BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

AEGINA AS A STATE-LIKE POLITY EARLIER THAN MYCENAE

Η ΑΙΓΙΝΑ ΩΣ ΠΡΩΙΜΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΡΦΩΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Οχυρωματικά τείχη (α) οικισμού Los Millares και (β) Χαλανδριανής Σύρου

Οχύρωση από το Παλαμάρι Σκύρου

Οχυρωματικά τείχη και οικίες Κολώνας V

Το οχυρωμένο οικιστικό κέντρο των μέσων της τρίτης χιλιετίας π.Χ. στην Αίγινα-Κολώνα ανασκάφηκε από το Πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ υπό τον C. Reinholdt στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000.[1] Η Αίγινα-Κολώνα βρίσκεται στο ομώνυμο νησί της Αίγινας στον Σαρωνικό Κόλπο, περίπου 30 χλμ. νότια προς νοτιοδυτικά του Πειραιά, του διάσημου λιμανιού της πόλεως - κράτους των Αθηνών. Ο οικισμός στον λόφο της Κολώνας χρονολογείται από την Τελική Νεολιθική (Κολώνα Ι), αλλά τα πρώτα μνημειακά κτίρια ανεγέρθηκαν κατά την ύστερη Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο (Κολώνα ΙΙ και ΙΙΙ, περ. 2500-2200 π.Χ.). Από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. (ΠE ΙΙΙ, Κολώνα V) έως τουλάχιστον την περίοδο των λαξευτών τάφων (ΜΕ ΙΙΙ‒ΥΕ Ι, περ. 1700‒1600 π.Χ., Κολώνα X) η Αίγινα-Κολώνα ήταν μια οχυρή ακρόπολη.[2] Ο οικισμός συνεχίστηκε μέχρι την ΥΕ ΙΙΙΒ με ουσιαστική επανακατάληψη ολόκληρης της περιοχής κατά την ύστερη Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο. Η τοποθεσία στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. ήταν "ένας εντυπωσιακός και καλά οχυρωμένος οικισμός… [του οποίου] οι οχυρώσεις εμφανίζονται ως συγκρίσιμες με αυτές της Τροίας". Μάλιστα ο τύπος οχυρώσεως με πεταλόσχημους προμαχώνες παραβάλλεται με αυτόν άλλων θέσεων όπως στην Χαλανδριανή Σύρου, Παλαμάρι Σκύρου, Νάξο (Πάνορμος), Αίγινα, Λέρνη, αλλά και στο Liman Tepe, στο τελευταίο μάλιστα σε δύο θέσεις,[3] διαθέτον ανάλογα έως και στην Ιβηρική στον οικισμό Los Millares! Η αρχιτεκτονική της Κολώνας ΙΙ-ΙΙΙ ανήκει στην παράδοση των λεγόμενων 'οικιών με διάδρομο', μιας υποφάσεως της ΠΕ ΙΙ που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση αυτού του τύπου μεγάλης κατασκευής σε θέσεις όπως η Λέρνα, η Θήβα ή η Τροία, παρόμοια, κατά το γενικό σχέδιο με κτίρια τύπου μεγάρου της Ανατολίας και, "συνδυάζεται με μια νέα, πιο συγκεντρωτική μορφή διακυβερνήσεως σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας". Η μνημειακή αρχιτεκτονική, οι εντυπωσιακές οχυρώσεις σε συνδυασμό με συγκεντρώσεις αγαθών πολυτελείας όπως ο θησαυρός που συζητείται λεπτομερώς παρακάτω, παρέχουν στοιχεία για κάποια μορφή ιεραρχικής, συγκεντρωτικής κοινωνικοπολιτικής οργανώσεως ή «ελίτ» στην τοποθεσία. Οι κάτοικοι της Αίγινας - Κολώνας, με ένα καλά προστατευμένο κέντρο, διέθεταν επίσης καλή γεωγραφική θέση για να επωφεληθούν από το θαλάσσιο εμπόριο με την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, πιθανότατα είχαν σχετικά εντατική επαφή με τους λαούς της Ανατολίας, με κοινόχρηστους τύπους κεραμεικών και κοσμημάτων και παρόμοια αρχιτεκτονική και ‘κυβερνητικά’ (;) κτίρια, ιδιαίτερα καλά σε σύγκριση με την κατάσταση στη σύγχρονη Τροία II-III στην δυτική Ανατολία. Οι συγκρίσεις με την Τροία της 3ης χιλιετίας είναι περαιτέρω άξιες αναφοράς, καθώς η τελευταία ήταν ένα πλούσιο και ισχυρό εμπορικό κέντρο κατά τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. με εκτεταμένες υλικές διασυνδέσεις. Οι κάτοικοι ανωτέρας κοινωνικο-οικονομικής ομάδας (ελίτ) της Τροίας της 3ης χιλιετίας ήταν οι ίδιοι καλά διασυνδεδεμένοι με τα διαπεριφερειακά συστήματα αλληλεπιδράσεως που συνέδεαν την περιοχή καταγωγής τους της δυτικής Ανατολίας με άλλους πολιτισμούς της Μικράς Ασίας, το ευρύτερο Αιγαίο, την Μεσοποταμία και όχι μόνο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται τόσον από ευρήματα που προέρχονται από περιβάλλοντα οικισμών όσο και από αρκετούς ανασκαφέντες θησαυρούς. Χρυσά αντικείμενα που προέρχονται από αυτά τα πλαίσια στην Τροία παρέχουν μερικούς καλούς παραλληλισμούς με ευρήματα από την Αίγινα - Κολώνα. Αυτό υποδηλώνει ότι η αριστοκρατική κοινωνική ομάδα στην Αίγινα-Κολώνα συμμετείχε στην ίδια πολιτιστική σφαίρα αλληλεπιδράσεως με της Τροίας. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ευρίσκουμε ομοιότητες στους τύπους λίθινων χανδρών που βρέθηκαν και στις δύο θέσεις.

