112] Ένα άλλο παράδειγμα προέρχεται από την Πολιόχνη Λήμνου, έγκειται δε σε σφράγισμα μορφής πιθήκου επί οστράκου, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μιμούμενο Αιγυπτιακά υποδείγματα του Παλαιού Βασιλείου.[4_113]
Από τοιχογραφία του Ακρωτηρίου Θήρας αλλά και της Κνωσού προέρχεται απεικόνιση κυανού πιθηκοειδούς, το οποίο πρόσφατα υποστηρίχθηκε ότι ενδημούσε στην Ασία, χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από το Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού. Επιστημονική ομάδα υπό την Marie Nicole Pareja περιλαμβάνουσα μελετητές πρωτευόντων θηλαστικών κατέληξε ότι το απεικονιζόμενο στην τοιχογραφία είδος είναι το langur (Semnopithecus), προέρχεται δε από την Ινδική υποήπειρο![4_114] Το εύρημα, σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα, τεκμηριώνει ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί που χωρίζονταν από μεγάλες αποστάσεις αντήλλασσαν ιδέες και διακοσμητικά θέματα, στην δε συγκεκριμένη περίπτωση εκτιμάται ότι η Μεσοποταμία απετέλεσε τον απαραίτητο μεσάζοντα της διαχύσεως! Από τα αρχαιότερα τεχνουργήματα που, κατά την ίδια ερευνήτρια, τεκμηριώνουν την ύπαρξη τέτοιων επαφών συνιστά οκλάζων πίθηκος από χαυλιόδοντα ιπποποτάμου ο οποίος κοσμεί σφραγίδα (CMS II,1 435) με το θέμα του σταυρού με διαγράμμιση τεταρτημορίων από την Τράπεζα Κρήτης της ΠΜ ΙΙΙ-ΜΜ ΙΙ. Κατά την ίδια ερευνήτρια πέραν του πιθήκου και το θέμα της σφραγίδας απετέλεσε επίσης δάνειο του Αιγαίου από την κοιλάδα του Ινδού, με την τελευταία όμως διαπίστωση να μην εδράζεται σε στέρεες αποδείξεις. Πράγματι το θέμα είναι παρόν στην νεολιθική ΝΑ Ευρώπη,[4_115]  απαντά σε σφραγίδα από την Ακρόπολη της ΜΝ (CMS I 003), ενώ συναντάται και σε σφραγίδα από την κυανή Πολιόχνη της ΠΕΧ (CMS V 518), την Λέρνα της ΠΕ ΙΙ-ΙΙΙ (CMS V 038), την Μήτρου Λοκρίδο, τον Μόχλο της ΠΜ ΙΙ/ΙΙΙ   (CMS II.1 478) κ.ά.
Γενική άποψη του Langurs (Semnopithecus) (Illustrations by Stephen D. Nash)


Από τα προηγούμενα προκύπτει ισχυρή η πιθανότητα της έμμεσης ή άμεσης επαφής του Αιγαίου με την Ινδική, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η εικονογραφική υιοθέτηση εξωτικού πιθηκοειδούς στην Αιγαιακή τοιχογραφία, ενώ ανάλογες ενδείξεις έχουν αναφερθεί για την εισαγωγή στον Ελλαδικό χώρο στοιχείων από τον επίσης Ινδικό παπαγάλο αλλά και τούς θαλάσσιους όφεις (δροφιίνες) του Ινδικού ωκεανού![4_116]  



Εικ. 4_23: Σφραγίδα από την Ακρόπολη της ΜΝ (αρ.) και το Pirak IIIc


Δύο κερκοπιθηκίδες σε μινωικές τοιχογραφίες: (άνω) πίθηκος vervet από τοιχογραφία στο Ακρωτήρι Θήρας, (κάτω) μπαμπουίνος από τοιχογραφία στην Κνωσό (Urbani and Youlatos 2020, fig. 1)


Από το άρθρο των Urbani and Youlatos 2020

Στην Μινωική απεικόνιση, συγκεκριμένοι πίθηκοι φαίνεται να σχετίζονται ευδιάκριτα με ορισμένα πλαίσια. Οι μικρόσωμοι, ευκίνητοι και φυσιοκρατικά απεικονιζόμενοι πίθηκοι του είδους Chlorocebus pygerythrus συνδέονταν συχνότερα με δραστηριότητες αναψυχής. Ενώ στους μεγαλύτερους, πιο ανθεκτικούς, πιο 'γήινους' μπαμπουίνους - πιθήκους που είχαν ήδη θεοποιηθεί στην κοντινή Αίγυπτο ..- αποδίδονταν πιο ανθρωπόμορφες συμπεριφορές και απεικονίζονταν σε ιερά ή τελετουργικά γεγονότα. Αυτή η κοινωνία της Αιγαιακής Εποχής του Χαλκού, λοιπόν, ήταν ο πρώτος ευρωπαϊκός πολιτισμός που αντιλήφθηκε, αντιπροσώπευε, κατασκεύασε κοινωνικά και, τελικά, είχε επαφή με μη ανθρώπινα πρωτεύοντα . Η αναπαράσταση πρωτευόντων σε Μινωικά πλαίσια επιβεβαιώνει την πρώιμη ανταλλαγή εικονογραφίας και γνώσεως των πιθήκων μεταξύ των νησιωτών του Αιγαίου και τεκμηριώνει την αλληλεπίδρασή τους με ανθρώπινους πληθυσμούς από την Βόρεια Αφρική που θα μπορούσαν να ζούσαν αυτά τα είδη πρωτευόντων γύρω από τους παράκτιους οικισμούς τους.

Το χρώμα του τριχώματος τόσον των μπαμπουίνων όσο και των Chlorocebus pygerythrus εμπίπτει στην περιοχή γκρίζου/ελαιογκρι, αλλά παρουσιάζεται σταθερά ως κυανούν στις μινωικές τοιχογραφίες. Προτείνουμε ότι — όπως παρατηρείται σε άλλες κοινωνίες .. — η χρήση του κυανού για την αναπαράσταση μινωικών πιθήκων μπορεί να εξηγηθεί ως αφαίρεση χρώματος στην κλίμακα του γκρι/πράσινου ... Με αυτόν τον τρόπο, οι Chlorocebus pygerythrus και οι μπαμπουίνοι αντιπροσωπεύουν ιδανικά μοντέλα διαβιώσεως για μια εικονογραφική και χρωματική υπόθεση στην οποία το γκρι/πράσινο αντιπροσωπεύεται από το κυανούν. Στην πραγματικότητα, το κυανούν χρησιμοποιήθηκε επίσης από τους Μινωίτες για να αναπαραστήσει μεταλλικές επιφάνειες που ομοιάζουν με γκρι .., όπως τα λέπια ψαριών ... Επιπλέον, το κυανούν χρώμα χρησιμοποιήθηκε ευρέως και συμβολικά από τους Αιγύπτιους σε θεϊκά πλαίσια ... Οι Μινωίτες μπορεί να το έχουν δανειστεί για να αναπαραστήσουν εξωτικά ζώα, όπως οι πίθηκοι... 

ΒΟΥΚΡΑΝΙΟ, ΔΙΠΛΟΥΣ ΠΕΛΕΚΥΣ & ΚΡΗΤΗ

Έχει, ενδεχομένως, ιδιαίτερη σημασία να αναφερθεί ότι στην νεολιθική Κνωσσό παρέχονται ενδείξεις για την ιδιαιτερότητα της θέσεως του ταύρου στην συνείδηση της κοινότητας, όπως φαίνεται να υπονοεί η ανεύρεση σειράς ειδωλίων αυτού του ρωμαλέου βοοειδούς.[10_36] Πρόκειται για πήλινα ομοιώματα κεφαλής ή και ολόκληρου του ταύρου από τα στρώματα Ι, ΙΙ, III και ΙV, ήτοι από την ΠΝ το ενωρίτερο και μετά (αρ. καταλόγου: 59/91, 59/133, 60/216, 60/329, 58/89, 58/85). Επιπρόσθετα στην Νεολιθική Κνωσσό αλλά και στο Σέσκλο έχουν ευρεθεί παραστάσεις συμβόλων που ταυτοποιήθηκαν ως κέρατα καθοσιώσεως, σε συμφωνία με ανάλογα ευρήματα στον πολιτιστικό κύκλο Vinĉa.[90]

Γλυπτές παραστάσεις ταύρου της ΠΝ από την Κνωσσό της 6/5ης χιλιετίας π.Χ.

Γιά την χρονολόγηση των στρωμάτων βλ. Tomkins, P. 2007. "Neolithic: Strata IX–VII, VII–VIB, VIA–V, IV, IIIB, IIIA, IIB, IIA and IC Groups," pp. 9-48, 1-2

Το μοτίβο του διπλού, ή και αρκετές φορές δίστομου διπλού, πελέκεως εντοπίζεται ήδη από την Νεολιθική Εποχή τόσο στην Κρήτη όσο και σε σπήλαια στην Γαλλία, με γνωστότερο το σπήλαιο Λασκώ όπως και σε τοιχογραφίες που ήρθαν στο φως στη θέση Catalhöyuk, ... Μια από τις πρώτες ανατρεπτικές προτάσεις που υπάρχουν για την απεικόνιση του διπλού πελέκεως ανήκει στην Marija Gimbutas, η οποία στην θέση αυτού βλέπει την Θεά – Πεταλούδα , καθώς θεωρεί πως αρχικά ήταν μια κλεψυδόμορφη απόδοση της Θεάς του θανάτου και της αναγέννησης αλλά στο πέρασμα των χρόνων σχηματοποιήθηκε και τυποποιήθηκε. Ωστόσο, κατά την Gimburtas, υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις που υπενθυμίζουν την αρχική μορφή μιας Θεάς που υπήρξε και γυναίκα και διπλός πέλεκυς.[100]
Κύπελλο με διακόσμηση διπλών πελέκεων, λευκού ρυθμού, 2.300 π.Χ., Μόχλος

Η προέλευση του Μινωικού συμβόλου του Διπλού Πέλεκυ θα μπορούσε να είναι ένας συνδυασμός του παρόμοιου Πρωτο-Ελαμικού μοτίβου, όπως ισχυρίζεται ο Hood, με το Αιγυπτιακό X - τα πέντε αστέρια με τον Σώθι στο κέντρο, που σηματοδοτούν την πορεία του έτους τόσο στα πολιτικά όσο και στα Σωθιακά ημερολόγια στην Αίγυπτο. Αν και ο Έβανς πρώτος εικάζει ότι ο Διπλός Πέλεκυς συμβολίζει τον Κρητικό Δία και τη λατρεία του, που σχετίζεται με ταύρο, τον αποδίδει τελικά στη Μεγάλη Θεά του γιατί απεικονίζεται με συνέπεια είτε σε στενή σχέση με αυτόν, είτε κρατώντας τον. Διερευνώ την αστρική καταγωγή του συμβόλου του “διπλού πέλεκυ» και κάνω εικασίες ως προς το πως έγινε ένα τόσο σημαντικό χαρακτηριστικό μίας χθόνιας Μινωικής θεότητας που ίσως ονομάζεται Ashera. Τα χαρακτηριστικά της θεότητας αυτής που σχετίζονται με τη λατρεία της Αθώρ και της Ίσιδας, κατά τις κρητικές ανακτορικές περιόδους αντικατοπτρίζονται στη συγχώνευση των ιερών τους στοιχείων με το Μινωικό Διπλό Πέλεκυ. Υποψιάζομαι ότι αυτή είναι η αρχική μινωική Δήμητρα την οποία οι Έλληνες συνδέουν αργότερα με την Αγυπτιακή Ίσιδα. Ως εκ τούτου, παίζει σημαντικό ρόλο στις Μινωικές ιεροτελεστίες “ανανεώσεως” που ομοιάζουν πολύ με αυτές της Ίσιδας - Όσιρι και αποτελούν την βάση για τα Ελευσίνια μυστήρια.[120] 

Βουκράνιο από την Ορθόπετρα

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ[130] 

