BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Kundalini yoga & Plato

 

Kundalini yoga & Πλάτων

Νεολιθικό ειδώλιο από την Ιεράπετρα

Ο Mair έχει εντοπίσει και υπογραμμίσει την παρατηρούμενη ομοιότητα των παλαιο – Ιρανικών, Κινεζικών και Ελληνικών αντιλήψεων της κλασικής περιόδου των σχετικών με την γένεση και αναπαραγωγή.[7_79] Πράγματι η τελευταία φαίνεται ότι στο αρχαίο Ιράν γίνεται αντιληπτή επί τη βάσει των Ελληνικών προσεγγίσεων, συγκεκριμένα αυτών που συνδέουν το σπέρμα με το κεφάλι,[7_80] αν και επ’ αυτού έχει διατυπωθεί και η άποψη που επιχειρεί σε αμφότερες τις θεωρήσεις να αποδώσει Ινδοευρωπαϊκή καταγωγή, όμως χωρίς επαρκή θεμελίωση.[7_81]

ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ (με σχόλια ..) 
Ο Thomas Mc Evilley πραγματοποίησε το 2001 μια συστηματική μελέτη της αντιστοιχίας μεταξύ της αρχαίας ελληνικής και της ινδικής φιλοσοφίας στο βιβλίο του The Shape of Ancient Thought. Αυτή η ανάρτηση συνοψίζει την ανακάλυψή του για την σύλληψη της έννοιας της Kundalini {μορφή θείας θηλυκής ενέργειας, συσχετιζόμενη ονοματικά με την θεά Durga / Αθηνά και συσχετιζόμενη με τα ερπετοειδή πνεύματα των υδάτων Nagas ..} σε ελληνικούς και άλλους αρχαίους μη ινδικούς πολιτισμούς. Ο τρόπος με τον οποίον αυτές οι έννοιες διαιωνίστηκαν ή διαδόθηκαν μέσω διαφόρων αρχαίων πολιτισμών είναι θέμα διαμάχης, με το οποίο δεν θα ασχοληθώ εδώ.[5]
Η έννοια της Kundalini είναι γνωστή σε αρχαίες ινδικές γραφές και σε σύγχρονους κύκλους της Γιόγκα. Υποτίθεται ότι υπάρχει ένας λεπτός κεντρικός δίαυλος που ονομάζεται Sushumna μαζί με το οποίο λειτουργούν δύο βοηθητικοί δίαυλοι ονομαζόμενοι Ida και Pingala. Αυτοί οι δύο βοηθητικοί δίαυλοι είναι αλληλένδετοι και διασταυρώνονται μεταξύ τους σε πέντε διασταυρώσεις που ονομάζονται Chakra. Ο στόχος της Γιόγκα είναι να εξασκήσει τον Tapas (λιτότητα) που διατηρεί τον Retas και τον μετασχηματίζει σε Ojas, (βλ. την προηγούμενη ανάρτηση για τη μετάδοση της σεξουαλικής ενέργειας για περισσότερα) που τελικά προκαλεί την Kundalini, μια μυστική λαβιδινική (σχετιζόμενη με την libido ήτοι την διάθεση για σεξουαλική δραστηριοποίηση) δύναμη που βρίσκεται αδρανής στην βάση της σπονδυλικής στήλης, ώστε μα ανέλθει μέσω του διαύλου Sushumna μέχρι να φτάσει στο Sahasrara Chakra στην κορυφή του εγκεφάλου. Όταν συμβαίνει αυτή η ανάβαση της Kundalini, ο ασκούμενος της Γιόγκα υποτίθεται ότι βιώνει μιάν ασύγκριτη έκσταση και όταν αυτή η δύναμη σταθεροποιείται στην κεφαλή του, οδηγεί σε αυτό που ονομάζεται Φώτιση ή Αυτοπραγματοποίηση, μετά την οποία λέγεται ότι η ψυχή απελευθερώνεται από τον κύκλο των διαδοχικών μετενσαρκώσεων. 

Kudalini yoga (chakras, and nadis)

Ο Thomas McEvilley αναφέρει τον τίμαιο του Πλάτωνος όπου φαίνεται να συζητάται κάτι παρόμοιο με το ινδουιστικό δόγμα της Kundalini. Σε αυτό το βιβλίο, ο Πλάτων μιλά για τον θεϊκό σπόρο που βρίσκεται στον εγκέφαλο, ο οποίος ρέει κάτω από τη σπονδυλική στήλη προς τα σεξουαλικά όργανα. Αναφέρεται σε δύο κρυμμένους διαύλους ('φλέβες') που ρέουν παράλληλα με την σπονδυλική στήλη, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους στο λαιμό και στους κόμβους της καρδιάς (τσάκρα). Ο Πλάτων διέκρινε δύο μορφές Έρωτα (Αγάπη). Ο αληθινός Έρως είναι η επιθυμία της ανώτερης ψυχής να ενωθεί με την παγκόσμια ψυχή. Όταν η ψυχή ενσωματώνεται στην Ύλη και βιώνει την απογοήτευση του Χρόνου, του Αληθινού Έρωτα ή της επιθυμίας υπέρτατης γνώσης αντικαθίσταται από τον Ψεύτικο Έρωτα, που είναι η σεξουαλική επιθυμία.

Μπορεί να είναι χρήσιμο να παρουσιάσετε μερικά από τα ακριβή αποσπάσματα που αναφέρει ο McEvilley, οπότε εδώ εξάγονται από το πρωτότυπο και την νεο-ελληνική απόδοση.

ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (Plat. Tim. 77d) 

[77δ] τὴν σύμφυσιν τοῦ δέρματος καὶ τῆς σαρκὸς δύο φλέβας ἔτεμον νωτιαίας, δίδυμον ὡς τὸ σῶμα ἐτύγχανεν δεξιοῖς τε καὶ ἀριστεροῖς ὄν: ταύτας δὲ καθῆκαν παρὰ τὴν ῥάχιν, καὶ τὸν γόνιμον μεταξὺ λαβόντες μυελόν, ἵνα οὗτός τε ὅτι μάλιστα θάλλοι, καὶ ἐπὶ τἆλλα εὔρους ἐντεῦθεν ἅτε ἐπὶ κάταντες ἡ ἐπίχυσις γιγνομένη παρέχοι τὴν ὑδρείαν ὁμαλήν. μετὰ δὲ ταῦτα σχίσαντες περὶ τὴν κεφαλὴν τὰς φλέβας καὶ δι᾽ [77ε] ἀλλήλων ἐναντίας πλέξαντες διεῖσαν, τὰς μὲν ἐκ τῶν δεξιῶν ἐπὶ τἀριστερὰ τοῦ σώματος, τὰς δ᾽ ἐκ τῶν ἀριστερῶν ἐπὶ τὰ δεξιὰ κλίναντες, ὅπως δεσμὸς ἅμα τῇ κεφαλῇ πρὸς τὸ σῶμα εἴη μετὰ τοῦ δέρματος, ἐπειδὴ νεύροις οὐκ ἦν κύκλῳ κατὰ κορυφὴν περιειλημμένη, καὶ δὴ καὶ τὸ τῶν αἰσθήσεων πάθος ἵν᾽ ἀφ᾽ ἑκατέρων τῶν μερῶν εἰς ἅπαν τὸ σῶμα εἴη διάδηλον. τὸ δ᾽ ἐντεῦθεν ἤδη τὴν ὑδραγωγίαν παρεσκεύασαν τρόπῳ τινὶ

ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ[10]
Αυτοί, τέμνοντας το ίδιο το σώμα μας, άνοιξαν αγωγούς, σαν τα αυλάκια των κήπων, για να αρδεύεται, όπως θα ποτιζόταν από υδάτινα ρεύματα. Πρώτα άνοιξαν τις δύο νωτιαίες φλέβες, σαν κρυφούς αγωγούς κάτω από την σύμφυση δέρματος και σάρκας. Αυτές είναι δίδυμες. αφού το σώμα τυγχάνει να έχει δεξιό και αριστερό μέρος. Τις τοποθέτησαν κατά μήκος της ράχης, εκατέρωθεν τού γόνιμου μυελού γιά να διατηρείται αυτός πολύ θαλερός και γιά να παρέχεται ομαλή ύδρευση στα άλλα μέρη τού σώματος, και στις δύο πλευρές, αφού η ροή γίνεται εύκολα προς τα κάτω. Μετά από αυτά, έσκισαν τις φλέβες στην περιοχή τις κεφαλής, τις έπλεξαν μεταξύ τους προς αντίθετες κατευθύνσεις, και έφεραν τις δεξιές στ' αριστερά τού σώματος και τις αριστερές στα δεξιά, γιά να υπάρχει και δεύτερος δεσμός μεταξύ κεφαλής και σώματος - εκτός από το δέρμα - αφού δεν υπήρχαν νεύρα γύρω από την κεφαλή γιά να την συγκρατούν στην κορυφή τού σώματος. Έτσι εξασφάλισαν, επίσης, την μετάδοση των παθών των αισθήσεων από αμφότερες τις πλευρές σε ολόκληρο το σώμα. 

Ο McEvilley αναφέρει επίσης παραδείγματα από κάτι ισοδύναμο με την Kundalini στην κινεζική λογοτεχνία:

Οι ταοϊκοί αλχημιστές της Κίνας δίδαξαν τεχνικές για να αναγκάσουν το σπέρμα να φτάσει από την σπονδυλική στήλη στον εγκέφαλο, όπου αναμενόταν να θρέψει τα πεδία του κιννάβαρι (cinnabar), οδηγώντας στον αλχημικό μετασχηματισμό του νου… ..Το κείμενο Uniting Yin and Yang (Ho Yin Yang) , για παράδειγμα, συμβουλεύει τον ασκούμενο να 'πιπιλίζει το πνεύμα του ching προς τα πάνω', υπονοώντας την τεχνική αναρροφήσεως από την ουροδόχο κύστη που επιβεβαιώνεται από Ινδούς γιόγκι σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ένα άλλο πρώιμο κείμενο των Han, το Shih Wen, λέει, 'Σχεδιάστε το ch'i για να γεμίσετε τον εγκέφαλο' και παρατηρεί, 'Όλο το ching ανεβαίνει προς τα πάνω'. Το θέμα της προς τα άνω ροής μόλις αναφέρεται σε αυτά τα πρώιμα κείμενα, και ο προσανατολισμός τους είναι ειδικά προς την ευχαρίστηση, σε αντίθεση με τις αντιδράσεις των ταντρικών αλχημιστών που αναζητούν είτε φώτιση είτε αθανασία ή και τα δύο (και τον Πλάτωνα). Ακόμα, η ιδέα ήταν παρούσα και σε άνθιση, από την περίοδο της δυναστείας T'ang οι εσωτερικές πρακτικές της σεξουαλικής γιόγκα χρησιμοποιήθηκαν με την ελπίδα να γίνουν αθάνατες, και από τη δυναστεία Sung ολόκληρο το σύστημα, με το κύκλωμα του ch'i (στην Ινδία prana) στο κανάλι Tu και κάτω από το Jen είχε καθιερωθεί [1]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[7_79]. Mair 2006b, p. 4.
[7_80]. Onians 1954, p. 111; Encyclopaedia Iranica, s.v. GREECE xvi. Greek Ideas and Sciences in Sasanian Iran, βλ. < http://www.iranicaonline.org/articles/greece-16-ideas-sciences-sasanian>. 
[7_81]. Daryaee 2000. Ο Daryaee σε κείμενα της περιόδου των Σασσανιδών διαπιστώνει συσχέτιση μεταξύ της Οράσεως, του Σπέρματος και του Εγκεφάλου, σε κάποιες δε περιπτώσεις το Σπέρμα θεωρείται συνδεόμενο με αδυναμία και ειδικώτερα στην πλάτη. Παρόμοιες αντιλήψεις εμφανίζονται στην Ινδία κ.α.
[5]. McEvilley 2001, pp 208-220.
[10]. Κάλφας 1995, σελ. 205.
[20]. Integral Yoga of Sri Aurobindo & The Mother.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κονιδάρης, Δ. 2020. Ο Κινεζικός Πολιτισμός και οι Ελλαδικές Επιδράσεις, Αθήνα.