Χρυσό κρεμαστό κόσμημα

Από την άλλη η Αίγινα της ΜΕ περιόδου έχει προβληθεί πειστικά ως μία προωθημένη πολιτική οντότητα με κρατικές δομές, στην οποία φαίνεται ότι μπορούν να αναζητηθούν μερικά από τα χαρακτηριστικά που θα αποδοθούν αργότερα στην Μυκηναϊκή Εποχή. Η ανασκαφή ενός ‘θολωτού τάφου’ στην Κολώνα με πολύτιμα Μινωικά και Κυκλαδικά κτερίσματα θα αποκαλύψει μιαν εικόνα που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτήν των Μυκηνών.[4] Μάλιστα η ίδια η ύπαρξη του θησαυρού της Αίγινας εκτιμάται ως παρέχουσα την βάση να θεωρήσουμε ότι τα αντικείμενά του απετέλεσαν με την σειρά τους αφιερώματα σε τάφους πολεμιστών, επομένως οι τάφοι αριστοκρατών υπήρξαν πολυάριθμοι. Υπέρ της υπάρξεως πολεμιστών αριστοκρατών στην Αίγινα ήδη από την ΜΕ περίοδο συνηγορεί η διακόσμηση διαζώματος πίθου της πόλεως IX όπου παρουσιάζεται επανδρωμένο πλοίο, καθώς και άλλο όστρακο με σαφή παράσταση πολεμιστών φερόντων δόρατα,[5] ενώ δεν λείπουν παραστάσεις με μυθολογικές αναφορές, που υπογραμμίζουν την μυθολογική – θρησκευτική συνέχεια ως την Κλασική εποχή![6] Στα πλαίσια αυτών των διαπιστώσεων η ύπαρξη σειράς θολωτών τάφων στην Αίγινα, πρώτη κρατική οντότητα του ηπειρωτικού Ελλαδικού χώρου,[7] από τις αρχές της δευτέρας χιλιετίας,[8] προβάλλει το νησί ως προπομπό της Μυκηναϊκής εποχής που ανατέλλει .. 
Επανερχόμενοι, δι ολίγων, στην παράσταση πολεμιστών επί κεραμεικού θραύσματος, σημειώνουμε ότι αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει τον ναυτικό προσανατολισμό των κατοίκων του οικισμού, πιθανόν δε και τις πειρατικές δραστηριότητές τους! Αξιοσημείωτη είναι σχετικώς η εμφάνιση παραλληλισμών μεταξύ της παραστάσεως βηματιζόντων πολεμιστών οπλισμένων με λόγχε με συγκρίσιμες παραστάσεις ανδρών σε κρητικούς σφραγιδόλιθους της Παλαιοανακτορικής περιόδου (ΜΜ ΙΒ-ΜΜ ΙΙ), ενώ ομοιότητα εμφανίζεται και με το λογόγραμμα του ανδρός στην Γραμμική Β'.[9] Λαμβάνοντας, άλλωστε, υπόψιν την ανάπτυξη των λεγομένων σημείων κεραμέων στην Αίγινα, Φυλακωπή, Λέρνη, σπήλαιο Φράγχθι, Τίρυνθα, Αγία Ειρήνη κ.α.[10] καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, αν και οι γνώσεις μας για το θέμα είναι ελλιπείς, το Αιγαίο φαίνεται ότι συμμετείχε στις διαδικασίες που κορυφώθηκαν με την επινόηση του αλφαβήτου!