Ο δράκος είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα προϊόντα της ανθρώπινης φαντασίας. Οι εικόνες αυτού του μυθολογικού πλάσματος χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή, όπως φαίνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα στον ανασκαφικό χώρο Göbekli Tepe στην Ανατολία.
Ο δράκος ήταν διαδεδομένος σε όλους τους σημαντικότερους αρχαίους πολιτισμούς του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των πολιτισμών της Μεσοποταμίας, της Ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσιας, της Κίνας, της Αιγύπτου, της προκολομβιανής και της Αυστραλίας. συνοψίζονται διεξοδικά από τον Robert Blust στο άρθρο του The Origin of Dragons. Ο Blust αποδεικνύει με επιτυχία ότι οι ομοιότητες μεταξύ των μύθων των δράκων παγκοσμίως είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές τους, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι μοιράζονται μια κοινή εννοιολογική βάση, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία όπως η αναπνοή της φωτιάς και το ανδρόγυνο. Αυτή η κοινή βάση είχε ίσως τις ρίζες της στην υποσυνείδητη μνήμη ενός τεράστιου ερπετοειδούς κινδύνου – αυτό που ο David E. Jones προσδιορίζει ως τη βασική εγκεφαλική αντίδραση του homo sapiens στα ερπετά και τα σχετικά σύμβολα της αναπνοής της φωτιάς και του ανδρόγυνου, τα οποία αποκαλεί «εγκεφαλικό δράκο».3 Ωστόσο, η έρευνα του Blust επικεντρώθηκε κυρίως στους προκολομβιανούς μύθους, χωρίς σχεδόν καμία ενασχόληση - έρευνα των Δυτικών, ελληνορωμαϊκών μύθων.4 Προτείνω την άποψη ότι η εικονογραφία του δράκου και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μπορεί να έχουν προκύψει χωριστά αλλά ταυτόχρονα σε μεγάλους αρχαίους πολιτισμούς σε σχέση με τη μεταφορά της ανθρώπινης ζωής5 – ή, εναλλακτικά, ότι αυτός ο μύθος μπορεί να είναι παλαιότερος από τις πρώιμες μεταναστεύσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα...
 The Asphendou Cave petroglyphs (νάνου ελαφιού με το όνομα Candiacervus ropalophorus)[135]



ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Τα συμπεράσματα της Crowley φαίνονται, κατά τα ανωτέρω, μάλλον αβασάνιστα ενώ δεν βοηθά και η από μέρους της μείωση του χρονικού εύρους του Μινωικού πολιτισμού τον οποίον εμφανίζει αρχόμενον από το 3000 ενώ πλέον η αρχή του τοποθετείται ήδη μισή χιλιετία παλαιότερα! Αναφορικά με τα πραγματικά ζώα εκ των υπέροχων πέντε, σημειώνουμε ότι όπως φαίνεται η παρουσία των πιθηκοειδών και των λεόντων στον Ελλαδικό χώρο κατά την Εποχή του Χαλκού κάθε άλλο παρά αποκλείεται! Η υιοθέτηση του δράκου αποτελεί άλλωστε και κατά γενικήν ομολογίαν σύλληψη παρούσα κατ' εξοχήν στον Ινδο - ευρωπαϊκό κόσμο, όπου δεν ανήκε η Αίγυπτος ούτε η Μεσοποταμία, ενώ αυτή απαντάται στο σύνολον σχεδόν του κόσμου μέσα στους πιό διαφορετικούς πολιτισμούς.

Σημειώνεται σχετικώς ότι έχει υποστηριχθεί η προϊστορική προέλευση και η ευρύτερη αιγαιοπελαγίτικη καταγωγή της Γοργούς – Μέδουσας – κεφαλής της Γοργούς (γοργόνειον - αποκρουστική εικόνα), ενώ και ο χαρακτήρας του τερατώδους Πολυφήμου συσχετίζεται από ωρισμένους μελετητές με πανάρχαια σχήματα όπως ο Δεσπότης των ζώων![140]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Crowley 2021.
[2]. Κονιδάρης 2022b, σελ. 150-151, nn. 10_99 - 10_101. Αναφορικά με την θεωρούμενη ανυπαρξία του είδους των πιθηκοειδών στην προϊστορική Κρήτη και το Αιγαίο γενικώτερα, σημειώνουμε ότι έχουν εκφρασθεί αποκλίνουσες απόψεις. Επί παραδείγματι αναφέρεται η ύπαρξη στην Θήρα απολιθωμένης κεφαλής πιθήκου, ενώ και ο Άτλας των χερσαίων θηλαστικών των νήσων Ιονίου και Αιγαίου εκφράζεται υπέρ της διαχύσεως πιθηκοειδών στην Μεσόγειο κατά την αρχαιότητα.
[3]. Όπως φαίνεται όμως λέοντες υπήρχαν στον Ελλαδικό χώρο κατά την Εποχή του Χαλκού, βλ. Zimmer 2022. Όμως ήδη οι αρχαιοζωολόγοι βρήκαν λείψανα του Panthera leo σε τριάντα οκτώ θέσεις στην Ελλάδα και την ΝΑ Ευρώπη, αποδεικνύοντας ο λέων με την μεγάλη χαίτη περιπλανιόταν ελεύθερα κατά τη Χαλκολιθική και την Εποχή του Χαλκού και ακόμη και στην Αρχαϊκή περίοδο στην Ελλάδα και την χερσόνησο του Αίμου (Thomas 2014).
[4]. DiBattista 2023. Ο όρος 'etic' αποδίδεται εδώ ως 'εξωτερικός' ως προς το εξεταζόμενο.
[5]. Crowley 2024, p. 373.
[6]. Για την εμφάνιση του θέματος σε τάφο της ΜΜ ΙΙ περιόδου βλ. Γλαράκη και Σοφιανός 2022. Για το ίδιο θέμα στην νεολθική Κρήτη και στην Ορθόπετρα βλ. κατωτέρω!
[7]. Κονιδάρης 2022a.
[8]. Κονιδάρης 2022a.
[14_169]. Evans 1930, pp. 418-419, fig. 283; Zouzoula 2007, pp. 99-100; Zouzoula 2007, p. 86 (vol. II)
nr. 337.
[14_170]. Watrous 1994, p. 698.
[14_170a1]. Rhyne 1970, p. 89, fig. 53; Zouzoula 1970, p. 85 (vol. II), nr 333, fig. 19a.
[14_170a2]. Tzavella-Evjen 1970, p. 65, n. 25; Bossert 1937, p. 161, fig. 282 a, b, c, d. 
[14_171]. Cline 1991, pp. 133-134.
[14_172]. Evans 1930, pp. 418-419, fig. 284; Younger 1995a, pl. LVII f. Παρόμοιες παραστάσεις προσώπων παρουσιάζονται από τον Younger (Younger 1995a, pl. LVII: d, e, g, f.).
[14_173]. Evans 1930, p. 419.
[14_174]. Το διπλό σκήπτρο υπό την μορφή αντικρυστών όφεων μπορεί να θεωρηθεί επίσης ως σύμβολο της δυαδικότητος καθώς επίσης των κεράτων καθοσιώσεως και της ημισελήνου, με τα οποία σχηματικώς ομοιάζει.
[14_175]. Robinson 2009; Younger 1997, pp. 380-381.
[9]. Κονιδάρης 2021a.
[10_36]. Evans et al. 1964, fig. 60: 18, 20, 21, 22, 26. 
[90]. Κονιδάρης 2022b, n. 10_36; Milićević Bradač 2005, p. 194, figs. 29, 30, 31.
[100]. Σκάρπα 2019.
[120]. MacGillivray 2012.
[130]. Sharon Khalifa-Gueta 2023, pp. 24-25.
[135]. Strasser et al. 2018, fig. 7b. Πρόκειται για πετρόγλυφα του σπηλαίου της Ασφένδου Σαφακίων, με το συγκεκριμένο να αναπαριστά νάνο ελάφι με το όνομα Candiacervus ropalophorus του 11 000 πριν από σήμερα!
[140]. Κονιδάρης 2021b; Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022c.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://www.jstor.org/stable/j.ctv2114g9x.18
Crowley, J. L. 2021. "The Fabulous Five: Monkey, Lion, Griffin, Dragon, Genius," in Zoia. Animal-Human Interactions in the Aegean Middle and Late Bronze Age: Proceedings of the 18th International Aegean Conference (Aegaeum 45), ed. R. Laffineur, T. G. Palaima, Leuven / Liege, pp. 199-213.

https://www.sapiens.org/archaeology/lions-europe/
Zimmer, K. 2022. "The Last Wild Lions of Europe: Mounting archaeological evidence is revealing that modern lions may have roamed free in Southeastern Europe—overturning long-held assumptions about art and mythology in the process," Sapiens, <https://www.sapiens.org/archaeology/lions-europe/> (1 April 2024).

https://bmcr.brynmawr.edu/2023/2023.02.15/
DiBattista, A. 2023. Rev. of R. Laffineur, T. G. Palaima, Zoia: animal-human interactions in the Aegean Middle and Late Bronze Age, in BMCR, <https://bmcr.brynmawr.edu/2023/2023.02.15/>.

https://books.ub.uni-heidelberg.de/propylaeum/catalog/book/1342?fbclid=IwAR2mUSwCJ3BjBQI9raqfs8qtgZ2I-phVv2BjTWgOpyERVJ_SzpAuG_IoR30_aem_AZ6EOWlOIARe426WaFyasZyXc0vTCJF5jNDgudt7lif3RCY-nW4u9pmd4pdT2ocT8M_UiMq97Tr8opsykTtxRlP7
Crowley, J. L. 2024. ICON. Art and Meaning in Aegean Seal Images, Propylaeum.

https://eprints.nottingham.ac.uk/11787/?fbclid=IwAR2d8Zo0aHNn-pPBjF8CqPCLxzh8jq7A-yCPyKEURf5B6cnGUZkddSzbOSU_aem_AUHvN3owxuuikDHrS1ClBguBs7NPJLA3BYmG540T1BnEwT8BdVkLOjUYBaGoMV6p9rcLtUvBZtu1W4QSUyzhRK5p
Zouzoula, E. 2007. "The fantastic creatures of Bronze age Crete" (diss. Univ. of Nottingham).

https://www.academia.edu/50979078/Aegean_Animal_Style_The_Lion_Griffin_and_Sphinx_Dissertation_1970_Nancy_Ann_Rhyne?ri_id=158254&fbclid=IwAR2SGYhcPvaE0_ulD2orCHYSOgxlpWr0kTSWwZxsxXVMXcnBTrNQJ8zSol4_aem_AUFkjjpiowZP3axRR_zP82DKqOiu9UzPnv1VSeXM8U4Dxrn5KU8Ny6_uzSOWMfNHRyjgKu3XE4mjpMtHoX76oIFW
Rhyne, N. A. 1970. "The Aegean Animal Style: A Study of the Lion, Griffin and Sphinx" (diss. Univ. of North Carolina at Chapel Hill).

https://www.archetai.gr/images/pdfs/bae/BAE_68.pdf
Tzavella-Evjen, Χ. 1970. Τα πτερωτά όντα της προιστορικής Εποχής του Αιγαίου, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 68, Αθήναι. 

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022b. Ο πρώιμος Αιγυπτιακός πολιτισμός και οι αλληλεπιδράσεις με το Αιγαίο, Αθήνα.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022a. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2021a. Ο πολιτισμός του Ινδού και το Αιγαίο: Ομοιότητες και συγγένειες, Αθήνα.

https://archive.org/details/bwb_KR-153-202/page/286/mode/2up?view=theater&q=illustration
Bossert, H. T. 1937. The Art of Ancient Crete, from the Earliest Times to the Iron Age, Zwemmer.

Xenaki - Sakellariou, A. 1958. Les cachets minoens de la Collection Giamalakis, Paris. 

https://www.academia.edu/94963329/%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%A0_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%AC%CE%BA%CE%B7_%CE%A7_%CE%91%CE%BD%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%80%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BB%CF%86%CE%B1%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%AE_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%B8%CF%81%CE%B1%CF%8D%CF%83%CE%BC%CE%B1_%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9A%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%8C_Metioessa_AURA_Suppl_10_265_280?fbclid=IwAR3TiA0bPyYP14Yyk5Kdonlw25-IWFCtVqYcHlJeuxgs4M1Vm1IY6w3AtW4_aem_ASAoGb2N558Sj0ZqWZsncrde42czDewDZh7dKukLE8wIgL5cURynKp0eLVHfT4Hj8bdK7FBQlBfHF0-xtjDVtRul
Γλαράκη, Κ. και Γ. Σοφιανός. 2022. "Ή διπλή εμφάνιση του εικονογραφικού θέματος του βουκρανίου στον μινωικό θολωτό τάφο της Μυρσίνης Σητείας και η σημασία του," AURA (Supplement 10 Σειρα Μονογραφιών AURA 10), σελ. 2107-216.

https://www.researchgate.net/publication/338659742_A_new_look_at_the_Minoan_blue_monkeys
Urbani, B. and D. Youlatos. 2020. "A new look at the Minoan ‘blue’ monkeys," Antiquity 94 (374), pp. 1-5.