Integral Yoga of Sri Aurobindo & The Mother. "Kundalini in ancient Greek and other non-Indian cultures," <https://auromere.wordpress.com/2010/11/02/kundalini-in-ancient-greek-and-other-cultures/> (11 April 2021).

McEvilley, T. 2001. The Shape of Ancient Thought, New York.

https://vivliothikiagiasmatos.files.wordpress.com/2012/10/cf80cebbceb1cf84cf89cebd-cf84ceb9cebcceb1ceb9cebfcf83.pdf
Κάλφας, Β. 1995. Τίμαιος, απ., Βιβλιοθήκη Αγιάσματος

https://savitri.in/blogs/light-of-supreme/kundalini-in-ancient-greek-and-other-non-indian-cultures-by-sandeep-joshi

https://brill.com/display/book/edcoll/9789047416333/BP000017.xml
Judy D. Saltzman. 2005. "Wisdom and Method: Yoga in the Platonic Dialogues," in Theory and Practice of Yoga, pp. 363–383.

http://www.maatforum.com/forum/read.php?1,370527,370527

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 120421
https://www.researchgate.net/publication/396224583_Kundalini_yoga_Platon

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

ANCIENT SERICULTURE: THE BEGINNINGS ..

ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ: ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ..

Court Ladies Preparing Newly Woven Silk by Emperor Huizong of Song


Η εξημέρωση του μεταξοσκώληκα καθώς και η τεχνική της αποκομμιώσεως της μετάξης θεωρείται ότι έλαβαν χώραν για πρώτη φορά στην Κίνα κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ.,[2_90] ορθώς δε η μεγάλη αυτή χώρα διεκδικεί για τον εαυτό της την πατρότητα της σχετικής πολιτιστικής επιτεύξεως. Πάντως με βάση ελεφαντοστέινο σκάλισμα με πιθανό σχέδιο μεταξοσκώληκα του 4.080 π.Χ. (Hemudu, Yuyao, επαρχία Zhejiang), αποτελούντος την λαβή ή άκρο ξύλινης ράβδου, έχει υποστηριχθεί η έναρξη της παραγωγής μετάξης ήδη από την μακρυνή αυτή εποχή.[NOTEx] Επιπρόσθετα οι επιγραφές με μαντικά οστά - η παλαιότερη μορφή γραφής στην Κίνα, χρονολογούνται από τις δυναστείες Sang και Zhou (1600-1100 π.Χ.) - περιλαμβάνουν χαρακτήρες για την μουριά, τον μεταξοσκώληκα, το μετάξι και για μεταξωτό ύφασμα. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι σε διάφορα μέρη του κόσμου έχουν αναφερθεί δείγματα μετάξης, τα οποία, μάλιστα, χρονολογούνται πρίν το άνοιγμα της Οδού του Μεταξιού κατά την περίοδο της δυναστείας των Han.

Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται, εν προκειμένω, η ανεύρεση σε Κελτικό τάφο της περιόδου Halstatt του έκτου αι. π.Χ. σορού ευγενούς περυτιλιγμένης με υφάσματα από πιθανώς Κινεζική μέταξα.[2_91] Το γεγονός ότι στον θάλαμο υπήρχε και λέβης Ελληνικής εισαγωγής συνιστά στοιχείο που πιθανότατα υποδεικνύει τους Έλληνες ως μεταφορείς του εξωτικού αυτού υλικού.[2_92] Την άποψη ότι και άλλα δείγματα μετάξης είχαν εισαχθεί στην Ευρώπη της πρώτης χιλιετίας π.Χ. μέσω εμπορικής οδού με αφετηρία την Μεσόγειο (και μάλιστα την Ελλάδα) υποστηρίζει και η ανασκαφή στους ίδιους χώρους άλλων αντικειμένων κύρους, εισαχθέντων από την Ελλάδα. 
Άλλωστε η εύρεση μετάξης στο κοιμητήριο του Κεραμεικού, σε ταφές του πέμπτου αιώνος π.Χ.,[2_93] επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι οι Έλληνες αυτήν την περίοδο εγνώριζαν το κινεζικό (;) μετάξι.[2_94] Πρόκειται για τον τάφο HTR 53, εκτιμάται δε ότι το μετάξι που ευρέθη εκεί είχε επανυφανθεί στην Ελλάδα, ίσως σε εξειδικευμένο εργαστήριο της Αμοργού.[2_95] Άλλωστε γλυπτά του Παρθενώνα όπως αυτά των Μοιρών, οι Καρυάτιδες του Ερεχθείου, η Αθηνά Νίκη κ.ά. φαίνεται ότι περιλαμβάνουν την πλαστική αναπαράσταση μεταξένιων υφασμάτων![2_96] Στην Κώ υπήρχε εγχώρια βιοτεχνία παραγωγής μετάξης από άγριο μεταξοσκώληκα, ήδη πρίν από την εποχή του Αριστοτέλους,[2_97] όπως και στην Αμοργό και Κύπρο. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη της Παναγιωτακοπούλου κ.ά. ο άγριος μεταξοσκώληκας ήταν γνωστός στο Αιγαίο της δεύτερης χιλιετίας πρίν από την εποχή μας. Επιπρόσθετα υποστηρίζεται ότι υπάρχουν απεικονίσεις υφασμάτων από μετάξι σε Θηραϊκές τοιχογραφίες, ενώ εκφράζεται η υπόθεση ότι τα συγκεκριμένα υφάσματα αναφέρονται στα κείμενα της Γραμμικής Α’ και Β’.[2_98] Ανασκαφές στον Πύργο – Μαυροράχη Κύπρου της Πρώϊμης Εποχής του Χαλκού απεκάλυψαν επίσης την ύπαρξη ινών μετάξης από άγριο μεταξοσκώληκα.[2_99] Πράγματι οι έρευνες στην Κυπριακή θέση έχουν φέρει στο φώς ίνες από μαλλί, βαμβάκι και ιβύσκο, ενώ στο εργαστήριο βρέθηκε ο αρχαιότατο δείγμα μεταξιού (Πρώιμης Εποχής του Χαλκού). Μάλιστα τα εκεί ευρεθέντα υπολείμματα οστρακοειδών καθώς και έτοιμου χρώματος απέδειξαν την γνώση και χρήση της πορφύρας πολύ πρίν τους Μινωίτες και, βεβαίως, τους Φοίνικες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω η άποψη του Χριστόπουλου, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες της Άπω Ανατολής εξέτρεφαν μεταξοσκώληκες κατά τον πρώτο αιώνα μ.Χ.[2_100] Έχει, τέλος, υποστηριχθεί η δυνατότητα εξαγωγής μετάξης από δίθυρα μαλάκια του είδους Pinna nobilis και η πιθανή ύπαρξη της ανάλογης οικονομικής δραστηριότητας στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού.[2_101]

Σκάλισμα επί ελεφαντόδοντου με παράσταση μεταξοσκώληκα. Η παλαιότερη γνωστή απεικόνιση μεταξοσκώληκα από το Hemudu, Yuyao, Zhejiang, περί το 4000 π.Χ.[2_101a]


Σε επιστημονική εργασία των Good, Kenoyer and Meadow ανακοινώθηκε η ανεύρεση ινών μετάξης από άγριο μεταξοσκώληκα μεταξύ τεκμηρίων από την Harappa και το Chanhu-daro του πολιτισμού του Ινδού![2_102] Τα ευρήματα από την Harappa, προερχόμενα από τις ανασκαφές του 1999, μελετήθηκαν εκ νέου και το 2009 (;), ήτοι μετά από μία δεκαετία από την ανεύρεσή τους, διαπιστώθηκε ύπαρξη ινών μετάξης! Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι το τεκμήριο αναφέρεται ότι περιείχετο στο κοίλο μέρος θραύσματος χάλκινου βραχιολιού. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους & ανθρωπολόγους ερευνητές το μετάξι δεν είχε αποκομμιωθεί, αλλά περιείχε επικαλυμμένο με σερισίνη (γλυκοπρωτεῒνη παραγόμενη από τον σκώληκα) ζεύγος ινών, οι οποίες από την μικρομορφολογική μελέτη προέκυψε ότι προήρχoοντο από άγρια είδη μεταξοσκώληκα και όχι από τον Bombyx mori.Το αντίστοιχο εύρημα από το Chanhu-daro προέρχεται από τις ανασκαφές του 1935-6, δηλαδή η όποια διερεύνηση και διαπίστωση υπάρξεως ινών μετάξης έλαβε χώραν εδώ μετά από σχεδόν έναν αιώνα από την ανασκαφή, κατόπιν επανεξετάσεως των τεκμηρίων που φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο MFA της Βοστώνης. Στην τελευταία περίπτωση μερικές 'μικροχάνδρες' ευρέθησαν να περιέχουν (πώς ;) υπολείμματα νήματος.[2_103] Σημειώνεται επίσης ότι η πιστοποίηση του δείγματος ως μετάξης έγινε επί τη βάσει της μικροσκοπικής μορφολογίας και όχι με την ακριβέστερη χημική ή μοριακή μέθοδο.