Θραύσμα αγγείου με πολεμιστές (αρ.), σχετική Μινωική σφραγίδα CMS VI 068 (δεξ. άνω)& λογόγραμμα ανδρός στην Γραμμική Β' (δεξ. κάτω)


Σύμφωνα με τον Rutter[11] ίσως το πιο σημαντικό μεμονωμένο συμπέρασμά της Kilian-Dirlmeier, σε μια ασυνήθιστα πλούσια συζήτηση για τις ομάδες αριστοκρατών (ελίτ) και τα δίκτυα ανταλλαγών στην παλαιοανακτορική περίοδο στην Κρήτη (δηλαδή πριν από την εποχή των θολωτών τάφων), είναι η επιμονή της ότι η τάξη των πολεμιστών υψηλού επιπέδου που εκπροσωπούνται στους τάφους της περιόδου ΜΕ ΙΙ (1950/1900-1750/1720)[12], όπως οι θολωτοί τάφοι στην Κολώνα και τις Θήβες, προέκυψε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επαφή με την Κρήτη. Αυτές οι ηπειρωτικές και νησιωτικές ομάδες αριστοκρατών (ελίτ), αντί να θεωρούνται απλώς ως παθητικοί αποδέκτες ή δουλικοί μιμητές διαφόρων πτυχών του Μινωικού υλικού πολιτισμού, επιδίωξαν τις ανταλλαγές με τους Μινωικούς αναλόγους τους για λόγους τουλάχιστον εξίσου ενδιαφέροντες: ενώ οι Μινωίτες αναζητούσαν μέταλλα και ελκυστικούς λίθους για να παράγουν αντικείμενα πολυτελείας για τελετουργική χρήση στα ανάκτορά τους, οι αρχηγοί πολεμιστών στην ηπειρωτική χώρα ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν τα κατασκευασμένα αγαθά μέσω των οποίων μπορούσαν να διακριθούν - ξεχωρίσουν από τους οπαδούς - ακολούθους τους τόσον στην ζωή όσον και στο θάνατο, κυρίως ξίφη και εξαιρετικά διακοσμημένο εξοπλισμό πόσεως. Άν και θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπόχρεοι πρός τους Μινωίτες και άλλους νησιώτες αναφορικά πρός τα πλούσια διακοσμημένα ξίφη και φανταχτερά διακοσμημένες κανάτες, αυτή η ελλαδική ελίτ είχε ήδη καθιερώσει, ήδη από την ΜΕ II περίοδο, ορισμένα εμβλήματα που δεν όφειλαν τίποτα στην Κρήτη, κυρίως το κράνος από χαυλιόδοντες κάπρου, αλλά και περίτεχνα κατασκευασμένους τάφους σχεδιασμένους να χωρούν μόνον ένα άτομο. Ο θολωτός τάφος της Αίγινας λοιπόν βρίσκεται στην κεφαλή μιας μακράς και συνεχούς εξελικτικής σειράς ταφών πολεμιστών του Αιγαίου που καταλήγει - εκτείνεται μέσα από τους δύο κυκλικούς θολωτούς τάφους των Μυκηνών (MΕ III-ΥΕ IIA) μέχρι τους πολυάριθμους «τάφους πολεμιστών» τόσον στην ηπειρωτική Ελλάδα όσον και στην Κρήτη κατά τις περιόδους ΥΕ/ΥΜ II-IIIA2 πριν από τη μεγάλη καταστροφή στην Κνωσό περίπου 1370 π.Χ.