Evans, J. D., J. R. Cann, A. C. Renfrew, I. W. Cornwall and A. C. Western. 1964. "Excavations in the Neolithic Settlement of Knossos, 1957-60. Part I," The Annual of the British School at Athens 59, pp. 132-136, 137-240.

https://www.jstor.org/stable/40916595
Tomkins, P. 2007. "Neolithic: Strata IX–VII, VII–VIB, VIA–V, IV, IIIB, IIIA, IIB, IIA and IC Groups," British School at Athens Studies 14 (Knossos Pottery Handbook: Neolithic and Bronze Age (Minoan)), pp. 9-48, 1-2.

https://www.jstor.org/stable/27682525
Catling, H. W. 1961. Rev. of H.-G. Buchholziew, Zur Herkunft der kretischen Doppelaxt. Geschihcte und auswärtige Beziehungen eines minoischen Kultsymbols, in Gnomon 33 (3), pp. 233-237. 

https://www.academia.edu/39364964/%CE%9F_%CE%94%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%85%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7
Σκάρπα, Α. 2019. "Ο Διπλός Πέλεκυς στην Μινωική Κρήτη" Σκάρπα Αφροδίτη | ΣΑ 22 | Aθήνα, 2019 

https://www.semanticscholar.org/reader/e86b20310fa9ec0d9a5ef01c28040c8ac102b570
Milićević Bradač, M. 2005. “The transfer of symbols and meanings: the case of the ‘horns of consecration’,” Documenta Praehistorica 32, pp. 187-196.

https://www.academia.edu/2143502/The_Minoan_Double_Axe_Goddess_and_Her_Astral_Realm
MacGillivray, J. A. 2012. The Minoan Double Axe Goddess and Her Astral Realm," in Athanasia. The Earthly, the Celestial and the Underworld in the Mediterranean from the Late Bronze and Early Iron Age, ed. N. Ch. Stampolidis, A. Kanta and A. Giannikouri, pp. 115-127. 

Sharon Khalifa-Gueta. 2023. The Woman and the Dragon in Premodern Art, Amsterdam University Press.

https://www.jstor.org/stable/40465957
Blust, R. 2000. "The Origin of Dragons," Anthropos 95 (2), pp. 519-536.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2021b. "ΟΔΥΣΣΕΥΣ & ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ ή ΟΔΥΣΣΕΥΣ ΩΣ ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ..," Αναζήτηση, <https://dnkonidaris.blogspot.com/2021/11/odysseus-polyphemos.html> (7 Apr. 2024).

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022c. "ΓΟΡΓΩ - ΜΕΔΟΥΣΑ: ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΚΗΣ Ή ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ;," Αναζήτηση, <https://dnkonidaris.blogspot.com/2022/03/origin-of-gorgo-medusa.html> (7 Apr. 2024).

https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S1040618218302568?via%3Dihub&fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTAAAR3lrBlUNmAeT12EplQof8eylHJ8R8UAJ-WHz49T1oTgDJOt6JxFDdviPLc_aem_AYhjN9Elg2TEYxqX9GIrGsZrmvuSullJMzubNbGfIHNRF_64fXmu9SFjrgP7k0HJQCi_dbW2i41NDke_Inr4vURu
Panagopoulou, E., V. Tourloukis, N. Thompson, G. Konidaris, A. Athanassiou, D. Giusti, G. Tsartsidou, P. Karkanas, K. Harvati. 2018. "The Lower Palaeolithic site of Marathousa 1, Megalopolis, Greece: Overview of the evidence," Quaternary International 497, pp. 33-46.

https://www.academia.edu/13115660/A_Lions_Eye_View_of_the_Greek_Bronze_Age
Thomas, N. R. 2014. "A Lion's Eye View of the Greek Bronze Age," in Physis (Aegaeum 37), ed. Touchais, R. Laffineur et F. Rougemont, Leuven / Liege, pp. 375-390.


https://mikropragmata.lifo.gr/zoi/ematha-gia-tin-palaioteri-techni-stin-ellada-pou-vrisketai-se-mia-spilia-stin-kriti-apo-to-utube-enos-ksenoun/
https://www.researchgate.net/publication/324141049_Palaeolithic_cave_art_from_Crete_Greece
Strasser, T. F, S. C. Murray, A. Anna van der Geer, K. Kolb, L. Ruprecht. 2018. "Palaeolithic cave art from Crete, Greece," Journal of Archaeological Science Reports 18(4), pp.100-108.

https://www.nature.com/articles/s41598-024-68778-w
Jacqueline S. Meier, Vassiliki Pliatsika & Kim Shelton. 2024. "The earliest evidence of large animal fossil collecting in mainland Greece at Bronze Age Mycenae," Scientific Reports 14 (article number: 19158) 

https://epub.lib.uoa.gr/index.php/aura/article/view/2768/pdf_84
Παρτίδα, Ε. Κ. 2025. Rev. of J. McInerney, Centaurs and Snake-Kings: Hybrids and the Greek Imagination Centaurs and Snake-Kings: Hybrids and the Greek Imagination, in AURA 8, pp. 287-293.
https://assets.cambridge.org/97810094/59105/frontmatter/9781009459105_frontmatter.pdf




https://scholarlypublishingcollective.org/psup/jemahs/article/14/3/251/412051/Figural-Art-in-the-Paleolithic-Aegean-The
Research Article| July 30 2026
Figural Art in the Paleolithic Aegean: The Asphendou Petroglyphs in Context Free
Thomas Strasser Corresponding Author; Alexandra van der Geer Corresponding Author; Lily BongaCorresponding Author
Journal of Eastern Mediterranean Archaeology and Heritage Studies (2026) 14 (3): 251–261.
https://doi.org/10.5325/jeasmedarcherstu.14.3.0251




νεολιθικος κενταυρος του Σεσκλου
Ο Νεολιθικός «Κένταυρος» του Σέσκλου είναι ένα ιδιότυπο πήλινο μικρογλυπτό που χρονολογείται στην Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο (6500–5800 π.Χ.). [1, 2]
Χαρακτηριστικά του Ειδωλίου
  • Ανατομία: Απεικονίζει μια μειξογενή μορφή. Το άνω σώμα είναι ανθρώπινο (με ανάγλυφα μάτια και πέντε χαρακτηριστικούς βοστρύχους/μπούκλες στην κόμη), ενώ το κάτω σώμα θυμίζει τετράποδο ζώο (πιθανότατα όχι άλογο, καθώς δεν έχουν εντοπιστεί οστά ιπποειδών στη νεολιθική Θεσσαλία). [1]
  • Υλικό και Διαστάσεις: Είναι φτιαγμένο από τεφρό υπόλευκο πηλό και έχει ύψος 6,5 εκατοστά. [1, 2]
  • Ονομασία: Ο χαρακτηρισμός «Κένταυρος» αποδόθηκε από τον Έλληνα αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, ο οποίος ερεύνησε την περιοχή. [1, 2]
  • Σημασία: Αποτελεί μια από τις πρωιμότερες απεικονίσεις ενός υπερφυσιoλογικού/μυθικού όντος στην προϊστορική Ελλάδα, πολύ πριν από την καθιέρωση των Κενταύρων στη μυθολογία των ιστορικών χρόνων που συνδέθηκαν με τη Θεσσαλία. [1]
  • Χώρος Έκθεσης: Το ειδώλιο φυλάσσεται και εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Αίθουσα 5, Προθήκη 9) στην Αθήνα. [1, 2]
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ή ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΖΩΙΚΩΝ ΜΟΤΙΒΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ -ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΥΙΟΘΕΤΗΘΕΝΤΑ (Η ΕΠΙΝΟΗΘΕΝΤΑ;) ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΙΝΩΕΣ & ΜΥΚΗΝΑΙΟΥΣ
January 2026
DOI: 10.13140/RG.2.2.16927.83361
LicenseCC BY 4.0
Dimitrios Nikolaos KonidarisDimitrios Nikolaos Konidaris

https://www.researchgate.net/publication/399962075_PRAGMATIKA_e_PHANTASTIKA_DANEIA_ZOIKON_MOTIBON_TES_MESOPOTAMIAS_-AIGYPTOU_YIOTHETETHENTA_E_EPINOETHENTA_APO_TOUS_MINOES_MYKENAIOUS

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

Ahhotep & the Aegean

 Η AHHOTEP & ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Κοσμήματα & οπλισμός της Ahhotep[1]

Στην Αίγυπτο Mινωικά χαρακτηριστικά όπως (α) o γρύπας με το προσαρμοσμένο σπειροειδές σχέδιο στα  φτερά και με ένθετες παραστάσεις κατά την ακολουθούμενη στην Αιγαιακή μεταλλοτεχνία τακτική και (β) η αναπαράσταση του ανεστραμμένου τοπίου και του καλπάζοντος ζώου εμφανίζονται σπανίως. Ένα από τα ολίγα τέτοια παραδείγματα ευρίσκουμε στον πέλεκυ και την μάχαιρα του Ahmose, τα οποία ευρέθηκαν στον τάφο της μητέρας του, της βασίλισσας Ahhotep. Επί ξίφους από τον τάφο της παραπάνω απεικονίζονται παραστάσεις με το διακοσμητικό θέμα του καλπασμού στην μία πλευρά, με λέοντα απειλούντα ταύρο, παρέχοντας παράλληλα με ξίφη των Μυκηναϊκών τάφων.[2] Αξιοσημείωτο είναι ότι η τελευταία έχει θεωρηθεί, κατά μίαν άποψη, ως Μινωικής καταγωγής![3] Η ερμηνεία του ονόματός της είναι 'η σελήνη είναι ικανοποιημένη' ή 'ειρήνη της σελήνης' ή 'αυτή που τιμά τον Ah” (δηλαδή τον Ασιάτη θεό της σελήνης). Σε μιά σύντομη παρέκβαση σημειώνουμε ότι κατά τον Ηρόδοτο, Hdt. 2.43.2, ο Ηρακλής υπήρξε Αιγύπτιος θεός, είχε δε μητέρα την Αλκμήνη, της οποίας το όνομα, κατά περίεργο τρόπο, σχετίζεται με αυτό της σελήνης (μήνη είναι η σελήνη), παραπέμποντας (;) στην Ahhotep!

Τελετουργικός πέλεκυς ευρεθείς στον τάφο της Ahhotep φέρον και Μινωικόν γρύπα!

Στόν τάφο της Ahhotep (ή Aahotpe), ευρέθη μάλιστα ομοίωμα Αιγαιακού πλοίου,[4] ενώ ο τάφος εμφανίζει και άλλες συσχετίσεις με τον Ελλαδικό χώρο. Πράγματι σε ταφική επιγραφή αποκαλείται Κυρία των Haunebu, περιοχής συνήθως ταυτοποιούμενης με τις νήσους του Αιγαίου, στον δε τάφο της ευρέθησαν τελετουργικός πέλεκυς, περιδέραιο και ξίφος με εμφανείς τις Αιγαιακές επιρροές.[5] Στην Αίγυπτο Mινωικά χαρακτηριστικά όπως o γρύπας με το προσαρμοσμένο σπειροειδές σχέδιο στα φτερά και με ένθετες παραστάσεις κατά την ακολουθούμενη στην Αιγαιακή μεταλλοτεχνία τακτική, καθώς και η αναπαράσταση του ανεστραμμένου τοπίου και του καλπάζοντος ζώου εμφανίζονται σπανίως,[6] γιά παράδειγμα στον πέλεκυ και την μάχαιρα του Ahmose, τα οποία ευρέθηκαν στον τάφο της μητέρας του, της βασίλισσας Ahhotep. Σημειώνεται ότι το επιτραχήλιο ή ευρύ περιδέραιο (Cairo Museum nr. 52672) της βασίλισσας φέρει στα δύο άκρα του κεφαλές ιέρακος, περιλαμβάνει δε πλείστα Αιγυπτιακά διακοσμητικά και συμβολικά στοιχεία, καθώς και άλλα αλλοδαπής προελεύσεως (Amu/Hyksos ?), όμως οι σπείρες και τα ζώα στην ιπτάμενη στάση αναπηδήσεως αποτελούν χαρακτηριστικά Αιγαιακά στοιχεία. Άλλωστε ακόμη και το όνομά της (σημαίνον ‘η σελήνη – μήνη - είναι ικανοποιημένη’) έχει, ίσως υπερβολικά, συσχετισθεί με αυτό της Αλκμήνης, ενώ από τον Sweeney και τους Kelder, Cole and Cline έχει καταγραφεί η υπόνοια ότι υπήρξε Αιγαία πριγκίπισσα.[7] Στο ξίφος του Ahmose (Μουσείο Καΐρου CG 52658 και 52659) ο Hankey αναγνωρίζει την Αιγαιακή εγχάρακτη τεχνική, ενώ η απεικόνιση ερμηνεύεται ως συμβολισμός της νίκης του Αιγυπτιακού λέοντος επί του Αιγαιακού ταύρου.[8]