Θαλάσσιο μετάξι από έναν μόνο βύσσο. Η επεξεργασία του είναι επίπονη και χρειάζονται πολλά ευγενή κοχύλια για να συλλεγεί αρκετό υλικό για ένα μικρό αντικείμενο από μετάξι θαλάσσης, όπως ένα ζευγάρι γάντια[100]



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[2_90]. Good 2002, p. 1; Hansen 2015, p. 19.
[NOTEx]. Hansen 2015, p. 19, n. 38. Αναφέρεται πάντως η ύπαρξη της σχετικής δραστηριότητος και στην Ινδική υποήπειρο, ήδη από τα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ.
[2_91]. Koch 2006, p. 930; Yang 2009, p. 15; Biel 1980. Βλ. επίσης τον ιστότοπο του Μουσείου Hochdorf Celtic Museum: <http://www.keltenmuseum.de/english/ index.html>. Πάντως ο Meir υποστηρίζει ότι το κινεζικό μετάξι κατέστη γνωστό στην Ευρώπη ήδη από το 1000 π.Χ. (Li et al. 2010, n. 1). Πρόσφατα υποστηρίχθηκε η ανεύρεση μετάξης στα μαλλιά Αιγυπτιακής μούμιας από τις Θήβες του δεκάτου αι. π.Χ., τα δε σχετικά ευρήματα πρίν την περίοδο Han βαίνουν αυξανόμενα (Lubec et al. 1993; Good 2002, fig. 1).
[2_92]. Miller 2004, pp. 77-78.
[2_93]. Όμως η Good αναφέρει χρονολογία περί τον 7 αι. π.Χ. (Good (not dat.), p. 38, fig. 7).
[2_94]. Panagiotakopulu et al. 1977, p. 423; Zhang 2015, p. 96, n. 25. Όμως η ταυτοποίηση έχει αμφισβητηθεί (Kinti et al. 2012).
[2_95]. Miller 2004, pp. 77-78.
[2_96]. Richter 1929.

[2_97]. Christopoulos 2012, p. 18, n. 33; p. 46; Arist.HA.5.19.551b.11–18); Panagiotakopulu et al. 1977, p. 424; Van Damme 2012. Η ιδιαίτερη επίδοση της Κώ στην υφαντική προκύπτει και από τον μύθο της Παμφίλης όπως μας τον παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Plin. Nat. 11.26). Η άποψη ότι η παραγωγή μετάξης από μεταξοσκώληκα εγκαινιάσθηκε κατά την Βυζαντινή περίοδο είναι εσφαλμένη (Walker 1998, p. 23).
[2_98]. Panagiotakopulu et al. 1977. Πιθανόν η λέξη tu-na-no, γνωστή ως είδος υφάσματος, να αντιπροσωπεύει το μεταξένιο ύφασμα, βλ. πινακίδες KN Lc 525, KN Le 553. Για την πιθανή αναφορά πινακίδων Γραμμικής Α’ (THE 7 -12) του Ακρωτηρίου Θήρας σε μετάξι βλ. Μπουλώτη (Μπουλώτης 2008, σελ. 80), ενώ για την απεικόνιση μεταξένιων πέπλων στις τοιχογραφίες της Θήρας βλ. Vlachopoulos and Georma (Vlachopoulos and Georma 2012, p. 40).
[2_99]. Belgiorno 2012; Belgiorno, Lentini, and Scala 2005. Πρόκειται για ίνες μετάξης προερχόμενες από τον άγριο μεταξοσκώληκα Tortrix-viridiana, ενώ ευρέθησαν και δείγματα φυτικής μετάξης (Calotropis και Asclepias).
[2_100]. Christopoulos 2012, p. 46. Ο Χριστόπουλος βασίζεται στα αρχεία Hou Hanshu, θεωρεί δε ότι ο όρος Daqin αφορά σε Έλληνες της Άπω Ανατολής, οι οποίοι ζούσαν στα πλαίσια ομοσπονδίας (‘κοινόν’) διακυβερνώμενοι δημοκρατικά.
[2_101]. Burke 2012. Σχετική με το θέμα θεωρείται η λέξη βυσσός χρησιμοποιούμενη τόσον για να δηλώσει τον βυθό όσον και είδος λεπτοΰφαντου υφάσματος, Hdt.2.86.6, βλ. Λεξικό Σταματάκου, s.v. βυσσός.
[2_101a]. Σκάλισμα από ελεφαντόδοντο με παράσταση μεταξοσκώληκα. Η παλαιότερη γνωστή απεικόνιση μεταξοσκώληκα από το Hemudu, Yuyao, Zhejiang, περίπου το 5000 π.Χ. <https://inf.news/en/culture/7ff0fba945e56a3db47a160b27b2a93c.html> Ελεφαντοστέινο σκάλισμα με σχέδιο μεταξοσκώληκα του 4.080 π.Χ. (Hemudu, Yuyao, επαρχία Zhejiang). Αυτό το σκάλισμα απετέλεσε την λαβή ή άκρο ξύλινης ράβδου. Η διακόσμηση αποτελείται από τέσσερεις μεταξοσκώληκες και ένα γεωμετρικό σχέδιο που θυμίζει δομή υφάνσεως. Αυτός ο συνδυασμός στοιχείων σχεδιάσεως υποδηλώνει την κατανόηση της σχέσεως μεταξύ μεταξοσκώληκα και των υφαντών. Οι επιγραφές με οστά του μαντείου, η παλαιότερη μορφή γραφής στην Κίνα, χρονολογούνται από τις δυναστείες Sang και Zhou (1600-1100 π.Χ.). Περιλαμβάνουν χαρακτήρες για την μουριά, τον μεταξοσκώληκα, το μετάξι και για μεταξωτό ύφασμα. (https://www.chinasilkmuseum.com/gwgk/info_4.aspx?itemid=26485&lcid=628).
[2_102]. Good, Kenoyer and Meadow 2009.
[2_103]. Good, Kenoyer and Meadow 2009, p. 5.
[100]. Dimitra Mylona (undated). 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Belgiorno, M. R. 2012. “Pyrgos – Mavrorachi: Advanced Technology in Early Bronze Age Cyprus,” November 2012, < http://www.pyrgos-mavroraki.net/index.htm> (10 February 2013).

http://www.safarmer.com/Indo-Eurasian/indus.silk.pdf?origin=publication_detail

Good, I. L., J. M. Kenoyer and R. H. Meadow. 2009. “New Evidence for Early Silk in the Indus Civilization,” Archaeometry 50, pp. 1-10.

https://www.academia.edu/171052/When_East_Met_West
Good, I. L. 2010. “When East met West: interpretive problems in assessing East-West contact and exchange in antiquity,” in  New directions in Silk Road archaeology. Proceedings of a Workshop held at ICAANE V, Madrid, 2006 (Archäologische Mitteilungen aus Iran und Turan 42), ed. A. Betts and F. Kidd, Berlin, pp. 23–45.

Panagiotakopulu, E., P. C. Buckland, P. M. Day, C. Doumas, A. Sarpaki, and P. Skidmore. 1997. “A lepidopterous cocoon from Thera and evidence for silk in the Aegean Bronze Age,” Antiquity 71 (272), pp. 420-429.

http://www.safarmer.com/Indo-Eurasian/indus.silk.pdf?origin=publication_detail
Good, I. L., J. M. Kenoyer and R. H. Meadow. 2009. “New Evidence for Early Silk in the Indus Civilization,” Archaeometry 50, pp. 1-10.

Good, I. L. 2002. "The Archaeology of Early Silk," Textile Society of America Symposium Proceedings, <https://digitalcommons.unl.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1387&context=tsaconf> (31 March 2021).

Kinti, M., C. Margariti, M. Arabatzis, P. Drossos, A. Mavridou, and A. Velegraki. 2012. <https://www.aspergillus.org.uk/conference_abstracts/technological-educational-institute-of-athens-egaleogreece-directorate-of-conservation-of-ancient-and-modernmonuments-hellenic-ministry-of-culture-and-tourism-athensgreece-mycology-laborato/> (31 March 2021).

Burke, B. 2012. “Looking for Sea-Silk in the Bronze Age Aegean,” in Proceedings of the 13th International Aegean Conference (Aegaeum 33), Danish National Research Foundation's Centre for Textile Research, 21-26 April 2010, Liège, pp. 171-176.

Christopoulos, L. 2012. “Hellenes and Romans in Ancient China (240 BC – 1398 AD),” Sino-Platonic Papers 230, pp. 1-79.

Belgiorno, M. R., A.Lentini, and G. Scala. 2005. “The textile industry (2000 BC) of Pyrgos-Mavroraki (Cyprus),” 2005, < http://www.pyrgos-mavroraki.net/pyrgos-mavroraki_00001a.htm> (29 April 2014). 

Van Damme, T. 2012. "Reviewing the Evidence for a Bronze Age Silk Industry in the Dodecanese," in KOSMOS: Jewellery, Adornment and Textiles in the Aegean Bronze Age (Aegaeum 31), 13th International Aegean Conference, ed. R. Laffineur, and L. Nosch, Liége, pp. 163-170. 

Richter, G. M. A. 1929. “Silk in Greece,” AJA 333 (1), pp. 27–33.

Miller, M. C. 2004. Athens and Persia in the Fifth Century BC: A Study in Cultural Receptivity, Cambridge University Press.

Koch, J. T. ed. 2006. Celtic culture: a historical encyclopedia III: G-L, Santa Barbara.

Yang, J. 2009. “Alexander the Great and the Emergence of the Silk Road,” The Silk Road 6 (2), pp. 15-22.

Biel, J. 1980. “Treasure from a Celtic Tomb,” in National Geographic 157/3 pp. 428-438.

https://www.amazon.com/Silk-Road-New-History/dp/0190218428?asin=0195159314&revisionId=&format=4&depth=1
https://books.google.gr/books?id=FDdRDAAAQBAJ&pg=PA19&lpg=PA19&dq=ivory+carving+with+a+silkworm+motif+on+it,+from+the+Hemudu+site+in+Zhejiang&source=bl&ots=6Bkezp37HT&sig=ACfU3U1d070RR0KeLg42ZqhfWmFNzus6Dw&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjNus72hsP4AhXRiP0HHcWsCVwQ6AF6BAglEAM#v=onepage&q=ivory%20carving%20with%20a%20silkworm%20motif%20on%20it%2C%20from%20the%20Hemudu%20site%20in%20Zhejiang&f=false
Hansen, V. 2015. The Silk Road: A New History, Oxford University Press.

Dimitra Mylona. undated. "Pinna Goldilocks and the philosopher’s stone," Archives of the Sea, <https://archivesofthesea.com/en/pinna-goldilocks-and-the-philosophers-stone/> (11 November 2022).

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ: 230622
DOI: 10.13140/RG.2.2.16356.03200
https://www.researchgate.net/publication/400829774_TO_METAXI_STON_ARCHAIO_KOSMO_OI_APARCHES

Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

SWAT: APRACA & ODI DYNASTIES UNDER THE HELLENISTIC INFLUENCE

 SWAT: ΟΙ ΔΥΝΑΣΤΕΙΕΣ ΤΩΝ APRACA & ODI ΥΠΟ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ

Οι Apracharajas (επίσης γνωστοί ως Apracarajas, Apraca, Avacas) ή Ασπάσιοι[1] υπήρξαν Ινδο - Σκυθική δυναστεία του σημερινού Δυτικού Πακιστάν. Η πρωτεύουσα της επικράτειάς τους, γνωστή ως Apracapura (επίσης Avacapura), βρισκόταν στην περιοχή Bajaur του Khyber-Pakhtunkhwa, Pakistan. Η ηγεμονία της Apraca επί του Bajaur διήρκεσε από τον 1ο αι. π.Χ. έως τον 1ο μ.Χ. περίπου.