Περιδέραια από τον θησαυρό της Αίγινας (άνω & κάτω από χρυσό, μέσον: από κορνήλιο λίθο)

ΜΕ ΙΙ τάφος πολεμιστού από την Κολώνα ΙΧ
Χρυσά διαδήματα από τον θησαυρό της Αίγινας

Υπάρχουν, μάλιστα, απτές, αν και ολίγες, αποδείξεις ότι το διεθνές εμπορικό δίκτυο κατά την περίοδο ακμής του πολιτισμού του Ινδού έφθανε δυτικά μέχρι τον Ελλαδικό χώρο. Έχουμε ήδη σημειώσει την εύρεση χανδρών στην Harappa οι οποίες είχαν κατασκευαστεί με το αυτό υλικό όπως αντίστοιχες της Μινωικής Κρήτης, όμως οι σχετικές ομοιότητες δεν σταματούν εδώ. Στον θησαυρό της Κολώνας της Αίγινας έχουν ευρεθεί δύο εγχάρακτες αμφικωνικές χάνδρες από κορνήλιο λίθο, συνδεόμενες με τον πολιτισμό του Ινδού και χρονολογούμενες από το δεύτερο ήμισυ της τρίτης χιλιετίας πρίν από την εποχή μας, ενώ τεκμήρια από τις σφαιρικές, μακρές ή βραχείες αμφικωνικές χάνδρες έχουν ευρεθεί στις Ζυγουριές Αργολίδος (ΠΕ ΙΙ: 2600-2200 π.Χ.), το Δασκαλειό Κέρου (ΠΕΧ), τον Μόχλο (τύμβος 13 της ΥΕΧ), την Κέα (τάφοι 27, 31, 16 της περιόδου MM IIb – IIIa) κ.α.[13] Ισχυρή συσχέτιση με την παραγωγή της κοιλάδας του Ινδού εμφανίζει και χάνδρα από την Τροία, ενώ ανάλογα ευρήματα προέρχονται από το πολιτιστικώς συγγενές.[14] Άλλωστε φαίνεται ότι και οι έμποροι της Τύρου, θεωρούμενοι ως ασκούντες το θαλάσσιο εμπόριο για λογαριασμό της Meluhha, είχαν επαφές με τον Αιγαιακό κόσμο, ενώ πιθανή εκτιμάται και η φυσική παρουσία Μινωιτών εμπόρων αλλά και συναδέλφων τους από τον Ινδό στο Dilmun.

Εγχάρακτες χάνδρες από κορνήλιο λίθο, προερχόμενες από την κοιλάδα του Ινδού (Αίγινα)