Αργυρό Αιγυπτιακό ομοίωμα σκάφους Μινωικού τύπου ευρεθέν στον τάφο της Ahhotep

Περιδέραιο της Ahhotep (JE 4725, CG 52672)

Λεπτομέρεια από το περιδέραιο της Ahhotep

Στον τάφο της βασίλισσας ευρέθη επίσης κρεμαστό κόσμημα με τρείς χρυσές μύγες (Cairo Museum 52671), στο οποίο έχει αποδοθεί ο χαρακτήρας του επαίνου για εξαίρετες πολεμικές πράξεις.[9] Πολλοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με την διερεύνηση του σημαντικού περιεχομένου αυτών των κοσμημάτων παρόμοια των οποίων έχουν ευρεθεί και σε άλλες περιπτώσεις στην Αίγυπτο.[10] Πάντως η απόδοση της μύγας στο βασιλικό κόσμημα εμφανίζεται παρόμοια προς αντίστοιχη Μινωική, ενώ και το σημαντικό φορτίο του εντόμου φαίνεται να προσεγγίζει την Ιλιαδική χρήση του, Il. 17.570-572: 
ἐν δὲ βίην ὤμοισι καὶ ἐν γούνεσσιν ἔθηκε,
καί οἱ μυίης θάρσος ἐνὶ στήθεσσιν ἐνῆκεν, ἥ τε καὶ ἐργομένη μάλα περ χροὸς ἀνδρομέοιο ἰσχανάᾳ δακέειν, λαρόν τέ οἱ αἷμ᾽ ἀνθρώπου·
ήτοι:
και δύναμη στους ώμους του έβαλε [η Αθηνά], στα γόνατα του κάτω,
και σφήνωσε βαθιά στα στήθια του της μύγας το γινάτι,
που όσο τη διώχνεις, τόσο ρίχνεται με πόθο στο κορμί σου
να σ᾿ το δαγκάσει, τι γλυκόπιοτο γι᾿ αυτήν του ανθρώπου το αίμα'

Περιβραχιόνιο του Ahmose (Brassard of Ahmosis-E 7168-IMG 0076.JPG)

Κεφαλές χρυσών λεόντων από τον τάφο της Ahhotep


France, Louvre Museum https://photosegypte.com/galeries-bijoux-egyptiens/bijoux-nouvel-empire.php



αριστερά: Χρυσές μύγες της Ahhotep (Cairo Museum 52671): Φαραωνικός έπαινος για στρατιωτικά κατορθώματα,[9] δεξιά: Μινωική απόδοση εντόμου


Εγχάρακτο ξίφος από τον τάφο της Ahhotep (Luxor Museum JE 4673)

Οι Hankey & Leonard έχουν σημειώσει σχετικά με την συσχέτιση της βασίλισσας προς το Αιγαίο:[11]
"Ο Bietak έχει προτείνει ότι οι Θηβαίοι, και όχι οι Υξώς ήταν σε επαφή με την Κνωσό, όπου είναι πιθανό (αλλά όχι αποδεδειγμένο) ότι μια γυναίκα, η Πότνια Θηρών, κατέλαβε τον θρόνο του Μίνωος. Γεννημένη σύζυγος του Sekenenre Tao και μητέρα του Kamose και του Ahmose, μπορεί να κρατά το κλειδί για τις Μινωικές τοιχογραφίες στην Άβαριν. Οι υπερθετικοί τίτλοι της στη νικητήρια στήλη του Ahmose που στήθηκε στο Καρνάκ μπορεί να αντιπροσωπεύουν έναν δυναστικό σύνδεσμο μεταξύ των Θηβαίων και της Κνωσού. Εάν αυτή η άποψη αποδειχθεί σωστή, μια Μινωική παρουσία στην Αίγυπτο κατά την ύστερη περίοδο των Υξώς μπορεί να προστεθεί στα αραιά στοιχεία για την Μινωική δραστηριότητα εκείνη την εποχή στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και την κοιλάδα του Νείλου, και ένα προοίμιο για την άφιξη των απεσταλμένων και φορέων του Αιγαίου που απεικονίζονται στους θηβαϊκούς τάφους κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Hatshepsut και του Thutmose III. Πράγματι, το γεγονός στην Άβαριν μπορεί να αποδειχθεί πιο παράξενο από την φαντασία — μια αξιοσημείωτη γυναίκα ήρθε από την Κρήτη με τις Μινωικές δυνάμεις. Αυτή ή η κόρη της έγινε αποδεκτή ως Αιγύπτια, παντρεύτηκε έναν Θηβαίο ήρωα και τιμήθηκε στην Άβαριν για την συμμετοχή της στη σωτηρία των δύο χωρών."

Αίθουσα του θρόνου στο ανάκτορο F της Αβάριος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Maspero 2015 (<https://pt.wikibooks.org/wiki/Ficheiro:Jewels_and_Weapons_of_Queen_Ahhotep.png>). 
[2]. Davis 2016, pp. 148-149. Ο Laffineur αναφέρει την άποψη του Younger: Ο ίδιος ο Younger παραδέχεται ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ λεόντων που απεικονίζονται σε έργα του Αρχιτεχνίτη λεόντων των Μυκηνών - Βαφειού και σε αντικείμενα από πολύ πιο μακρινά πλαίσια, όπως σε λεπίδα πελέκεως και ξιφίδιο της βασίλισσας Ahhotep καθώς και στο γνωστό χρυσό δακτυλίδι από τον τάφο 18 στην Έγκωμη και ότι "τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του ύφους είναι συχνά όχι επαρκώς προσδιορισμένα ώστε να δικαιολογήσουν την αποκλειστική απόδοση ενός τεχνουργήματος σε ένα συγκεκριμένο άτομο" (Laffineur nd., p. 259, n. 39). Στό ίδιο o Laffineur διατυπώνει την υπόθεση ότι τα σχολιασθέντα αντικείμενα της Ahhotep θα μπορούσαν να είναι έργο Λεβαντίνου τεχνίτη εργαζομένου στην Αίγυπτο(Laffineur nd., p. 272, n. 101).
[3]. Kelder et al. 2018, p. 12.
[4]. Wachsmann 2010, p. 36, fig. 5.
[5]. Hankey 1993; Davis 2016, pp. 148-149. Η ενδεχόμενη καταγωγή της Ahhotep από την Κρήτη έχει αναφερθεί από τον Bietak (Hankey and Leonard Jr. 1998, p. 35).
[6]. Στον τάφο του Qenamun, επιστάτη της ναυτικής βάσεως Peru-nefer, συναντώνται πράγματι το θέμα του καλπασμού αλλά και το ανεστραμμένο τοπίο. Στον ίδιο τάφο βρίσκουμε απεικονίσεις όπλων, όπως φαρέτρας με διακόσμηση τρέχουσας σπείρας καθώς και θωρακίσεως τα οποία όλα έχουν χαρακτηρισθεί ως Μυκηναϊκά ή Αιγαιακά. Το θέμα του καλπασμού απαντάται και σε σκηνή κυνηγίου από την διακόσμηση του τάφου ΤΤ 56 του Userhat (XVIII δυν., MMA acc. nr. 30.4.42). 
[7]. Sweeney 2009, pp. 89-90; Kelder, Cole and Cline 2018, p. 12, n. 11.
[8]. Hankey 1993, pp. 13-14.
[9]. Marshall 2015, p. 41. 
[10]. Marshall 2015.
[11]. Hankey and Leonard 1998, p. 35. Γιά την Κρητική καταγωγή της Ahhotep έχει γράψει και ο Bernal στο έργο του Black Athena (Lefkowitz and MacLean Rogers 1996, pp. 52, 55)!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://photosegypte.com/galeries-bijoux-egyptiens/bijoux-nouvel-empire.php
Nouvelle publication en 2024, avec des ajouts concernant Ahhotep et une visite au NMEC.

https://repository.library.brown.edu/studio/item/bdr:674114/
Davis, A. L. 2016. "Egyptian and Minoan Relations during the Eighteenth Dynasty/Late Bronze Age" (diss. Brown Univ.).

Kelder, J. M., S. E. Cole, and E. H. Cline. 2018. “Memphis, Minos, and Mycenae: Bronze Age Contact between Egypt and the Aegean,” in Beyond the Nile: Egypt and the Classical World, ed. S. E. Cole, Los Angeles, pp. 9-17.

Bietak, M. 2010. "Minoan presence in the pharaonic naval base of Peru-nefer," in Cretan Offerings: Studies in Honour of Peter Warren (BSA Studies 18), ed. O. Krzyszkowska, London, pp. 11-24.

Bietak, M., C. von Rüden, J. Becker, J. Jungfleisch, L. Morgan and E. Peintner. 2012/2013. “Preliminary Report of the Tell el-Dab`a Wall Painting Project – Season 2011/2012,” Egypt and the Levant 22/23 (2012/2013), pp. 127-143.

http://users.uoi.gr/gramisar/prosopiko/vlaxopoulos/Cameron_Morgan/KEF6.pdf
Marinatos, Ν. and L. Morgan. 2005. “The Dog Pursuit Scenes from Tell el-Dab'a and Kea,” in Aegean Wall Paintings (BSA Studies 13), ed. L. Morgan, London, pp. 119–122.

https://www.academia.edu/19052696/_Fly_and_Lion_Military_awards_in_ancient_Egypt_Kmt_26_3_pp_39_47
Marshall, A. 2015. "Fly & Lion: Military awards in ancient Egypt," Kmt 26/3, pp. 39-47.

Maspero, G. 2015. "History of Egypt, Chaldea, Syria, Babylonia, and Assyria. Volume IV, Part A," <https://www.gutenberg.org/files/17324/17324-h/17324-h.htm> , London.

Hankey, V. and Al. Leonard Jr. 1998. "Aegean LB I-II Pottery in the East: ‘Who is the Potter, Pray, and Who the Pot?',” in The Aegean and the Orient in the Second Millennium, Proceedings of the 50th Anniversary Symposium (Aegaeum 18), ed. E. H. Cline, and D. Harris-Cline, Liège/Austin, pp. 29-37.

https://gredos.usal.es/jspui/bitstream/10366/73473/1/Material_and_Craftmanship_in_the_Mycenae.pdf
Laffineur, R. nd. "Material and craftasmanship in the Mycenae shaft graves: Imports vs local production," pp. 245-295.

https://books.google.gr/books?id=aYEeBQAAQBAJ&pg=PA55&lpg=PA55&dq=Ahhotep+%2B+Aegean&source=bl&ots=7NdfaOo4e0&sig=ACfU3U3te5-PakXrYHuMpHxHAKVDk74NCw&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiBy9Xtv5v3AhVGi_0HHY8oDgw4HhDoAXoECBEQAw#v=onepage&q=Ahhotep%20%2B%20Aegean&f=false
Lefkowitz, M. R., G. MacLean Rogers. 1996. Black Athena Revisited, North Carolina Press.

https://egittologia.cfs.unipi.it/wp-content/uploads/2024/09/Miniaci-Lacovara_The-treasure-of-the-Egyptian-Queen-Ahhotep_MKS11_reduced.pdf
Miniaci, G., P. Lacovara, eds 2022. The Treasure of the Egyptian Queen Ahhotep and International Relations at the Turn of the Middle Bronze Age (1600–1500 BCE) (Middle Kingdom Studies 11), London.




ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 170422

DOI: 10.13140/RG.2.2.26496.90884
https://www.researchgate.net/publication/401193051_E_AHHOTEP_AIGAIO

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

FINDINGS FROM TUTANKHAMUN TOMB, THE INTERNATIONAL SPIRIT AND THE AEGEAN

 ΤΑ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΤΟΥΤΑΓΧΑΜΩΝ, ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΥΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

ΞΙΦΙΔΙΟ ΜΕ ΘΗΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΤΟΥΤΑΓΧΑΜΩΝ
Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα αντικείμενα που βρέθηκαν στα περιτυλίγματα της μούμιας του βασιλέως περιλαμβάνονται δύο υπέροχα ξιφίδια με την θήκη τους, εντασσόμενα από καλλιτεχνική άποψη, στα έργα της 'Μεσογειακής Κοινής'[1] ή του λεγομένου 'Διεθνούς Ύφους'[2] 
Σιδηρούν ξίφος του Τουταγχαμών (με την θήκη του)


Τελετουργικό ξίφος από σκληρυμένο χρυσό[3b]

Το εδώ παρουσιαζόμενο ξιφίδιο διαθέτει χρυσή θήκη διακοσμημένη στο εμπρόσθιο μέρος με σχέδιο φτερώματος και στο οπίσθιο μέρος με το θέμα του ανθεμίου. Το θέμα του φτερώματος απαντάται στην Αίγυπτο - επί παραδείγματι στην σαρκοφάγο Rishi coffin of Puhorsenbu,[3] αλλά και στην Κρήτη, βλ. λόγου χάριν ρυτό από τον Πύργο Μύρτου #87.[4] 

Το διακοσμητικό θέμα του φτερώματος στην Αίγυπτο

Το διακοσμητικό θέμα του φτερώματος από μωσαική ύαλο της Πτολεμαικής Αιγύπτου[4a1] 

Αλάβαστρον αποδιδόμενο στην Ομάδα Bulas, αρχές 4ου αι. π.Χ., MET 06.1021.89


Αμφορέας που κατασκευάστηκε στην Τέω στα παράλια της Μικράς Ασίας, μία από τις Μητέρες πόλεις των ελληνικών αποικιών στον Κιμμέριο Βόσπορο. (δεύτερο τρίτο του 7ου αιώνα π.Χ. από τον οικισμό Golubickaja 2).[4a2]

Η ιδιαίτερη σημασία του ξιφιδίου έγκειται στο γεγονός ότι η λεπίδα του είναι κατασκευασμένη από περίπου 88 % σίδηρο και 12 % νικέλιο, σε μιά περίοδο κατά την οποία τα όπλα και εργαλεία κατασκευάζονταν από ορείχαλκο, η δε τεχνολογία σιδήρου δεν είχε ακόμη κατακτηθεί ευρέως. Η λαβή είναι χρυσή, εξαιρετικά διακοσμημένη με κοκκίδωση σε τριγωνική γραμμή, διαθέτει υάλινα ένθετα και είναι επίσης εξοπλισμένη με λαβή από ορεία κρύσταλλο. Ο χρησιμοποιηθείς σίδηρος δεν είναι αποτέλεσμα εφαρμογής της σχετικής τεχνικής - η οποία έμελλε να κατακτηθεί αργότερα - αλλά προέρχεται από μετεωρίτη! Σύμφωνα με την αλληλογραφία μεταξύ βασιλέων της εποχής της Amarna (π.χ. EA 22 & 23)[5] οι Αιγύπτιοι φαραώ αναφέρεται ότι ελάμβαναν κατά καιρούς ως δώρα από το εξωτερικό όπλα, πιθανώς σιδηρά, πηγές δε των δώρων αυτών φαίνεται να είναι η αυτοκρατορία των Μιτάννι (Tusratta) αλλά και οι Δαναοί (Tanaya) καθώς και οι Κεφτιού (Κρήτες)![6] Άλλωστε στην Κρήτη έχουμε ένα από τα πλέον πρώιμα σιδηρά αντικείμενα (ταφικό πλαίσιο ΜΜ ΙΙ),[7] ενώ αναφέρονται και άλλα παρόμοια τεκμήρια (Φαιστός της Νεολιθικής, Κακόβατος & Βαφειό της ΥΜ Ι)[8] αλλά και από την Alaca Hoyuk του 2300 BC. 
Αλαβάστρινο αγγείο - κιβώτιο από τον τάφο με Αιγαιακής εμπνεύσεως σκηνή κυνηγίου δι' αιλουροειδών[8a]


Μινωικό ξίφος από τα Μάλια (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, 1800-1700 π.Χ.)[9]

Σιδηρούν ξίφος από το Alaça Höyük (περίπου 2300 π.Χ.)

Πρόσφατα ερευνητές επεχείρησαν να χαρακτηρίσουν αυτό το σιδηρούν ξίφος ως δώρο του Tusratta των Μιτάννι[10] όμως αυτό έχει αμφισβητηθεί[11], όντας το πολύ μία των υπαρχουσών εναλλακτικών. Σημειώνεται ότι η καλλιτεχνική εκτίμηση της διακοσμήσεως αδυνατεί να συνσχετίσει το τεκμήριο με τους Μιτάννι οι οποίοι εστερούντο ιδιαίτερης πολιτιστικής ή καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας. Όπως έχει υποστηρίξει η Kantor στην περίπτωση ενός τέτοιου κράτους με τα εξαιρετικά διαφορετικά εθνοτικά του στοιχεία, τίθεται σε ισχυρή αμφισβήτηση το ερώτημα εάν οι τεχνίτες που εργάζονταν εντός των συνόρων του ήταν σε θέση να αναπτύξουν στυλιστικές τάσεις αρκετά ανεξάρτητες ώστε να φέρουν το όνομα της πολιτικής οντότητας στην οποία προέκυψαν.[12]

ΟΡΕΙΧΑΛΚΙΝΗ ΠΛΑΚΑ ΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΑΧΗΣ ΖΩΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΡΟ & ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΥΚΗΝΑΪΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: ΔΙΕΘΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΙΓΑΙΑΚΟΥ ΥΦΟΥΣ!!

Ορειχάλκινη πλάκα με παράσταση μάχης ζώων ΥΕΧ[13]

Αυτή η μικρή χάλκινη πλάκα, που θεωρήθηκε ότι προέρχεται από την Τύρο στην Συρο - Παλαιστινιακή ακτή, έχει τριγωνική μορφή διαθέτει δε οπές για προσάρτηση σε άλλο υλικό.[14] Σκηνές κυνηγίου απεικονίζονται πάνω από μια σκηνή ισχυρών θηρίων από το φυσικό και υπερφυσικό βασίλειο - έναν λέοντα και έναν γρύπα - που συγκρούονται για το θήραμά τους. Η βλάστηση και η συνολική διάταξη της διαπάλης δύο και τριών θηρίων σε μητρώα - εδώ οριοθετείται από ένα απλοποιημένο σχέδιο συριακής κυματοειδούς γραμμής - συσχετίζουν αυτήν την πλάκα με ένα σύνολο τεχνουργημάτων μεταλλοτεχνίας του λεγομένου Διεθνούς Ύφους, περιλαμβάνουσα - μεταξύ άλλων - την χρυσή φιάλη από την Ευαγορίτιδα (Ugarit)[15] και την θήκη ξιφιδίου του Τουταγχαμών.[16] 

Φιάλη με σκηνή κυνηγίου από την Ugarit

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποίηση, στα πλαίσια αυτού του κοινού ύφους, αναφορικά με τις λεπτομέρειες της αποδόσεως των αρπακτικών θηρίων, της βλαστήσεως και των διακοσμητικών θεμάτων, καθώς και ο βαθμός απορροφήσεως και ολοκληρώσεως - εντάξεως των δυναμικών, τυποποιημένων εικόνων που συνδέονται με τον κόσμο του Αιγαίου. Δύο διακριτές ζωομαχίες απεικονίζονται στην επάνω οριζόντια ζώνη: η μία με λέοντα και κυνηγόσκυλο που επιτίθεται σε έναν ταύρο και η άλλη με μια λεοπάρδαλη ή τσιτάχ που δαγκώνει το λαιμό ενός αγριοκάτσικου. Σε αντίθεση με τις σκηνές στην Ευαγοριτική φιάλη και την θήκη του ξιφιδίου από την Αίγυπτο, η βία της στιγμής αποτυπώνεται σε αυτές τις συνθέσεις μετωπικής επιθέσεως και διαποτίζει τα σώματα των θυμάτων, με τα κεφάλια τους να αποδίδονται συνεστραμμένα και τα άκρα τους ανασηκωμένα από το έδαφος. Τα λιοντάρια ορμούν πάνω στο θήραμά τους με το πίσω πόδι πλησιέστερα στον θεατή να κλωτσάει προς τα εμπρός με Αιγαιοπελαγίτικο τρόπο, ενώ ένα κυνηγόσκυλο με ανοιχτά σαγόνια δαγκώνει στην κοιλιά, με το σώμα του να επικαλύπτεται από τα ανασηκωμένα άκρα του ταύρου. Αιγυπτιακά υδρόβια φυτά του γλυκού νερού με άνθη παπύρου χαρακτηρίζουν το τοπίο της σκηνής.[17] Ελικωτό ανθέμιο - πλησιέστερο υφολογικά πρός τα αιγυπτιακά υποδείγματα από εκείνα της φιάλης από την Ugarit - καταλαμβάνει το κάτω μέρος,[18] πάνω από το οποίο ένας λέων και γρύπας αλληλοπλήττονται σε σκληρή μάχη διεκδικώντας ένα κατάκοιτο, πιθανότατα νεκρό, μόσχο. Αυτή η σκηνή πιθανώς παραπέμπει σε μιαν Αιγαιοπελαγίτικη σύνθεση που σώζεται σε σφραγίδα από ίασπι από τις Μυκήνες, όπου δύο διασταυρούμενοι λέοντες δαγκώνουν ο ένας τον άλλο.[19] 

Μυκηναϊκές σφραγίδες CMS I 117 (αρ.) & CMS II,6 103 (δεξ.)

Εδώ, ωστόσο, ο γρύπας, ενώ αρπάζει την πλάτη του αντιπάλου του με το ράμφος, είναι ο ίδιος θωρακισμένος από το τεράστιο φτέρωμά του, που χρησιμεύει ως σκηνικό για την κεφαλή του λέοντος. Αυτό το ισχυρό ζώο αποδίδεται με κυματισμούς και όχι με σχέδια στον λαιμό, για να υποδηλώσει ίσως την έλλειψη χαίτης. Ο γρύπας, επίσης, είναι χαρακτηριστικός, με τα μεγάλα φτερά του να φαίνονται σε πλάγια όψη, το ένα πίσω από το άλλο, με τη χαρακτηριστική Αιγαιοπελαγίτικη μορφή με λυγισμένα φτερά και ένα στενό κεφάλι με υπερμέγεθες ράμφος και τριπλό λοφίο. Μοιράζεται χαρακτηριστικά με το καθισμένο πλάσμα στην φιάλη της Ugarit και, ακόμη περισσότερο, με τον γρύπα σε ένα εξάρτημα άρματος από φύλλο χρυσού προερχόμενο από τον τάφο του Τουταγχαμών.[20] 


Μινωικός γρύπας με λοφίο (σκαρίφημα του Nestor)

Ανάγλυφο διακοσμητικό άρματος του τάφου του Tut[21]

Εκεί, το θηρίο επιτίθεται στο θήραμά του ενώ ένα κυνηγόσκυλο δαγκώνει την κοιλιά του, σε μια σκηνή που αποτυπώνει το δυναμικό πνεύμα και τη σύνθεση των Αιγαιοπελαγίτικων ζωικών αναμετρήσεων. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η μόδα για τέτοιες εικόνες φαίνεται ότι ξεκίνησε ενωρίτερα στο Νέο Βασίλειο, ίσως δε εισήχθη στην Αίγυπτο από τους Αιγαίους τεχνίτες που ήταν υπεύθυνοι για τις νωπογραφίες με σκηνές κυνηγίου αιλουροειδών στην Tell el-Dab'a.[22] 

Απεικόνιση επιτιθεμένης λεοπαρδάλεως από Μινωική τοιχογραφία της Αβάριος[23]

Αναφερόμενη στην Ελλαδική επιρροή σε τεχνουργήματα του τάφου του Τουταγχαμών η Morgan σημειώνει την ύπαρξη εκεί σημαντικού αριθμό φορητών αντικειμένων με εικονογράφηση σχετική με το κυνήγι αιλουροειδών. Στο περίφημο διακοσμημένο αλαβάστρινο κιβώτιο βλέπουμε την από μέρους του βασιλέως οικειοποίηση της δυνάμεως του αιλουροειδούς όσον αφορά στην καθυπόταξη αντιπάλων ανδρών.[24] Ο πόλεμος και το κυνήγι παραλληλίζονται άμεσα στις πλευρές και το κάλυμμα του κιβωτίου, καθώς και στα πλευρικά άκρα όπου ο βασιλεύς απεικονίζεται ως σφίγγα (λέων - άνθρωπος) ποδοπατών τους εχθρούς του.