Περιοχή Bajaur του Khyber-Pakhtunkhwa, Pakistan 

Οι Apraca / Ασπάσιοι δημιούργησισαν κρατική οντότητα στα βόρεια της Ινδίας, υπεστήριξαν τον Βουδισμό και εδέχθησαν την ισχυρή επίδραση του Ελληνικού (Ελληνιστικού) πολιτισμού, περί την αυγή της νέας εποχής, περιλαμβανομένης της υιοθετήσεως του Σελευκιδικού διοικητικού συστήματος ή, έστω, τίτλων αξιωματούχων του!.[1a] 

Σύμφωνα με τον Marco Galli στα εδάφη της Αρχαίας Uḋḋī yāna (σημερινό Δ. Πακιστάν) διαπιστώνεται η άνθιση ενός καλλιτεχνικού ιδιώματος της Gandhara και η παρουσία ενός Ελληνιστικού ανακτορικού πλαισίου / κλίματος. Αυτό που προκύπτει από τα νέα φιλολογικά και αρχαιολογικά τεκμήρια είναι οι σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της καλλιτεχνικής παραγωγής και του ευεργετισμού (ήτοι της πρακτικής των βασιλικών χορηγιών) που έγιναν από τους ηγεμόνες της Apraca και του Odi: πολλές αποδείξεις δείχνουν την ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών δυναστειών ως δωρητών προκειμένου να 'κατασκευαστεί' το ιερό τοπίο. Τι επιρροή είχαν αυτές οι τοπικές δυναστείες στην δομή της θρησκευτικής επικοινωνίας; Πώς αντικατοπτριζόταν αυτή η τοπική δύναμη και το Ελληνιστικό της υπόβαθρο στις εικόνες και τα περίπλοκα διακοσμητικά βουδιστικά μνημεία; Προκειμένου να κατανοήσουμε την δυναμική μεταξύ της εξουσίας και της θρησκευτικής επικοινωνίας στον ιερό χώρο της κοινωνίας της πρώιμης Γανδαρίτιδας, όχι μόνον μερικά γνωστά εικονογραφικά θέματα ερμηνεύονται τώρα ως αυτοπροσωπείες (αυτοπαρουσιάσεις) του αριστοκρατικού status (περιλαμβάνοντος κοινωνικά ριζωμένες συνήθειες, δεξιότητες και διαθέσεις), αλλά και η παρουσία ενός 'θεατού στην απεικόνιση' εκτιμάται ως μια ισχυρή οπτική στρατηγική για την προβολή της θρησκευτικής εμπειρίας ως προκλητικής τελετουργικής παραστάσεως.

Νόμισμα του Apracaraja Aspavarma με απεικόνιση της θεάς Αθηνάς

Μεταξύ των τεκμηρίων τα οποία συνδέουν τον Ελληνικό πολιτισμό και τις προαναφερθείσες δυναστείες και την περιοχή Bajaur - Buner σημειώνουμε:

Βουδιστική λειψανοθήκη Shilkot ή Bajaur επί Μενάνδρου


(α) η λειψανοθήκη από το Shilkot επί Vijayamitra II, ή λειψανοθήκη Bajaur επι Μενάνδρου, υιοθετεί τον τύπο της Ελληνικής πηνιόσχημης πυξίδας, το αυτό δε συμβαίνει με την λειψανοθήκη την φέρουσα αφιέρωση του πρίγκηπα Indragivarma, υιού του προηγουμένου.[2] Ο Vijayamitra II έχει θεωρηθεί ηγεμών υποτελής του Μενάνδρου,[3] όμως ότι ο Salomon (Salomon 1988) τον θεωρεί ιδρυτή της δυναστείας των Apraca (ή Ασπασίων κατ’ Αρριανό ;) ευρισκομένων υπό την επικυριαρχία του Άζη (Azes) και των επιγόνων του. Πάντως για την αλληλο διαπλοκή του Ελληνικού στοιχείου με τους Ινδο – Σκύθες σημειώνεται  Σημειώνεται ότι ο Maues (προκάτοχος του Azes) υπήρξε βασιλεύς – ή συμβασιλεύς με την Ελληνίδα Μαχηνή – του Ινδο – Ελληνικού βασιλείου με έδρα τα Τάξιλα, μάλιστε δε διέθετε υιό με το όνομα Αρτεμίδωρος![4]  



Bασιλικό δακτυλίδι του Indravarma

(β) Εκτιμάται ότι το βασιλικό δακτυλίδι[5] του Indravarma, χρονολογούμενο περί την αυγή της Χριστιανικής εποχής, διαθέτει εμφανώς Ελληνιστικό ύφος, προσομοιάζει δε με την απόδοση του Διός με σκήπτρο.[6] .

(γ) Έντονο θεατρικό και Διονυσιακό χαρακτήρα διαθέτει επίσης ανάγλυφο προερχόμενο από το κύριο διακοσμητικό πρόγραμμα της Βουδιστικής στούπας στο Andan Dheri, στην επικράτεια των Apraca.[7]

(δ) την πληθώρα Βουδιστικών αναγλύφων με έντονη Ελληνιστική επιρροή και θεματολογία (wikipedia, s.v. Buner reliefs).

(ε) μεταξύ των ονομάτων τους μαζύ με Σκυθικά και Ινδικά απαντούν και Ελληνικά (Νίκη, Μένανδρος)[8]

(ζ) Η Σκυθική δυναστεία της Uḍḍiyāna διαθέτει νομιμοποιητικό δυναστικό μύθο ο οποίος παραπέμπει, μεταξύ των άλλων, σε μυθικών ιδιοτήτων ξίφος και σε λοιπά στοιχεία του θεωρουμένου ως Ινδο-Ευρωπαικού Θησαικού μοτίβου[9]

ΑΡΓΥΡΟΣ ΚΑΝΘΑΡΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ (από το Buner, Pakistan, 1 αι. π.Χ-μ.Χ.)

(η) 'Ρωμαϊκός' αργυρός κανθάρος Gandhara, χρονολογούμενος μεταξύ 1 αι. π.Χ. και 1 αι. μ.Χ. Χυτευμένος και διακοσμημένος με την έκκρουστη τεχνική (repoussé) αποτελείται από δύο φιάλες, μια απλή εσωτερική επένδυση και μια εξωτερική θήκη φέρουσα ανάγλυφες σκηνές. Η μία πλευρά απεικονίζει νεαρό κένταυρο να κρατά μια επίσης νεαρά γυναίκα στα χέρια του, η δε άλλη πλευρά φέρει έναν γενειοφόρο κένταυρο που πιάνει μιαν αγωνιζόμενη γυναίκα, δένδρα με φυλλώδεις κορυφές στο ενδιάμεσο και μια εκτενή επιγραφή Karoshti με στιγμές (pointillé) πάνω από την γενειοφόρο μορφή, με τορνευμένο πόδα ξεχωριστά κατασκευασμένο (ύψους 11,7 cm. & βάρους 435,2 g). Η χρήση διπλών τοιχωμάτων αποτελεί Ελληνιστική καινοτομία ..

Θέση πλησίον στούπας στο Andan Dheri
Ανάγλυφο προερχόμενο από το κύριο διακοσμητικό πρόγραμμα της Βουδιστικής στούπας στο Andan Dheri (Court performance with satyrs and elegant ladies. Dir Museum)

Στις δύο άκρες του αναγλύφου εμφανίζονται ανά τρείς χαρακτήρες εκ των οποίων ο ένας άνδρας, διαθέτει ελαφρώς ζωώδη αυτιά παραπέμποντα σε σάτυρο. Η ανδρική μορφή στα δεξιά προσφέρει κύπελλο πόσεως στην μία γυναίκα ενώ ταυτόχρονα στρέφει την κεφαλή του προς την άλλη που παρακολουθεί την σκηνή με ύφος υποδηλώνον την Αιδώ.[10] Σε παρόμοια σκηνή στο άλλο άκρο ο σάτυρος φέρον κύπελλο αγγίζει την μία γυναίκα ενώ η άλλη παρακολουθεί στενά, παρέχοντάς μας έτσι ένα ακόμη τεκμήριο για την μεταφορά στην Ινδική υποήπειρο πολιτιστικών στοιχείων, όπως το θέατρο, αλλά και συμβολικού Διονυσιακού φορτίου μαζύ με ηθικές συλλήψεις υψηλής στάθμης όπως η Αιδώς! Η Αιδώς (ή Pudicitia των Ρωμαίων), συμβόλιζε την γυναικεία ντροπή / σεμνότητα έναντι της ανδρικής ερωτικής υπερβολής, είχε δε προσωποποιηθεί στην ομώνυμη θεότητα, Pi.O.7.44. 

Ορθή γυναίκα του τύπου Pudicitia[11]

Επισημαίνεται ότι στο Bajauer έχουν ευρεθεί δύο θησαυροί με Ελληνικά νομίσματα της περιόδου (200-100 π.Χ.), ο IGCH 1845 (από 970 νομίσματα: Μενάδρου του Δικαίου, Αντιμάχου Β´ Νικηφόρου, Απολλοδότου & Ζώιλου Α') και ο  IGCH 1846 (από 800-1000 νομίσματα: Μενάδρου του Δικαίου, Αντιμάχου Β´ Νικηφόρου, Απολλοδότου B' & Ζώιλου Α')[12] 

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΒΑΡΙΖΑ - BARIKOT[12a]

Ερείπια ινδοελληνικής πόλεως βρέθηκαν στην τοποθεσία Βαζίρα, Arr. An. 4.27.6, του Πακιστάν, ανάμεσα σε μια ακολουθία στρωμάτων που χρονολογούνται από τον 7ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ. Η πόλη του δευτέρου αι. π.Χ χαρακτηρίζεται από την πλήρη τεχνητή ενίσχυση του χώρου, που κατέστρεψε εντελώς ό, τι υπήρχε εκεί και την προσθήκη ενός μεγάλου αμυντικού τείχους. Όπλα και νομίσματα καθώς και σημαντικά αγγεία δείχνουν την ινδοελληνική ταυτότητα των εποίκων. Όλα τα προελληνικά στρώματα σβήστηκαν κατά μήκος του αμυντικού τείχους κατά την κατασκευή του, ώστε να δημιουργηθεί χώρος γιά την οχύρωση, αποκαλύπτοντας τα ίχνη χωριού του 7ου αι. π.Χ. χωριό και έναν πρωτοϊστορικό οικισμό της περιόδου των Τάφων της Gandhara Grave (7ος-8ος αιώνας π.Χ.). Βρέθηκε επίσης ένας οικισμός της περιόδου των Μαουρύα, ο οποίος προηγήθηκε της αφίξεως των Ελλήνων κατά έναν αιώνα. Η στρωματογραφία του οικισμού συνεχίζεται και σε μεταγενέστερες περιόδους, έως και τον τρίτο αι. μ.Χ. Ο ναός τής ύστερης Κοσσανικής περιόδου αποκαλύφθηκε στο βόρειο τμήμα της ανασκαφικής περιοχής.[13]

Αρχαιότατο Βουδιστικό αψιδωτό ιερό στο Swat[14]

"Πολύ λίγα είναι γνωστά στην αρχαιολογία της υπο-ηπείρου για τον υλικό πολιτισμό της Ινδοελληνικής περιόδου. Ωστόσο, αυτή τη φορά ανακαλύψαμε στο Barikot πολλά στρώματα που σχετίζονται όχι μόνο με την ινδοελληνική πόλη (όταν ο οικισμός περιβαλόταν από το αμυντικό τείχος, δευτέρου αι. π.Χ.), αλλά και με την προελληνική πόλη, τον οικισμό Mauryan (3ος π.Χ.)" 

δηλώνει ο κορυφαίος αρχαιολόγος Δρ Luca, προσθέτοντας ότι η σημασία του χώρου ως η μόνη γνωστή ινδοελληνική πόλη που ανασκάφηκε σε αυτή την κλίμακα, επιβάλλει ότι η ανασκαφή πρέπει να συνεχιστεί.


Ελληνικά νομίσματα από το Barikot

Ο Maurizio Taddei εντόπισε Ελληνιστικά υποδείγματα και αφηγηματικά μοτίβα στην Βουδιστική τέχνη και αρχιτεκτονική της Gandhara, αλλά αναγνώρισε ότι αυτά τα ξένα στοιχεία τα οικειοποιήθηκε ένα ευρύ φάσμα εξελληνισμένων πολιτισμών που εκτείνονταν από τη Μεσόγειο έως την Αίγυπτο, την Παρθία και τη Γανδαρίτιδα, όπου τοπικές και εξωγενείς ομάδες επέλεξαν να υιοθετήσουν, διατηρήσουν και αναπτύξουν με καινοτόμο διάθεση διακριτικά στυλ τέχνης και εικονογραφίας. Από τότε που οι ιταλικές ανασκαφές ενός ινδοελληνικού αστικού κέντρου στο Barikot στην κοιλάδα Swat του ΒΔ Πακιστάν αποκάλυψαν "την αδιαμφισβήτητη παρουσία εργαστηρίων και τεχνιτών της Ελληνιστικής παραδόσεως που δραστηριοποιούνταν στα βορειοδυτικά" (Callieri 2007: 158), Ελληνιστικά εργαστήρια μπορεί συνέχισαν να συνεισφέρουν στην ανάμειξη εικονογραφικών στοιχείων και αρχιτεκτονικών στυλ που είναι εμφανή στη βουδιστική τέχνη της Γανδαρίτιδας κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. Οι σχέσεις μεταξύ Ιρανικών και Ελληνιστικών πολιτισμών και των Βουδιστικών παραδόσεων της Γανδαρίτιδας και της Κεντρικής Ασίας εξετάζονται περαιτέρω στους «Παλαιούς δρόμους στα βορειοδυτικά σύνορα» (Κεφάλαιο 4) και στο «Μεταφορά μεγάλων αποστάσεων στις μεταξωτές διαδρομές της Κεντρικής Ασίας και την Κίνα» (Κεφάλαιο 6). Η τάση πολλών προγενέστερων μελετητών όπως ο Foucher και ο Lamotte να υπογραμμίσουν υπερβολικά τον αντίκτυπο των Αχαιμενιδών και των Ινδο-Ελλήνων στην ιστορία του Βουδισμού αντισταθμίστηκε από τις προσπάθειες να υποβαθμιστεί η «ξένη» επιρροή, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των Brahmins η περιοχή από τους βεδικούς χρόνους, οι Βουδιστές νεοφερμένοι, οι κοινωνικά αφομοιωμένες εξωγενείς ομάδες μεταναστών και οι τοπικοί μεσάζοντες (όπως ο Σόφυτος) που οικειοποιήθηκαν ιρανικές και ελληνικές γλώσσες, συστήματα γραφής, τίτλοι, έθιμα και ιδέες για δικό τους πολιτικό και οικονομικό όφελος συνέβαλαν στη δυναμική υβριδικότητα. [15] 

Στην Βάριζα οικοδομήθηκε οχυρωμένος Ελληνιστικός οικισμός ο οποίος άφησε έντονα τα ίχνη του σε ανασκαφικά ευρήματα όπως: κεραμεικά (όπως ιχθυοπινάκια, λάσανα και κρατήρες),[16] Ινδο – Ελληνικά νομίσματα, ειδώλια, ενώ και στην Βουδιστική στούπα Amluk Dara έντονα είναι τα ίχνη Ελληνικής επιρροής, όπως τα αγάλματα του Ηρακλέους και Αφροδίτης τα οποία φυλάσσουν την είσοδο![17]

Λάσανα από την Αθηναϊκή Αγορά (P 30641 & P18010)

Ιχθυοπινάκιο από την Καμπανία (περ. 300 π.Χ.) του τύπου που ευρέθη στο Ελληνιστικό Barikot

Εικόνες όπως αυτές του Ηρακλέους και της Αφροδίτης τοποθετημένες στην είσοδο της στούπας εκτιμάται ότι επιτελούσαν έναν ρόλο συγκρίσιμο με αυτόν των πνευμάτων yakshas και yakshis τα οποία σκαλίζονταν στις τελετουργικές εισόδους (toranas) των ινδικών στουπών, λειτουργώντας ως φύλακες των λειψάνων και υποστηρικτές της ευσεβείας (dharma - ντάρμα). Οι Yakshas και yakshis τοποθετημένοι στο κατώφλι του ιερού χώρου ενσάρκωναν μιαν έννοια προστασίας και φυλάξεως, στοιχείου εγγενούς στα δυτικά μυθολογικά πλάσματα που απεικονίζονται στις πλευρές της κλίμακας ... 

Πλευρικό βαθμιδωτό αρχιτεκτονικό στοιχείο AKD 97 & 98 (Ηρακλής - Αφροδίτη) εισόδου στην κύρια στούπα του Amluk Dara (Swat Museum, Saidu Sharif, Swat). (Photo: copyright IAMP)[18]
Βουδιστική τοιχογραφία απο το Barikot, α' αι [19]

Βουδιστική κεφαλή από το Barikot[20]
Τμήματα μιας Βουδιστικής αψίδας με πιστούς (θρησκευτικούς ακολούθους η θιασώτες), μεταξύ των οποίων είναι ένας μεθυσμένος Πάν[21] - Faunus. Figures 3.6 and 3.7: Segments of an arch intradox with devotees, among which is a drunken Faunus. From Panṛ (P 817, P819). Copyright Italian Archaeological Mission in Pakistan.

Barikot, Indo-Greek period, parts of a ‘Hellenistic Lady’ terracotta figurine (Courtesy ISMEO)[22]


: Emblèma (bottom of a bowl or dish), Inv. No. BKG 1516, max l. 4.4 cm (Photo by P. Callieri, Copyright ISMEO – Italian Archaeological Mission in Pakistan).[23]

ΑΚΡΑ - ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ BANNU[24]

Χάρτης εμφαίνων την Άκρα

Οι ανασκαφείσες στην περιοχή οικιστικές θέσεις της ύστερης αρχαιότητος εμφανίζουν δομικά χαρακτηριστικά ανάλογα του Ελληνικού Άι Χανούμ (Ευκρατίδεια ?). Στην ίδια θέση έχει ευρεθεί:
(α) Ελληνικού ύφους ομοίωμα χήνας με ανοικτά φτερά, από γρανάτη),[25] 
Ομοίωμα χήνας

(β) σφράγισμα επί ψημμένου κεραμεικού με θέμα ταύρου καθώς και 'λόφου με ημισέληνο', 
(γ) μικρό κεραμεικό κομμάτι με γυναικεία προτομή ντυμένη με ελληνικό ύφος και με κέρατα
στο φρύδι της, 
Γυναικεία μορφή σε κεραμεικό

(δ) θυμιατήρι παρόμοιο άλλου από τα Τάξιλα,
(ε) νομίσματα του Ελληνο - Ινδικού βασιλείου, μερικά με Ελληνικές επιγραφές και απεικόνιση ίππου, (ζ) όρθιο λέοντα σε ημιπολύτιμο λίθο (Srinivasan 2007, p. 51) κ.α.[26]
Παράσταση λέοντος σε ημιπολύτιμο λίθο


(η) πινάκιο προσφορών με παράσταση της Αρτέμιδος και του Ακταίωνος [27]
Εγχάρακτος όνυχας με παράσταση του Ηρακλέους (ή και του Μ. Αλεξάνδρου) από την Άκρα, α'/β΄αι. μ.Χ., British Museum reg. no. G&R 1893,0502.1[28]
Άρτεμις και Ακταίων, πινάκιο προσφορών ανασκαφέν στην περιοχή! [27]
Ευρήματα από την ΒΔ Ινδία