Ένας από τους θρόνους του Tutankhamun[25b]

Τα μεγάλα αιλουροειδή διαδραματίζουν προστατευτικό ρόλο στην Αιγυπτιακή βασιλική εικονογραφία και στην διατήρηση της βασιλικής εξουσίας. Ένα ασυνήθιστο εξάρτημα άρματος από φύλλο χρυσού δείχνει έναν φτερωτό γρύπα και σκύλο να επιτίθενται σε μια αντιλόπη.[25] Ο σκύλος - στο Αιγαιακό ιδίωμα - επιτίθεται στην κοιλιά του ζώου. Εξίσου σημαντικά, ο ταφικός εξοπλισμός του Τουταγχαμών εμφανίζεται μοναδικός κατά το ότι περιλαμβάνει τρεις σκηνές μιας λεοπαρδάλεως που επιτίθεται στο θήραμά της, υπενθυμίζοντας τα χρυσά ένθετα από τον θολωτό τάφο III των Μυκηνών, όπου λέοντες και μια λεοπάρδαλη κυνηγούν το θήραμά τους μέσα σε φοίνικες. 

Το κιβώτιο από βερνικωμένο ελεφαντόδοντο παραθέτει απεικονίσεις του βασιλέως σε σκηνές κυνηγίου με βασιλικούς σκύλους, λέοντες και μία λεοπάρδαλη.[26] Σε τέσσερεις χρυσές πόρπες από έναν ιμάντα ιπποσκευής (χάμουρα), η δύναμη του λέοντος και της λεοπαρδάλεως ως κυνηγών παραλληλίζεται με εκείνην του βασιλέως ως πολεμιστού.[27] Ένα χρυσό ξίφος, το οποίο βρέθηκε στραμμένο προς την κοιλιά του μουμιοποιημένου σώματος του βασιλέως, έχει το βασιλικό έμβλημα στην λαβή και παραστάσεις κυνηγίου κάτω από τον κολεό (θηκάρι), με παράσταση σκύλου και λέοντος επιτιθέμενων στο θήραμά τους, καθώς και άλλη λέοντος (κάτω) και λεοπαρδάλεως (παραπάνω) τα οποία αμφότερα επιτίθεται σε ένα αγριοκάτσικο.[28]

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΥΦΟΣ ΣΕ ΕΠΙΚΟΛΛΗΤΑ Ή ΕΠΙΡΡΑΦΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ

Μινωϊκά επίρραφα χρυσά διακοσμητικά της ΥΜ ΙΙΙ (ναυτίλλος και θύσανος παπύρου)[29]


Το λεγόμενο ‘διεθνές ύφος’ απαντά σε σειρά τεχνουργημάτων τα οποία κυκλοφορούσαν στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού απαντώνται όπως κιβωτίδια, αγγεία, είδη καλλωπισμού και ένθετα επίπλων, καθώς και σε σφραγίδες, όπλα και κοσμήματα. Τα διακοσμητικά συνδυάζουν εικονογραφικά στοιχεία από την Εγγύς Ανατολή, την Αίγυπτο και το Αιγαίο, εξέχουσα δε θέση μεταξύ αυτών κατέχουν έπίρραφα ή μη διακοσμημένα φύλλα χρυσού (appliquè) τα οποία ευρέθησαν στον τάφο του Τουταγχαμών.[30] Υπενθυμίζεται ότι η Foster, αναφερόμενη στην επικολλητή ή πλαστική διακόσμηση αγγείων, σημειώνει ότι η επικολλητή διακόσμηση (Appliquéd) δεν είναι πολύ συνηθισμένη στην χώρα του Νείλου, εμφανίζεται όμως σε μερικές θέσεις εκεί, τα δε Αιγυπτιακά παραδείγματα θεωρούνται ότι επαναλαμβάνουν Μινωικά υποδείγματα.[31] Μινωικά χρυσά επίρραφα της ΥΜ ΙΙΙa περιλαμβάνονται στην συλλογή του Michael C. Carlos Museum και εικονίζονται ανωτέρω.
Επιστολή Amarna EA 19[32]

ΜΙΝΩΙΚΑ ΣΑΝΔΑΛΙΑ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ![35]

Αξίζει να εξεταστεί εάν οποιεσδήποτε ξένες παραδόσεις της δερμάτινης κατασκευής μπορεί να συνέβαλαν ή να επηρέασαν αυτές της Αιγύπτου. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε πώς η τεχνολογία από άλλες περιοχές διέφερε (ή όχι) από την αιγυπτιακή του δέρματος. Ενώ οι νουβικές επιρροές μαρτυρούνται, είναι πιθανό ότι οι παραδόσεις από την περιοχή του Αιγαίου, την Μικρά Ασία ή τις περιοχές της Μεσοποταμίας ενέπνευσαν σχέδια, αν όχι και τεχνολογία. Για παράδειγμα, μια σκηνή στον τάφο Rekhmiret στο Λούξορ (TT100; Εικ. 6„42A), που χρονολογείται στα χρόνια της βασιλείας του Thutrnose III/Amerthotep II., δείχνει τους Μινωίτες να αποδίδουν φόρο τιμής φορώντας ανοιχτά παπούτσια με λωρίδες πάνω από τα πόδια τους, όχι σε αντίθεση με εκείνα του τάφου του Tutankhamun. Τα παπούτσια του Τουταγχαμών ήταν δώρα από την Κρήτη, ίσως προσαρμοσμένα για να ανταποκρίνονται στις Αιγυπτιακές προτιμήσεις; Ήταν αποτελέσματα του εμπορίου; Ή μήπως οι Αιγύπτιοι εμπνεύστηκαν από τα Μινωικά πρότυπα; Οι αιγυπτιακές διακοσμητικές λεπτομέρειες των παπουτσιών του Tutankhamun με ξένα χαρακτηριστικά υποστηρίζουν την ιδέα ενός μείγματος παραδόσεων από διαφορετικές περιοχές. Η ιδέα των ανοιχτών παπουτσιών, άλλωστε, είχε εισαχθεί στην Αίγυπτο πολλά χρόνια νωρίτερα, αλλά, εκτός από αυτά που βρέθηκαν στον τάφο του Tutankhamun, είχαν απλώς λουριά τύπου σανδαλιού. Τα παπούτσια από τον τάφο είχαν πολλούς διαφορετικούς τύπους ιμάντων (σε ένα ζευγάρι συνδυασμένα με παραδοσιακά αιγυπτιακά σανδάλια), μερικά από τα οποία μπορεί να ήταν εμπνευσμένα από μινωικά (ή άλλα ξένα) παραδείγματα. Ένα χαρακτηριστικό που είναι μοναδικό στη δερμάτινη κατασκευή από τον τάφο είναι η χρήση αιγυπτιακού κυανού, μαζί με χρυσό, ως μέθοδος βελτίωσης. Αυτό, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχει ξένη προέλευση, καθώς υπάρχουν παλαιότερα δείγματα ζωγραφικής μπλε διακόσμησης σε δέρμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Παρεμπιπτόντως σημειώνεται εδώ ότι αρχικώς ο όρος κοινή είχε Ελληνικές αναφορές και συσχετίσεις (Sinclair 2022b, pp. 18-19):
Η κοινή (Koiné) ως ακαδημαϊκός όρος ξεκίνησε αρχικά στις αρχές του εικοστού αιώνα ως προσδιορισμός μιας κοινής διαλέκτου της ελληνιστικής περιόδου στην ανατολική Μεσόγειο. Αργότερα εφαρμόστηκε στην πρώιμη ελληνική τέχνη, στη συνέχεια στην Εποχή του Σιδήρου και μετά στην Μυκηναϊκή και Μινωική γλώσσα και πολιτιστικά ύφη της Εποχής του Χαλκού. Στα τέλη του εικοστού αιώνα απέκτησε ευρύτερο πεδίο και αγκάλιασε την ιδέα του κοινού υλικού πολιτισμού της ανατολικής Μεσογείου, καθιστάμενη μία πολιτιστική ή καλλιτεχνική κοινή - koiné και τελικά τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει επεκταθεί ακόμη περισσότερο για να χαρακτηρίσει κοινό πολιτισμό ευρέως και ποικίλου χαρακτήρα, από την λατρεία της ανατολικής Μεσογείου που καλύπτει την δεύτερη έως την πρώτη χιλιετία, ως την μουσική κοινή της Εποχής του Χαλκού. Στην πραγματικότητα, η προσθήκη του από κοινού μοιραζόμενου στην αρχική ιδέα δεν προσθέτει τίποτα για την επίλυση του προβλήματος και σε σπάνιες περιπτώσεις είναι ακόμη δυνατό για έναν μελετητή αυτού του θέματος να συγχέει περαιτέρω τη χρήση αποκαλώντας αυτήν την ομάδα υβριδικών τεχνουργημάτων ως 'μοιραζόμενη διεθνής κοινή'. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετικώς η ύπαρξη όρων όπως 'Λεβαντίνικη Αιγαιακότητα' (Κονιδάρης 2020, 156, n. 641), 'Λεβαντίνικο – Μυκηναϊκό πολιτιστικό ιδίωμα' (ό.π. p. 156-157, n. 642), ' Λεβαντίνικος – Ελλαδικός' (ό.π. p. 157, n. 642), 'Λεβαντίνικος – Μυκηναϊκός' (ό.π. p. 157, n. 642), ‘Μυκηναϊκη – Βαλκανική κοινή’ (ό.π. p. 50, n. 113), 'Αιγαιακή Κοινή' & 'Μινωικός – Μυκηναϊκός' πολιτισμός (ό.π. p. 63, n. 166), 'Ελλαδο - Κιλικική' (ό.π. p. 80, n. 265-266), 'Φιλισταϊκή – Μυκηναϊκή' (ό.π. p. 119), 'Μυκηναϊκή Κοινή' (ό.π. p. 153) κ.α. Βλ. επίσης: Rehak and Younger 1998; Stubbings 1951 κ.ά.
[2]. Feldman 2006, p. 31.
[3b]. https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02vCDGkT7BikjtdT7ZikdpGAkmE81iXcakJSnjhK3cLR2gNwQcHwwcdygRnbXYah8il&id=100004993125345&__cft__[0]=AZU6_CPGFcK14Z_UkdNAldF41tS7Lv6Polx89fqGxtFjV7nfHbUziYNGemrkUjNJ0J69nMzIuxsbGd8MGgzFmo0md21lO7g6ofxJLifnhPdp2GwivW9UVysPoNJ_qH3iVh0&__tn__=%2CO%2CP-R
[3]. ΜΜΑ Accession Number: 30.3.7a, b, 17/18 δυναστείας. Βλ. επίσης MMA 10.130.2678, 26.7.1229, 26.7.1230, 10.130.2847 κ.α. (https://www.facebook.com/metstore/posts/4855315514522734?__cft__[0]=AZX57xS8S16V21YfN0KcF9SlaTPYhTdz2dk124067oYV2re3bCdH2R_hhR8vu00_IC2fqKlwGRwq4zAtBpLfusEf-SEDGLb5PlffwotGcb5YbafQtuFOZEEKPhbN-s9fhrLJbSoFg1zonh_v2CumEj7I&__tn__=%2CO%2CP-R), The MET Store.
[4]. Koehl  2006, p. 55. 
[4a1]. https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/435397987_18422264341050936_3238001480346597178_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-7&_nc_sid=5f2048&_nc_ohc=HhXxd8oVmGcAb5u18Pg&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AfCIiaRXUumInmWMcVkoDRlgN-NAuWwPnMEJUv2HmL7OaA&oe=6614297B
[4a2]. https://vk.com/wall-9029295_53427
[5]. Ο Tushratta, βασιλεύς των Mitanni, έστειλε τις επιστολές EA 17-21 και 23-24 στον Amenophis III και τις επιστολές EA 27-29 στον Akhenaten. Η επιστολή EA 26 εστάλη από την Tushratta στην Teye, χήρα του Amenophis III, μετά το θάνατο του συζύγου της. Η αλληλογραφία μεταξύ της Αιγύπτου και των Mitanni έληξε απότομα στα πρώτα χρόνια του Ακενατόν, όταν ο Shuppiluliuma, βασιλέας των Χάτι, νίκησε τους Mitanni. Η οντότητα των Mitanni έχασε την στρατιωτική της ισχύ και τα υποτελή κρατίδιά της, καθώς και την διεθνή της ιδιότητα ως μέλους της 'λέσχης' των μεγάλων δυνάμεων.
[6]. Giannakos 2011, pp. 4-5. Ο Tusratta φαίνεται ότι έστειλε την κόρη του Taduhepa ως σύζυγο του φαραώ Αμενόφιος / Nimmuria / Amenhotep ΙΙΙ (ΕΑ 19, 17, 22), β. 1391–1353 ή 1388–1351 π.Χ., βλ. Bryce (Bryce 1998, p. 171). Μάλιστα η τελευταία (Taduhepa / Daduhepa) έχει υποστηριχθεί ότι υπήρξε Αχαϊκής (Ahhiyawa) καταγωγής (Ebeling, Meissner & Edzard 1928, p. 285). Αναφέρεται επίσης ότι υπήρξε θεία του Αχαιού βασιλέως Antarawas (Ebeling, Meissner & Edzard 1928, p. 54), μάλιστα το τελευταίο αυτό όνομα (Antarawas) έχει αναγνωσθεί και ως Ανδρεύς (Sturtevant 1932). Ενδεχομένως η ίδια αυτή Taduhepa / Daduhepa υπήρξε Tawananna υπό τρείς Χετταίους βασιλείς (Blasweiler n.d., p. 23). Βλ. επίσης: https://www.wikiwand.com/en/Tushratta. Για την επιστολή EA 22 βλ.: Θωμόπουλος, Ι. 1993, σελ. 671 κ.ε.; Moran 1992, p. 51).
[7]. Hall 1928, p. 252. Ο Γιαννακός αναφέρει σιδηρά δακτυλίδια από τα Δενδρά και την Πύλο, σχετικά δε τεκμήρια στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών χρονολογούνται στην περίοδο από τον 15 ως τον 13 αι. π.Χ. Χρήση σιδήρου - υπό την μορφή δακτυλιδιού - έχει επίσης αναφερθεί από τα Ανεμόσπηλια χρονολογούμενη από τον 17 αι. π.Χ. (Giannakos 2014-5, p. 51; Sakellarakis and Sapouna-Sakellaraki 1981, p. 5).
[8]. Richardson 1934. 
[8a]. Feldman 2002, pp. 20-21, fig. 22. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται εδώ:
These four works have their closest parallels with items found in Egpt, Cyprus, and the Aegean, showing more elusive associations with Anatolian and Mesopotamian pieces.[95] While the interior Near East has preserved fewer comparanda, giving the koine a more westerly, Mediterranean orientation, this geographic skew may be more apparent than actual. The sample of small, precious objects of any type excavated at inland Near Eastern palatial sites remains minimal, From Egypt, a number of exquisite objects recovered from the tomb of Tutankhamun in the Valley of the Kings display scenes of leonine predators attacking herbivores in lush vegetation. such as an alabaster jar stained blue and two beaten gold-foil chariot ornaments (Figs. 22, 23)[96] In the case of the alabaster ointment jar, the juxtaposing of the inernational attributes on the container's body with the Egyptian tradition on the top and bottom, including the cartouchee of the young Pharaoh, recalls the coexistence of indigenous and, international features on the ivory furniture panels.[97] Such pairings are also seen on several silver vessels found at Tell Basta (Bubastis) in the Egyptian Delta, probably dating to the end of the Nineteenth Dynasty.[98].