Ο Cribb έχει με την σειρά του διερευνήσει αρχαία νομίσματα τα οποία αναφέρονται ως προερχόμενα από την Άκρα, καταλήγει δε στα εξής συμπεράσματα:[29]
Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να συγκεντρώσει τα νομισματικά στοιχεία για το χρονολογικό και πολιτικό πλαίσιο του χώρου που ήταν διαθέσιμα πριν από τις ανασκαφές, έτσι ώστε τα ανασκαφικά ευρήματα να γίνουν κατανοητά μέσα σε ένα προϋπάρχον πλαίσιο. Το αρχαιότερο νόμισμα από την τοποθεσία (αρ. 1) είναι έκδοση της περιόδου πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο και δείχνει τις συνδέσεις μεταξύ της περιοχής Bannu και των επαρχιακών κέντρων των Αχαιμενιδών στο βόρειο Πακιστάν και το Αφγανιστάν, όπου κατασκευάζονταν νομίσματα αυτού του τύπου. Το δεύτερο παλαιότερο νόμισμα από την τοποθεσία (αρ. 2) δεν έχει εξεταστεί άμεσα, αλλά από τη δημοσιευμένη περιγραφή φαίνεται ότι είναι έκδοση της Αυτοκρατορίας των Μαουρύα, που κατασκευάστηκε κατά την περίοδο της κυριαρχίας των τελευταίων στην περιοχή, δηλ. 300-180 π.Χ. Ο Ρόμπερτ Νοξ μου ανέφερε μια φήμη από τον ιστότοπο ότι ένας θησαυρός από ασημένια νομίσματα της περιόδου Μαυρύα είχε βρεθεί πρόσφατα στην περιοχή Μπάνου, αλλά το περιεχόμενό του διασκορπίστηκε, είτε για να λιώσει για κοσμήματα είτε στα χέρια τοπικών συλλεκτών νομισμάτων. Πιστεύεται ότι μια μικρή ποσότητα από αυτά τα νομίσματα μπορεί ακόμα να έχει διασωθεί σε ιδιώτες. Οι ελληνικές δυναστείες, που έβαλαν τέλος στην κυριαρχία των Μαυρύα κατά τον δεύτερο αιώνα π.Χ., εκπροσωπούνται καλά μεταξύ των αναφερόμενων νομισμάτων (αρ. 3-13). Τα ελληνικά βασίλεια, νότια της οροσειράς Hindu Kush ανατράπηκαν τον πρώτο αιώνα π.Χ. από ηγεμόνες, που τώρα προσδιορίζονται ως lndo-Scythians. Ο αριθμός των ινδοσκυθικών νομισμάτων που αναφέρεται ότι βρέθηκαν στην Άκρα αυξήθηκε τεχνητά από αυτό που φαίνεται να είναι ένα μικρό δέμα από θησαυρό (αρ. 16-24, 26-28). Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη αυτή η παραμόρφωση, ο αριθμός των ινδοσκυθικών νομισμάτων (αρ. 14-4l) υποδηλώνει ότι υπάρχει υψηλότερο επίπεδο χρήσης νομισμάτων στην τοποθεσία κατά την ινδοσκυθική περίοδο, γ. 80 π.Χ.-μ.Χ. 50. Αυτό αντιπαραβάλλει την ινδοσκυθική περίοδο στη θέση με την επόμενη ινδοπαρθική περίοδο, γ. μ.Χ. 20-80, που δίνει μόνο ένα νόμισμα (αρ. 42)..

Ένας Βασιλικός Σκυθικός θρύλος της δυναστείας της Ujain[30]
Ελληνική βασιλική επιγραφή "ΡΑΝΝΙω ΙΑΤΡΑΠAC CIASTANCA", εκ μεταγραφής από την Πρακριτική "Raño Kshatrapasa Chashtana" ήτοι Βασιλεύς & Σατράπης Chashtana

Η ζώνη του Τιαστάνη, απεικονιζόμενη στο άγαλμα ανωτέρω, φέρει εναλλάξ κυκλικά και τετραγωνικά πλαίσια απεικονίζοντα έφιππες μορφές και θαλάσσια όντα τα οποία στην Gandhara απεικονίζονται σε Ελληνικό ύφος .. Η εικονογραφία με τα θαλάσσια (ή εν γένει υδατικά) όντα συνδέεται με τους 'ιδρυτικούς' μύθους της βασιλικής δυναστείας της περιοχής, παρουσιάζει δε ομοιότητα με τους σχετικούς μύθους τους οποίους περιγράφει ο Ηρόδοτος γιά τους Σκύθες της Μαύρης Θάλασσας, ενώ διαθέτει τα παράλληλά της σε αρχέγονες παραδόσεις .. Αξιοσημείωτο είναι ότι στους ίδιους μύθους απαντάται εκδοχή παράλληλη με το μυθικό πολύτιμο ξίφος του Θησέως καθώς και με το Excalibur! Έχει επιπρόσθετα ενδιαφέρον το γεγονός ότι η μάγισσα, η οποία εμπλέκεται στα του ιδρυτικού μύθου της δυναστείας της Ujain, ονομάζεται Rokhsana - Ρωξάνη, πολύ πιθανόν εκ του Rokhana, θηλυκού παραγώγου του παλαιού βακτριανού ονόματος του Ώξου (Vakhŝu) και του ποταμού θεού με αυτό το όνομα. Είναι γνωστό ότι η Βακτριανή νύφη του Αλέξανδρου ονομαζόταν επίσης Ρωξάνη.

Άγαλμα του Τριαστάνη

Vasantasena: η περίφημη εταίρα της Ujain[31]
Vasantasena, 5th c. BC, was a courtesan of Ujjayini according to ancient Indian literature, who earned fame and prosperity due to her finesse in various art forms such as singing, dancing, poetry, and courting as well as for her beauty. She is the lady protagonist of the Sanskrit play Mṛichchhakatika (The Little Clay Cart) written by Śūdraka.
Η Vasantasena (πέμπτος αιώνας π.Χ. ?) ήταν, σύμφωνα με την αρχαία ινδική λογοτεχνία, μια εταίρα της περιοχής UJJAYNI (Οζήνη του Πτολεμαίου), η οποία απέκτησε φήμη και ευημερία λόγω της καλλιέργειάς της σε διάφορες μορφές τέχνης όπως το τραγούδι, ο χορός, η ποίηση και η φήμη ενώ διεκρίνετο επίσης για την ομορφιά της. Είναι η κυρία πρωταγωνιστής του σανσκριτικού έργου Mṛichchhakatika (The Little Clay Cart) που γράφτηκε από τον Śūdraka.
Ο Ινδός ζωγράφος Raja Ravi Verma έχει αποδώσει την Vasantasena σε μια ελαιογραφία όπου την απεικονίζει κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο έργο Mṛcchakaṭika, ως πλούσια, όμορφη και χαρίεσσα κυρία. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο δράμα η Vasantasena απεικονίζεται ως ΙΣΧΥΡΟΣ χαρακτήρας ..
Vasantasena[32]

Διόσκουροι & Τύχη στην κοιλάδα Swat[33]
...

Λειψανοθήκη της Rukhuna (Rukhuna reliquary)[34]

Η Βουδιστική λειψανοθήκη της Rukhuna, παράλληλ άλλων Ελληνο - Βακτριανών,[35] που φέρει την σχετική επιγραφή της λειψανοθήκης Bajaur, είναι μια Ινδο-Σκυθική λειψανοθήκη που αφιερώθηκε και εγγράφηκε το 16 μ.Χ. Η επιγραφή στην λειψανοθήκη, δημοσιεύτηκε από τον Richard Salomon με μια φωτογραφία το 2005, και δίδει μια σχέση μεταξύ πολλών εποχών της περιόδου, και ιδιαίτερα μια επιβεβαίωση υπάρξεως μιας εποχής των Yavana (Yoṇaṇa vaṣaye) σε σχέση με την εποχή τού Άζη, δηλαδή «εποχή Αζη = Εποχή Γιαβάνα - 128 χρόνια». Αυτή η αφιέρωση δείχνει επίσης ότι ο βασιλιάς Vijayamitra και η σύζυγός του Rukhuna υπήρξαν οπαδοί του Βουδισμού. Σε γραφή Kharoshthi, οι αναφορικές ημερομηνίες στην αρχή της επιγραφής εμφανίζονται τόσον με λέξεις όσον και με αριθμούς, μαζί με το όνομα της εποχής που υπολογίζονται και δίνονται ως εξής: 
vaṣaye sataviśaye 20 4 1 1 1 iśparasa Vijayamitrasa Apacarajasa aṇuśastiye ye vucati
"Το 27ο έτος βασιλείας του Vijayamitra, βασιλέως στην Apraca"
ayasa vaṣaye tresa⟨*ta⟩timae 20 20 20 10 1 1 1
"στο 73ο έτος της περιόδου του Άζη"
Yoṇaṇa vaṣaye ekaduśatimaye 2 100 1
"στο 201ο έτος των Ελλήνων (Yonas)"
Śravaṇasa masasa divasaye aṭhamaye iśa divasaṃmi pratiṭ́havidu thuve Rukhuṇaye Apacarajabharyae Vijayamitreṇa Apracarajeṇa Iṃdravarmeṇa strategeṇa sabharyarehi sakumarehi
"την 8η ημέρα του μηνός Sravana; όταν ιδρύθηκε αυτή η στούπα από την Rukhuna, σύζυγο του βασιλέως της Apraca, [and] από τον Vijayamitra, βασιλέα της Apraca, [και] από τον Indravarma (Indravasu?), στρατηγό, [μαζύ] με τις συζύγους τους και τους υιούς."

Αυτή η αφιέρωση δείχνει επίσης ότι ο βασιλιάς Vijayamitra και η σύζυγός του Rukhuna ήταν οπαδοί του Βουδισμού.
Δεδομένου ότι ο Vijayamitra λέγεται ότι κυβέρνησε ήδη 27 χρόνια, η βασιλεία του ξεκίνησε το 12 π.Χ. και τελείωσε πιθανώς λίγα χρόνια μετά την αφιέρωση, γύρω στο 20 μ.Χ.
Η αυθεντικότητα της επιγραφής γίνεται σχεδόν ομόφωνα αποδεκτή από την ακαδημαϊκή κοινότητα, καθώς ο Gérard Fussman είναι μια διαφωνούσα φωνή.[36]

Πυραμιδοειδές υφαντικό βάρος Ελληνικής εμπνεύσεως[37]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Ο Αρριανός τους ονομάζει Ασπασίους, πιθανώς από το Ιρανικό Aspa = ίππος. Ο Pāṇini τους αποκαλεί Aśvayanas. Θεωρούνται ως υποκλάδος των Kambojas, wiki, s.v. Silver Reliquary of Indravarman.

[1a]. Candotti and Giudice 2024. 

[2]. Skinner and Wannapom Kay Rienjang 2020, pp. 157-158). Στην λειψανοθήκη της Rukhuna ο Indravarma (Indravasu?) αποκαλείται με τον Ελληνιστικό τίτλο του στρατηγού (https://www.wikiwand.com/en/Rukhuna_reliquary).

[3]. Baums 2012, pp. 201-202, n. 25; Kubica 2020, p. 433; Puri 1993, p. 92), βλ. < https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/4/4e/Shinkot_relic_casket.jpg/300px-Shinkot_relic_casket.jpg >. Σημειώνεται ότι ο Salomon (Salomon 1988) θεωρεί τον Viyaka-mitra ιδρυτή της δυναστείας των Apraca (ή Ασπασίων κατ’ Αρριανό ;) ευρισκομένων υπό την επικυριαρχία του Άζη (Azes) και των επιγόνων του.

[4]. Falk 2001, p. 315; Widemann 2003. 

[5]. British Museum 1998,0720.1.

[6]. Salomon, Callieri, and Schmitt 1999, pp. 15, 20.

[7]. Galli 2011, p. 310, fig. 13. Πρόσθετες περιπτώσεις απεικονίσεων θεατρικών σκηνών στην Gandhara παραθέτει η Cardell, όπως επί παραδείγματι αυτήν με τον Βούδα στον λουτήρα για πρώτη φορά (V & A Museum, IM.82-1939) κ.ά. (Cardell 2017 [2007], p. 31).

[8]. Albery 2020, p. 179. Το όνομα Μένανδρος αποδίδεται μάλιστα σε μέλος της βασιλικής οικογένειας των Apraca (Kubica 2020, p. 434), σύμφωνα με επιγραφή στην λειψανοθήκη Satruleka!

[9]. Carter 1992.

[10]. Η Αιδώς (ή Pudicitia των Ρωμαίων), συμβόλιζε την γυναικεία ντροπή / σεμνότητα έναντι της ανδρικής ερωτικής υπερβολής, είχε δε προσωποποιηθεί στην ομώνυμη θεότητα, Pi.O.7.44.

[11]. The Walters Art Museum, acc. nr. 23.88.

[12]. http://coinhoards.org/id/igch1846?lang=el

[12a]. Suchandra Ghosh 2012, pp. 169-171. Βλ. επίσης: <https://languagelog.ldc.upenn.edu/nll/?p=56678>, <https://www.travelertrails.com/places-to-visit-in-swat/barikot>

[13]. <https://www.archaeology.wiki/blog/2016/06/28/indo-greek-citys-ruins-found-pakistan/?fbclid=IwAR0CspmsoNBJq3YWCWO9Ch7B9f32aa0PiozMlV7XoFy5HfoAN4eUMNDKYwU>.

[14]. https://www.dawn.com/news/1664783 (

[15]. Neelis 2010, p. 108.

[16]. LSJ, s.v. λάσᾰνα [λᾰ], τά, (cf. λάανα) always in pl., trivet or stand for a pot, Ar.Pax893 (ubi v. Sch.), Diocl.Com.8.

II. night-stool, Hp.Fist. 9, Cratin.49 (cj. Mein. for λαχάνοις), Pherecr.88, Eup.224, Ar.Fr. 462: also in sg., like Lat. lasanum, Hp.Superf.8, AP11.74.8 (Nicarch.):—hence λᾰσᾰνοφόρος, ὁ, slave who had charge of the night-stool, Plu.2.182c, 360d:—also λᾰσᾰνίτης [ῑ] δίφρος BGU1116.25 (i B.C.).

Σημειώνεται ότι σε κεραμεικά έχουν ευρεθεί και τρείς σύντομες επιγραφές (graffito: BKG 3985, BKG 516 και BKG 852) στην Ελληνική (Tribulato and Olivieri 2017). Πιθανώς παρόμοια αγγεία (λάσανα) έχουν ανασκαφεί στο Aziz Dheri & Shaikhan Dheri (Petrie, Magee, Muhammad Nasim Khan 2008, figs. 5, 6, 7, 8).

[17]. Brancaccio 2018.

[18]. Olivieri and Filigenzi 2018; Olivieri 2022, p. 118.

[19]. https://www.dawn.com/news/1606050/discovery-of-1st-century-murals-termed-landmark-achievement

[20]. https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/323975358_6436771796337461_3418341604492840328_n.jpg?_nc_cat=107&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=TLUS5Dd-3CQAX_kBMV7&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfCkIz7j0gk1HI0Ci_JuO4ROBxU0EkQLFGnAnxAFZBhLzQ&oe=64BAF305

[21]. Figures 3.6 and 3.7: Segments of an arch intradox with devotees, among which is a drunken Faunus. From Panṛ (P 817, P819). Copyright Italian Archaeological Mission in Pakistan.

[22]. Olivieri 2021, p. 505, fig. 16.17.

[23]. Coloru, Lori, Olivieri  2021, fig. 11.

[24]. Khan, Knox, Magee, and Thomas 2000.

[25]. Petri 2021, p. 207, fig. 7.2. Το τεκμήριο φυλάσσεται στο V&A Museum (IM 34.1935).

[26]. Khan et al. 2000; Srinivasan 2007; Petri 2021, p. 206, fig. 7.1Το τεκμήριο φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο (ΟΑ 1956.4-2.4).

[27]. BM Museum number: 1936,1223.1.

[28]. Κατά μία άποψη (Uday Dokras 2021, p. 71) κεφαλή της Ομφάλης με την Ηράκλεια λεοντή!

[29]. Cribb 2002, p. 65.

[30]. Carter 1992.

[31]. Wilson 1826; <https://en.wikipedia.org/wiki/Vasantasena#cite_note-1>.

[32].  India: National Museum, New Delhi, Vasantasena, scene of a courtesan house, from the time of the Kushan Empire, 2nd century A.D., Mathura, Uttar Pradesh, mottled red sandstone.

[33]. Gnoli 1963.

[34]. https://www.wikiwand.com/en/Rukhuna_reliquary

[35]. Francfort 1976, p. 94.

[36]. Juhyung Rhi 2018, p. 39: However, Richard Salomon (2005) recently proposed, based on a reliquary inscription of Queen Rukhuṇa recording triple dates, that five Kharoṣṭhī inscriptions known to us as bearing the years from 303 to 399 should be dated in the Yoṇa or Indo-Greek era of 186/5 BC. 

[37]. Coloru, Iori, Olivieri  2021, p. 114, fig. 4.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Skinner, M. C. and Wannapom Kay Rienjang. 2020. “Locating the Apraca Dynasty; New Evidence for an Old Problem,” in Religion, Society, Trade and Kingship: Archaeology and Art in South Asia and along the Silk Road, 5500 BCE - 5th century CE, ed.  L. Greaves and A. Hardy, New Delhi, pp. 151-164.

https://www.researchgate.net/publication/285229905_Hellenistic_Court_Imagery_in_the_Early_Buddhist_Art_of_Gandhara

Galli, M. 2011. “Hellenistic Court Imagery in the Early Buddhist Art of Gandhara,” Ancient Cilvilizations from Scythia to Siberia 17 (2), pp. 279-329.

https://www.jstor.org/stable/24048955?read-now=1&refreqid=excelsior%3A847bf75f0680751e6be19ce2abad6263&seq=1#page_scan_tab_contents
Salomon, R., P. Callieri, and S. Schmitt. 1999. “An Inscribed Seal of Indravarma, King of Avaca,” Bulletin of the Asia Institute (New Series) 13, pp. 15-26.

https://edoc.ub.uni-muenchen.de/26560/1/Albery_Henry.pdf
Albery, H. 2020. Buddhism and Society in the Indic North and Northwest, 2nd century BCE–3rd century CE, Munchen.

https://www.jstor.org/stable/24049256 
Carter, M. L. 1992. “A Scythian Royal Legend from Ancient Uḍḍiyāna,” Bulletin of the Asia Institute New Series 6, pp. 67-78.

Neelis, J. 2010. Early Buddhist Transmission and Trade Networks: Mobility and Exchange Within and Beyond the NW Borderlands of South Asia (Dynamics in the History of Religions II), Brill. 

Olivieri, L. M. 2018. “Physiology and Meaning of Pottery Deposits in Urban Contexts (Barikot, Swat): Archaeological Field Notes with an Addendum on the lásana/λάσανα Pottery Forms,” Ancient Pakistan XXIX, pp. 123–139. 

Morris, S. P. 1985. “Λ AΣ ANA: A Contribution to the Ancient Greek Kitchen,” Hesperia: The Journal of the American School of Classical Studies at Athens 54 (4), pp. 393-409.

Brancaccio, P. 2018. "Approaching the Stupa. Architectural elements of the 1st stairway of the Main Stupa of Amluk-dara (end-1st century CE)", Journal of Asian Civilizations 41 (1), pp. 161-172.

Olivieri, L. M. and A. Filigenzi. 2018. “On Gandhāran sculptural production from Swat: recent archaeological and chronological data,” in Problems of Chronology in Gandhāran Art, ed. Wannaporn Rienjang and P. Stewart, Oxford, pp. 71-92. 

https://www.jstor.org/stable/26604080
Tribulato, O. and L. M. Olivieri. 2017. "Writing Greek in the Swat Region: A new Graffito from Barikot (Pakistan),"Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik Bd. 204, pp. 128-135.

Olivieri, L. M. 2018. "Physiology and Meaning of Pottery Deposits in Urban Contexts (Barikot, Swat): Archaeological Field Notes with an Addendum on the lásana/λάσανα Pottery Forms," Ancient Pakistan XXIX, pp. 123-139.

Khan, F., J. R. Knox, P. Magee, and K. D. Thomas. 2000. Akra: The Ancient Capital of Bannu, North West Frontier Province, Pakistan, Journal of Asian Civilizations XXIII.

Doris Srinivasan, D., ed. 2007. On the Cusp of an Era: Art in the Pre-Kuṣāṇa World (Brill's Inner Asian Library 18), Brill.

Petrie, C. A., P. Magee, Muhammad Nasim Khan. 2008. “Emulation at the edge of empire: the adoption of non-local vessel forms in the NWFP, Pakistan during the mid-late 1st millennium BC,” Gandhāran Studies II, pp. 1-16.

Uday Dokras. 2021. Grecian Influence on INDIAN Architectural Engineering, Indo nordIc Author’s collectIve.

https://www.academia.edu/2506390/Akra_The_Ancient_Capital_of_Bannu_North_West_Frontier_Province_Pakistan
Khan, F., J. R. Knox, P. Magee, and K. D. Thomas. 2000. "Akra: The Ancient Capital of Bannu, North West Frontier Province, Pakistan", Journal of Asian Civilizations XXIII (1), pp. 1-201.

Srinivasan, D. M. 2007. On the Cusp of an Era: Art in the Pre-Kuṣāṇa World, Leiden.

https://www.jstor.org/stable/24049256
Carter, M. L. 1992. “A Scythian Royal Legend from Ancient Uḍḍiyāna,” Bulletin of the Asia Institute New Series 6, pp. 67-78.

https://www.jstor.org/stable/43977198
Singh, Y. B. 1993. “Roots of the Ganika - Culture of Early India,” Annals of the Bhandarkar Oriental Research Institute 74 (1/4), pp. 181-190.

https://el.art1lib.org/dl/48141142/0c3f6e
Gnoli, G. 1963. "The Tyche and the Dioscuri in Ancient Sculptures from the Valley of Swat (New Documents for the Study of the Art of Gandhāra)," East and West 14 (1/2), pp. 29-37.

https://www.jstor.org/stable/29758164
Faccenna, D.,  P. Callieri and A. Filigenzi. 1984. Pakistan - 1: Excavations and Researches in the Swat Valley," East and West 34 (4), pp. 483-500.

https://books.google.gr/books?id=Y7QWEAAAQBAJ&pg=PA207&lpg=PA207&dq=V%26A+Museum,+IM+34.1935&source=bl&ots=qSl0i0e5WT&sig=ACfU3U2k-xpVyEjCz9YrNs1hKYlkV4jZww&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjG_b7iw5r3AhXzhv0HHUtICgYQ6AF6BAgCEAM#v=onepage&q=V%26A%20Museum%2C%20IM%2034.1935&f=false
Petrie, C. A. 2021. Resistance at the Edge of Empires: The Archaeology and History of the Bannu Basin from 1000 BC to AD 1200, Oxford.