On Cyprus, ivories and elaborate faience pieces partake of the koine themes and compositions. A polychrome faience ease excavated at the site of Kition-Bamboula in the present-day port city of Larnaca shows bunt scenes on the shoulder and goats flanking voluted palmettes on the boch. (Fig. 24).[99] The thing gallop poses of the animals and the scattered vegetation hirther link it to the corpus. Attack scenes between lions, griffins, and bulls, executed in cutout her inlays and bands, have also been fotund in the Aegean, most notably out the island of Delos (Fig. 25).[100] The finely incised Delos inlays, with their exaggerated flying gallop positions, are so closely related to ivories found at Mycenae on the Greek mainland, on Cyprus, and at Megiddo in the southern Levant that it has been suggested that a single workshop produced them.[101] 

All these luxurious objects have in common a restricted repertoire of motific elements and themes, consistently combined to create vignettes that. while related, are rionnarrative. The themes center on predatory animal attacks, foot hunts, and herbivores flanking stylized vegetation. The most characteristic motific element is the voluted palmette..
[9]. https://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Minoan_weapons_in_Archaeological_Museum_of_Heraklion#/media/File:Bronze_dagger_from_Malia.jpg
[10]. Takafumi Matsui et al. 2022.
[11]. Sinclair 2022a.
[12]. Kantor [1945] 1999 (Chapter XIV).
[13]. Aruz et al. 2008, cat. nr. 259. Musee du Louvre, AO 15.557.
[14]. Aruz et al. 2008, p. 260, n. 1;Perrot and Chipiez 1885, p. 813, εικ.565; Longperier 1882, pl. XXI: 4. Σύμφωνα με την Annie Caubet (προσωπική επικοινωνία), η χάλκινη πλάκα ήρθε στο Μουσείο .. με τη συλλογή Salt, η οποία χτίστηκε στην Αίγυπτο σε μια εποχή που αντικείμενα από τον Λίβανο περιήλθαν στα χέρια των εμπόρων στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο. Η προέλευση της συσχετίσεως με την Τύρο, ωστόσο, είναι άγνωστη.
[15].  Aruz et al. 2008, cat. nr. 146. 
[16].  Aruz et al. 2008, fig. 121.
[17]. Aruz et al. 2008, p. 260, n. 2. Βλ. Kantor (1945) 1999, pp. 524, 533, για την ταυτοποίηση των φυτών pondweed ή Potamogeton (γένος υδρόβιων, κυρίως γλυκών υδάτων, φυτών της οικογένειας Potamogetonaceae).
[18]. Aruz et al. 2008, p. 260, n. 3. Η Kantor (ό.π., σελ. 53-34) θεωρεί ότι αυτό είναι μια πιθανή ένδειξη μιας νότιας Λεβαντίνικης καλλιτεχνικής παραδόσεως, με στενούς δεσμούς με την Αίγυπτο.
[19]. Aruz et al. 2008, p. 260, n. 4. Πρόκειται για την σφραγίδα CMS I, αρ. 117, με δύο λέοντες που συγκρούονται, για το προσκυνημένο θύμα, βλ. CMS II.6 αρ. 103.
[20].  Aruz et al. 2008, fig. 122.
[21]. Metropolitan Museum of Art, temp 30.3.34.52.
[22]. Aruz et al. 2008, p. 260, n. 5, fig. 120; Morgan 2004.
[23]. Morgan 2004: Leopard 1 (Scale: 1:2) Leopard pouncing towards the left amongst blue trefoil plants (F. 9, 78, 265, 315).
[24]. Morgan 2004, p. 294, n. 36.
[25b]. https://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2016/12/TUT_4-800x1200.jpg
[25]. op. cit. n. 37.
[26]. op. cit. n. 38.
[27]. op. cit. n. 39.
[28].  op. cit. n. 40.
[29]. Διακοσμητικό ενδύματος σε σχήμα ναυτίλλου και θυσάνου παπύρου, χρυσό, ΥΜ, αρ. 2005.033.003 & 2, Michael C. Carlos Museum.
[30]. Morgan 2004, p. 294, fig. 12, n. 40; Bertsch, Broschat and Eckmann 2017.
[31]. Foster 1982, p. 98.
[32]. <https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/a/aa/AmarnaLetterOfMarriageNegotiation-BritishMuseum-August19-08.jpg/800px-AmarnaLetterOfMarriageNegotiation-BritishMuseum-August19-08.jpg>
[35]. Veldmeijer & Ikram 2024, p. 164. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aruz, J., K. Benzel, and J. M. Evans. 2008. Beyond Babylon: Art, Trade, and Diplomacy in the Second Millenium B.C. (Exhibition catalogue, The Metropolitan Museum of Art 2008-2009), New York.

Morgan, L. 2004. "Feline hunters in the Tell el-Dabʿa paintings: Iconography and dating," Ägypten und Levante / Egypt and the Levant 14, pp. 285-298.

Kantor, H. J. [1945] 1999. Plant Ornament in the Ancient Near East,1999 (rev.), < http://www-oi.uchicago.edu/OI/DEPT/RA/HJK/HJKXI.pdf> (1 March 2015).

https://www.academia.edu/44755780/Aegean_Sword_at_Hattu%C5%A1as_Silver_and_Sources_Contribute_to_the_dating_of_Trojan_War
Giannakos, K. 2011. "The Aegean type Sword found at Hattušas, Silver as rare metal and the written Sources, Contribute to the dating of Trojan War?," paper presented at The International Symposium: "History, Technology and Conservation of Ancient Metals, Glasses and Enamels", N.C.S.R. Demokritos, pp. 1-17.

https://books.google.gr/books?id=iGAPEAAAQBAJ&pg=PA253&lpg=PA253&dq=Tutankhamen%E2%80%99s+iron+dagger+and+the+Aegean&source=bl&ots=qq8NuAThB0&sig=ACfU3U1G2PJz2ZakW7CYpZDL61OuQarjNQ&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwivsLWh3Zf2AhXU_rsIHSuUAHwQ6AF6BAglEAM#v=onepage&q=Tutankhamen%E2%80%99s%20iron%20dagger%20and%20the%20Aegean&f=false
Hall, H. R. 1928. The Civilization of Greece in the Bronze Age: The Rhind Lectures 1923
pp. 25-253.

https://discovery.ucl.ac.uk/id/eprint/1348990/1/338121.pdf
Euphemia Photos. 1987. “Early Extractive Iron Metallurgy in N Greece: a unified approach to regional archaeometallurgy” (diss. Univ. College Institute of Archaeology). 

https://link.springer.com/content/pdf/10.1007/s10814-019-09129-6.pdf
Erb‑Satullo, N. L. 2019. “The Innovation and Adoption of Iron in the Ancient Near East,” Journal of Archaeological Research 27, pp. 557–607.

https://www.academia.edu/7151718/Metals_ancient_Egyptian_
Ogden, J. 2000. "Metals (ancient Egyptian)," in Ancient Egyptian Materials and Technology, ed. P. T. Nicholson and I. Shaw, Cambridge, pp. 148-176.

https://books.google.gr/books?id=1SKu3lk4CA8C&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false
Feldman, M. H. 2006. Diplomacy by Design: Luxury Arts and an "International Style" in the Ancient Near East 1400-1200 BCE, University of Chcago Press.

https://books.google.gr/books?id=oaPYDwAAQBAJ&pg=PA85&lpg=PA85&dq=feather%20pattern%20in%20bronze%20age%20Aegean&source=bl&ots=Udr4cThAv4&sig=ACfU3U1fRiJVm_s_XrGLhjpNs-LpEiZKvA&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjN8viWhJj2AhWp8LsIHV1KAn0Q6AF6BAg7EAM&fbclid=IwAR2i-iuhYTBkHnaFsp_eppoQU986ZsukIVzazC3UpWnHAOFbnH5M9Lfv1Kk#v=onepage&q=feather%20pattern%20in%20bronze%20age%20Aegean&f=false
Koehl, R. B.  2006. Aegean Bronze Age Rhyta, INSTAP.

Richardson, H. C. 1934. "Iron, Prehistoric and Ancient," AJA 38 (4), pp. 555-583.

Foster, K. P. 1982. Minoan Ceramic Relief (SIMA 64). Göteborg: Paul Åström.

https://collections.carlos.emory.edu/exhibitions/650/divine-felines-cats-of-ancient-egypt/objects?fbclid=IwAR3YZlw0k8234gNnLkgHGInN_WbcSgp_62MR2XUQFRa86VIjcP6vrmFbQGM
Divine Felines: Cats of Ancient Egypt

https://onlinelibrary.wiley.com/doi/epdf/10.1111/maps.13787
Takafumi Matsui, Ryota Moriwaki, Eissa Zidan, Tomoko Arai. 2022. "The manufacture and origin of the Tutankhamen meteoritic iron dagger," Meteoritics  &  Planetary Science, pp. 1–12.