Wilson, H. H. (Horace Hayman). 1826. The Mrichchakati; or, The toy cart: a drama, Calcutta.

https://www.carc.ox.ac.uk/PublicFiles/media/Final%20e-version%20Problems%20of%20Chronology%20in%20Gandharan%20Art.pdf
Juhyung Rhi. 2018. "Positioning Gandharan Buddhas in Chronology: Significant Coordinates and Anomalies," in Problems of Chronology in Gandharan Art, ed. W. Rienjang and P. Stewart. Oxford: Archaeopress, pp. 35-51.

https://www.persee.fr/docAsPDF/arasi_0004-3958_1976_num_32_1_1097.pdf
Francfort H.-P. 1976. "Les modèles gréco-bactriens de quelques reliquaires et palettes à fards 'gréco-bouddhiques'," Arts asiatiques 32, pp. 91-98.       

https://books.google.gr/books?id=NBYHEAAAQBAJ&pg=PA433&lpg=PA433&dq=Vijayamitra+%2B+Apraca&source=bl&ots=CgWb6yB66H&sig=ACfU3U2aHu5H6yIbP5vZIC0aHEl9JmGUkw&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwipuayxn475AhUO2aQKHUmyDp8Q6AF6BAgbEAM#v=onepage&q=Vijayamitra%20%2B%20Apraca&f=false
Kubica, O. 2020. "Reading the Milindapañha. Indian historical sources and the Greeks in Bactria," in The Graeco-Bactrian and Indo-Greek World, ed. R. Mairs, Oxon / New York, pp. 430-445.

Olivieri, L. M. 2022. Stoneyards and Artists in Gandhara. The Buddhist Stupa of Saidu Sharif I, Swat (c. 50 CE), Venice University Press.

https://www.academia.edu/849385/From_Mind_to_Eye_Two_Dimensional_Illusions_and_Pictorial_Suggestions_at_Saidu_Sharif_I?auto=download&email_work_card=download-paper&li=0&fbclid=IwAR2Ms08swK0HjQuvtzik_p2PKMUAdAX8kqAjtBrGQZZBnqJoqCYMNp-9m7I
Filigenzi, A. 2006. "From Mind to Eye. Two-dimensional Illusions and Pictorial Suggestions at Saidu Sharif I," in Architetti, Capomastri, Artigiani L' Organizzazione dei Cantieri e Della Produzione Artistica Nell' Asia Ellenistica, Studi Offerti a Domenico Faccena nel suo ottantesimo Compleanno, ed. P. Callieri, Roma, pp. 17-40.


https://books.google.gr/books?id=dCz8NczNbcMC&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q=classical%20model%20in%20the%20guise%20of%20Hercules%20is%20found&f=false
Doris Srinivasan. 2007. On the Cusp of an Era: Art in the Pre-Kuṣāṇa World, Leyden.

http://journals.uop.edu.pk/papers/AP_v15_65to84.pdf
Cribb, J. 2002. "Coins reported from Akra," Ancient Pakistan XV, pp. 65-84.

https://www.degruyter.com/database/URBREL/entry/urbrel.17262513/html
Iori, E. 2021. "Ritual Deposits and Foundation of Cities in Indo-Greek Gandhāra," in Religion and Urbanity Online, <https://www.degruyter.com/database/URBREL/entry/urbrel.17262513/html> (23 June 2023).

https://www.jstor.org/stable/44156203
Suchandra Ghosh. 2012. "Imprints of Hellenism in the NW of  India: Case Studies of Barikot and Charsada," Proceedings of the Indian History Congress 73, pp. 169-174.

https://www.researchgate.net/publication/336347615_3_Non-Buddhist_Customs_of_Buddhist_People_Visual_and_Archaeological_Evidence_from_North-West_Pakistan?fbclid=IwAR3dEq3zSQ_zbQT0n9eDFL1FQAJK1J_xRmxhuM1vuytrwnDK95GUDd3QphI
Filigenzi, A. 2019. "Non-Buddhist Customs of Buddhist People: Visual and Archaeological Evidence from North-West Pakistan," in Buddhism and the Dynamics of Transculturality, New Approaches (Religion and Society 64), ed. B. Kellner, pp. 53-84.

https://dokumen.pub/qdownload/the-graeco-bactrian-and-indo-greek-world-1138090697-9781138090699.html
Olivieri, L. M. 2021. "Gandhāra and North-Western India," in The Graeco-Bactrian and Indo-Greek World, ed. Rachel Mairs, pp. 491-518.

https://cejsh.icm.edu.pl/cejsh/element/bwmeta1.element.desklight-dc9db377-0647-4da6-88fc-9328b99db173/c/Omar_Coloru_-_Elisa_Iori_-_Luca_Maria_Olivieri_110-135.pdf
Coloru, O., E. Iori, L. M. Olivieri.  2021. "Swat after the Indo‑Greeks – the City, the Sanctuaries
and the Economy. An Archaeological Overview on the Saka‑Parthian period," Studia Hercynia XXV/2, pp. 110-135.

Iori, E. 2021. "Ritual Deposits and Foundation of Cities in Indo-Greek Gandhāra," ublished by De Gruyter 2021, <https://www.degruyter.com/database/URBREL/entry/urbrel.17262513/html> (24 Jan. 2024).
https://doi.org/10.1515/urbrel.17262513

https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0168583X19303866
Olivieri, M., F. Marzaioli, I. Passariello, E. Iori, R. Micheli, F. Terrasi, M. Vidale, A. D'Onofrio. 2019. "A new revised chronology and cultural sequence of the Swat valley, Khyber Pakhtunkhwa (Pakistan) in the light of current excavations at Barikot (Bir-kot-ghwandai)," Nuclear Instruments and Methods in Physics Research Section B: Beam Interactions with Materials and Atoms 456,  pp. 148-156.

https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/9783111427614/html#contents
Candotti, M. P. and A. Giudice. 2024. "The Seleucid Influence on the Gandhāran Administrative System. A Study on the Greek-Derived Political Offices with Special Reference to the Indo-Scythian Kingdom of Apraca," in La ricezione dell’ultimo Alessandro. Mirabilia e violenza al di qua e al di là dell’Indo (Beiträge zur Altertumskunde 417), ed.  F. Piccioni, E. Poddighe and T. Pontillo, pp. 233-272.

https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/02666030.2011.556014
Olivieri, L. M.  2011. “Coat Scales and Correlated Finds from Bir-kot-ghwandai Stratigraphic Context (Swat, Pakistan)” South Asian Studies 27(1), pp. 1–24.

https://www.researchgate.net/publication/353081696_Monumental_Entrance_to_Gandharan_Buddhist_Architecture_Stairs_and_Gates_from_Swat_Stairs_and_Gates_from_Swat
Olivieri, L., and E. Iori. 2021. "Monumental Entrance to Gandharan Buddhist Architecture. Stairs and Gates from Swat," Annali di Ca’ Foscari Serie orientale 57, pp. 198-239.

The аrtіcle presents a series of pieces excavated by the ISMEO Italian Archaeological Mission in two Buddhist sacred areas in Swat (Pakistan). The pieces are chosen for their connection to the theme of monumental entrances of cultic buildings. In the first case (Gumbat), the building is a shrine. In the second, (Amluk-dara) it is a Main Stupa. The pieces belong to three different entrance parts: lower sides of the stairs, decorated steps or stair-riser friezes, and decorated frames of doors. Pieces like these, which belong to specific architecture, can be hypothetically positioned in their places, allowing thus a more vivid reconstruction of the original appearance of the monuments. The decorative apparatus of the entrances to Buddhist monuments, although apparently extraneous to the religious language, is not less rich than the Buddhist iconographic programme illustrated on the stupas or inside the shrines. The second part of the artiсlе deals with the interpretation of the language of the entrance as ‘symbolic capital’ of the political élites, who were the donors of the great Buddhist architecture in Swat.


https://amsdottorato.unibo.it/8570/1/Iori_Elisa_tesi.pdf
Iori, E. 2018. "The Gandharan Region (NW Pakistan) from the Late Iron Age to the Hellenistic Period: A Study in the Rise of a Complex Culture across Local Traditions, Iranism and Hellenism based on Ceramics" (diss. Univ. di Bologna ).

https://www.academia.edu/44003669/The_Geography_of_Gandha_ran_Art_Proceedings_of_the_Second_International_Workshop_of_the_Gandha_ra_Connections_Project_University_of_Oxford_22nd_23rd_March_2018
Wannaporn Rienjang, P. Stewart, eds. 2019. The Geography of Gandhāran Art Proceedings of the Second International Workshop of the Gandhāra Connections Project, University of Oxford, 22nd-23rd March, 2018, CARC  Classical Art Research Centre, Archaeopress Archaeology.


Abdul Ghafoor Lone. 2019. "The scope of the Buddhist 'workshops' and artistic 'centres’ in the Swat Valley, ancient Uḍḍiyāna, in Pakistan,"  in The Geography of Gandhāran Art Proceedings of the Second International Workshop of the Gandhāra Connections Project, ed. Wannaporn Rienjang and P. Stewart, pp. 107-120.

p. 112
Emergence of zonal workshops
Around 190 BC Greeks rulers from Bactria conquered and annexed the Indus region including Swat, Gandhāra, and Taxila. This Macedonian presence in Swat lasted long enough to have an effect on the material culture as has been demonstrated by archaeological work (Callieri 2008). Hellenistic crafts had
already started in the Swat valley in the Indo-Greek period. Work at Barikot has supported the evidence from the Buddhist sanctuary at Butkara I, where the second century BC sees the introduction of stone moulded elements in the architecture of the Main Stūpa. Besides, this must be integrated into the broader context of artefacts of Hellenistic inspiration datable to the Greek period: the coins and toilettrays, but also the seals, as well as the Hellenistic architectonic elements, mouldings of bases and capitals present in other sites of the region such as Jandial and Mohra Maliaran near Sirkap, Taxila (Faccenna 2007). Most of the subjects depicted in toilet-trays recovered at Taxila are clearly Hellenistic in style, and there can be no doubt that this kind of art was introduced from Hellenistic cultures from the West (Marshall 1951: 493).

DOI: 10.13140/RG.2.2.36605.58085

ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 081124
DOI (α’ εκδ.): 10.13140/RG.2.2.36605.58085
https://www.researchgate.net/publication/392554250_SWAT_OI_DYNASTEIES_TON_APRACA_ODI_YPO_ELLENISTIKE_POLITISTIKE_EPIRROE_b'_ekd

https://www.researchgate.net/publication/392554250_SWAT_OI_DYNASTEIES_TON_APRACA_ODI_YPO_ELLENISTIKE_POLITISTIKE_EPIRROE_d%27_ekd