Sinclair, A. 2022a. "Artistic licence or why i trust no one," <https://artisticlicenseorwhyitrustnoone.blogspot.com/2022/02/the-mitanni-origin-of-meteoric-iron.html?fbclid=IwAR3jNucB2mdSiEMLo6N0m-Fmwskh-GLhQyjt9ZbZV8UTKhl6onkhdHsZy5o> (2 March, 2022).

Ελληνικό Ινστιτούτο Αιγυπτιολογίας. "Meteoritic Iron in the ancient Egyptian funerary beliefs & practices", <https://hiegaker.wordpress.com/research/archaeoastronomy/> (14 March 2022)
Bryce, Τ. 1998. The Kingdom of the Hittites, Oxford.

https://second.wiki/wiki/daduhepa#cite_note-7
Ebeling, E., B. Meissner and D.-O. Edzard. 1928. Real Lexicon of Assyriology and Near Eastern Archeology (en alemán) (4). (Consultado el 13 de diciembre de 2017).

https://doi.org/10.2307/408836
Sturtevant, E. H. 1932. Rev. of. F. Sommer, Die Ahhijava-Urkunden, in Language 8 (4), pp. 299-304.

https://www.academia.edu/3483533/The_royal_family_of_the_early_Old_Kingdom_of_Hattusa_and_their_Tawananna_s_An_avuncular_system_
Blasweiler, J. . "The royal family of the early Old Kingdom  of Hattusa and their Tawananna’s," <https://www.academia.edu/3483533/The_royal_family_of_the_early_Old_Kingdom_of_Hattusa_and_their_Tawananna_s_An_avuncular_system_>

https://archive.org/details/TheAmarnaLetters/page/n47/mode/2up?q=EA+22
Moran, W. L., ed. 1992. The Amarna Letters, Johns Hopkins University Press.

Θωμόπουλος, Ι. 1993 [1912]. Πελασγικά, Αθήναι.

https://www.gutenberg.org/files/26145/26145-pdf.pdf {p. 21 Gilia Γιλίας Tadukhipa}
Niebuhr, C. 2008 [1903]. The Tell El Amarna Period. The Relations of Egypt and Western Asia in the Fifteenth Century B.C. According to The Tell El Amarna Tablets, London.

Rainey, A. F. 2015. The El-Amarna Correspondence. A New Edition of the Cuneiform Letters from the Site of El-Amarna based on Collations of all Extant Tablets (Handbook of Oriental Studies. Section 1 The Near and Middle East 110).

https://www.academia.edu/28154217/Inscribed_in_Clay_Provenance_Study_of_the_Amarna_Tablets_and_Other_Near_Eastern_Texts
Yuval Goren and Nadav Na'aman. 2004. Inscribed in Clay, Provenance Study of the Amarna Tablets and Other Near Eastern Texts, Tel Aviv Univ.

https://www.smb.museum/fileadmin/website/Museen_und_Sammlungen/Aegyptisches_Museum_Papyrussammlung/02_Sammeln_Forschen/Sammlung/Nofretete/Katalog/amarna-catalogue-english_low-res_8MB.pdf
Seyfried, F., ed. 2013. In the Light of Amarna. 100 Years of the Nefertiti Discovery, Egyptian Museum of Berlin’s special exhibition.

Giannakos, K. 2014-5. "Cutting-edge technology and knowhow of Minoans/Myceneans during LBA and possible implications for the dating of the Trojan war," Talanta XLVI-XLVII (2014-2015), pp. 51 - 79.

https://artisticlicenseorwhyitrustnoone.blogspot.com/search/label/International%20Style
https://books.ub.uni-heidelberg.de/propylaeum/reader/download/986/986-29-97782-1-10-20220404.pdf
Sinclair, A. 2022b. Outlooks on the International Koiné Style. Hybrid Visual Idiom from New Kingdom Elite Iconography, Ägyptologische Studien Leipzig.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2020. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

Sakellarakis, Y. and E. Sapouna-Sakellaraki. 1981. "Drama of Death in a Minoan Temple," History -
National Geographic, <https://www.kythera-family.net/download/Drama%20of%20Death%20in%20a%20Minoan%20Temple.%20National%20Geographic,%20February%201981.pdf> (29 April 2022).

https://books.google.gr/books?id=msw7AAAAIAAJ&pg=PA33&lpg=PA33&dq=Levanto-Mycenaean+style&source=bl&ots=p2alwILUkm&sig=ghb4OwNoTxhjmIDpxvmO_geYt6g&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjuqZbNqO3UAhXoLsAKHeo-C8sQ6AEINjAH#v=onepage&q=Levanto-Mycenaean%20style&f=false
Stubbings, F. H. 1951. Mycenaean Pottery from the Levant, Cambridge.

http://www.lasapienzatojericho.it/Betlemme/Biblioteca/ASL/BAAL.pdf
https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&ved=0ahUKEwiz0qPguejUAhWZHsAKHSojB-wQFggvMAA&url=https%3A%2F%2Fkuscholarworks.ku.edu%2Fbitstream%2F1808%2F6814%2F1%2FPR_JGY_Ivories.pdf&usg=AFQjCNE7WAk3vGy1jINIePwNQf7r66HFLQ
Rehak, P., and J. G. Younger. 1998. “International Styles in Ivory Carving in the Bronze Age,” in The Aegean and the Orient in the Second Millennium. Proceedings of the 50th Anniversary Symposium (Aegaeum 18), ed. E.H. Cline, and D. Harris-Cline, Liège – Austin, pp. 229-256. 

https://hcommons.org/deposits/item/hc:42537/
Sinclair, A. 2017. Iconographic Entanglement in New Kingdom Egyptian Royal Rhetoric: Was the “International Style” a Nuanced Form of Visual Rhetoric for an Old Office?," in Interkulturalität: Kontakt - Konflikt – Konzeptualisierung: BAJA 6, 13.11.15-15.11.15 Berlin, ed. S. Beck, B. Backes and A. Verbovsek, Berlin, pp. 151-174.

Megan Lewis & M. Feldman. 2015."Late Bronze Age Internationalism and the International Artistic Style," <https://cnx.org/contents/mGgNESN0@4/Late-Bronze-Age-Internationalism-and-the-International-Artistic-Style> (12 Sept. 2022).

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02ZbbN8qcvhB2MzqZasRUBUFvMJpXP7AHcvFKoiWzhx8oFVvL6GpGJbdkbZJipUgWvl&id=100052896971032&__cft__[0]=AZV-vhjgq_qWPIecwutenl1rjYawH6wW29YRAl_Nnsl-8T-GSJoqKQoMDOqSYpPRDM2aV92EDs04mtvGqWrtFAjuugrXrw_RpuwHBTCfcaExEz3lRjQwz7EykXcYBq3rAws&__tn__=%2CO%2CP-R
Κονιδάρης, Δ. 2022. "ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΜΜΕΡΙΟ ΒΟΣΠΟΡΟ: ΑΜΦΟΡΕΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΩ ΤΟΥ 'ΚΛΑΖΟΜΕΝΕΙΟΥ' ΤΥΠΟΥ, ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟΣ ΑΜΦΟΡΕΑΣ κλπ.," ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ, <https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02ZbbN8qcvhB2MzqZasRUBUFvMJpXP7AHcvFKoiWzhx8oFVvL6GpGJbdkbZJipUgWvl&id=100052896971032&__cft__[0]=AZV-vhjgq_qWPIecwutenl1rjYawH6wW29YRAl_Nnsl-8T-GSJoqKQoMDOqSYpPRDM2aV92EDs04mtvGqWrtFAjuugrXrw_RpuwHBTCfcaExEz3lRjQwz7EykXcYBq3rAws&__tn__=%2CO%2CP-R> (5 Ιουλίου 2024).

https://www.sidestone.com/books/let-a-cow-skin-be-brought
Veldmeijer, A. J. & S. Ikram. 2024. Let a cow-skin be brought: Armour, Chariots and Other Leather Remains from Tutankhamun’s Tomb, Leiden.

https://www.jstor.org/stable/3177251
Feldman, M. H. 2002. “Luxurious Forms: Redefining a Mediterranean ‘International Style,’ 1400-1200 B.C.E.,” The Art Bulletin 84 (1), pp. 6-29.

DOI: 10.13140/RG.2.2.18554.16321 
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ - ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ: 300924

https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0305440326001524
Gounelle, M., and E. Mantzourani. 2026. "Iron in Greece in the second millennium B.C.E.," Journal of Archaeological Science 192, Article: 106622

https://www.kathimerini.gr/culture/564344554/proistorika-kosmimata-apo-ton-oyrano-se-mykines-kai-kriti/


Αυτό το αντικείμενο είναι το περίφημο χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, το οποίο χρονολογείται στον 16ο αιώνα π.Χ. Εικονιζόμενη Παράσταση: Στη σφενδόνη του απεικονίζεται μια σύνθετη θρησκευτική σκηνή. Διακρίνεται μια θεά καθισμένη κάτω από ιερό δέντρο (πιθανότατα η «Πότνια Θηρών» ή Ρέα), που δέχεται προσφορές από λατρευτές, ενώ στο επάνω μέρος υπάρχουν ουράνια σύμβολα (ήλιος και σελήνη). Χώρος Φύλαξης: Το αυθεντικό κόσμημα εκτίθεται μόνιμα στη συλλογή Μυκηναϊκού Πολιτισμού του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αθήνα.Σημασία: Αποτελεί ένα από τα πιο αριστουργηματικά δείγματα μινωικο-μυκηναϊκής μικροτεχνίας και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τις θρησκευτικές δομές και λατρείες της εποχής του Χαλκού.
https://www.labrujulaverde.com/en/2026/07/power-objects-in-royal-tombs-the-rings-of-the-mycenaean-and-minoan-elite-were-forged-with-meteorite-iron/

https://www.cambridge.org/core/journals/annual-of-the-british-school-at-athens/article/tradition-and-innovation-in-aegean-iron-technologies-a-view-from-early-iron-age-ionia/278E96D4E7813F158D8A71FA133466F9

Mokrišová, J. and Marek Verčík. 2022. Tradition and innovation in Aegean Iron technologies: A view from early Iron age Ionia, Cambridge University Press.


Published online by Cambridge University Press: 30 March 2022

In the Aegean, the earliest known objects made of iron or containing iron parts came from Archanes on Crete, dating to the Middle Minoan (MM) II (1900–1750 bc) period (Poursat and Loubet Reference Poursat, Loubet, Laffineur and Greco2005). The Middle Bronze Age (MBA; 2100–1700 bc) to LBA iron finds comprise rings, tools and knives with decorative, ceremonial and prestigious functions. Prestigious objects increased in number during the Late Helladic (LH) IIIC (1200–1050 bc) period (databases of iron objects: Waldbaum Reference Waldbaum1978; Reference Waldbaum and Pigott1999, 46, Appendix A; Sherratt Reference Sherratt and Karageorghis1994, Appendix I; Sanidas et al. Reference Sanidas, Bassiakos, Georgakopoulou, Filippaki, Jagou and Nerantzis2016, 282–3; Pare Reference Pare, Miroššayová, Pare and Stegmann-Rajtár2017, 22–3; see also Maran Reference Maran, Deger-Jalkotzy and Lemos2006). During the EIA, iron became the preferred material in the eastern Mediterranean, as can be observed from the emergence of fully fledged iron production. However, the full potential of iron was only gradually recognised, and the experimental period extended well into the first millennium bc.Footnote2 A changing attitude to iron in the form of an intensive spread of both objects and technology is thought to have correlated with the sociocultural changes after c. 1200 bc (Waldbaum Reference Waldbaum and Pigott1999, 27–8; Pare Reference Pare, Miroššayová, Pare and Stegmann-Rajtár2017).

 DOI: 10.13140/RG.2.2.25774.27200
researchgate.net/publication/410047466_TA_KTERISMATA_TOU_TAPHOU_TOU_TOUTANCHAMON_TO_DIETHNES_YPHOS_KAI_TO_AIGAIO?_sg=3Pb2qdERZ3Do9_-GBqiM31G6xL8408MzFVP1lD8LWHwzsZ-pZY0EZgVST0kqOX_y_42-68_yCzwUx-pvIib9yZ4tuCRguWSOOJ75p6cN.w8_pB805v8VO2MB7yGsRvot97O67SET_muap-UFU7azzF-Q4yfKoxQQk7l1It_zIIc84MelRI8HUWvuOF6Nz3w&_tp=eyJjb250ZXh0Ijp7ImZpcnN0UGFnZSI6Il9kaXJlY3QiLCJwYWdlIjoiX2RpcmVjdCJ9fQ