Ευρήματα και τεκμηρίωση: Μυκηναϊκά ευρήματα από τα προάστια

Ευρήματα από τον ΜΕ ΙΙ τάφο στην Κολώνα IX


Sarasvati Sindhu Civilization had business ties with Mesopotamia. The etched carnelian beads in this necklace found in Ur (Sumer, Mesopotamia) were plausibly imported from bronze age India.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Ludvik, Kenoyer and Pieniążek 2020: Ακολουθείται εδώ η διατύπωση των ερευνητών.
[2]. Ο θολωτός τάφος πολεμιστού είναι παλαιότερος, βλ. παρακάτω.
[3]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_39; Şahoğlu 2008, pp. 483, 487-488, nn. 36-40; Erkanal and Şahoğlu 2016, p. 157; Alram-Stern 2004, pl. 7. Για την εντυπωσιακή οχύρωση του Παλαμαρίου Σκύρου βλ. Βλαχόπουλο και Παπαδημητρίου Αρμαδώρου, καθώς και τα υλικά σχετικής διεπιστημονικής συναντήσεως (Βλαχόπουλος και Παπαδημητρίου Αρμαδώρου 2016; Ρωμάνου, Χρ. 2015).
[4]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_235, Aravantinos 1995, p. 615, n. 11, Gauß 2010, p. 741, Gauß, (und). pp. 519-530.
[5]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_236. Niemeier 1995, p. 76, nn. 35, 36; Rutter 1993, pp. 778-779, figs. 13, 14: b, c.  Ο Ζήκος (Ζήκος 2019, σελ. 38) γράφει σχετικώς:
Στην περίοδο αυτή χρονολογείται η πρωιμότερη ταφή «πολεμιστή» από έναν κάθετο λακκοειδή στο νότιο τμήμα της κάτω πόλεως στην Κολώνα της Αίγινας. Το σύνολο του οπλισμού αποτέθηκε στην δεξιά πλευρά του σκελετού, ο οποίος βρισκόταν σε ύπτια στάση, με τα γόνατα λυγισμένα στο ύψος του στήθους (Kilian-Dirlmeier 1997: 13). Δίπλα στον νεκρό είχαν τοποθετηθεί όλες, σχεδόν, οι κατηγορίες πολεμικού εξοπλισμού, τόσον αμυντικού όσον και επιθετικού χαρακτήρα (Εικόνες 1-3). Το κυριότερο επιθετικό αντικείμενο είναι το ξίφος, με επενδυμένη ελεφαντοστέινη λαβή και φύλλα χρυσού, ενώ οκτώ επάργυροι ήλοι ένωναν τη λαβή με την λεπίδα5 (Kilian-Dirlmeier 1997: 13). Επίσης, βρέθηκε μια αιχμή δόρατος, η οποία είχε σχετικά μικρό μήκος, ενώ το εγχειρίδιο διέθετε ξύλινη λαβή και απλή διακόσμηση (Kilian-Dirlmeier 1997: 23-27). Σύμφωνα με την Kilian-Dirlmeier, η κατασκευή του ξίφους και του εγχειριδίου ίσως έγινε σε δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα μεταξύ τους εργαστήρια, γεγονός που υποδηλώνεται από τις κατασκευαστικές και διακοσμητικές τους διαφορές (Kilian-Dirlmeier 1997: 28). Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι η διαμόρφωση και κόσμηση του ξυρού, ο οποίος διαφέρει, κατασκευαστικά, από τα εγχειρίδια (Εικόνα 1) (Kilian-Dirlmeier 1997: 53). Στις άκρες των ώμων διαμορφώθηκαν δύο χρυσές κεφαλές κάπρου, ενώ στη λαβή, η οποία ενδεχομένως είχε ελεφαντοστέινη διακόσμηση, διατηρήθηκαν τρείς ήλοι (Kilian-Dirlmeier 1997: 50). Τέλος, έξι αιχμές βελών, χαύλιοι και δόντια κάπρου από την επένδυση οδοντόφρακτου κράνους καθώς και δύο μαχαίρια,
τα οποία σύμφωνα με τον Walter (Walter 1981-1982: 184) ήταν ακόσμητα χάλκινα εγχειρίδια, συμπληρώνουν τον οπλισμό του τάφου (Kilian-Dirlmeier 1997: 28, 35).
[6]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_237. Niemeier 1995, p. 77, n. 37; Rutter 1993, pp. 778-779, figs. 14: a. Η μυθολογικού χαρακτήρα παράσταση περιλαμβάνει άνθρωπο επί δελφινιού και ερπετοειδές θαλάσσιο ζώο. Ο όφις αποτελεί σύνηθες Μινωικό όπως και Αιγυπτιακό σύμβολο, εμφανίζεται δε με θρησκευτική συσχέτιση σε Θηβαϊκές πινακίδες Γραμμικής Β’, ενώ ως οικουρός όφις αναφέρεται στις τελετές που ελάμβαναν χώραν στην Ακρόπολη, βλ. Varias Garcia (Varias Garcia 2014).
[7]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_238. Niemeier 1995.Wohlmayr, Tanner & Frank. 2016, p. 490: Whether an administrative center or, as was to be expected, the seat of the local authorities was located in the large stone building can only be guessed at, but this unique building, built in the Middle Helladic period, illustrates a more differentiated social settlement structure that stretches across Central Greece and the Peloponnese seems to be ahead50.
[8]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_239. Niemeier 1995, p. 77. Ο Γερμανός αρχαιολόγος χρονολογεί τον θησαυρό εντός της περιόδου 1900-1700 π.Χ.
[9]. Gauß and Weilhartner 2020, p. 135.
[10]. Κονιδάρης 2022, σημ. 15_48; Hirschfeld 2007; Lindblom 2001.
[11]. Rutter 1999, pp. 357-358. Ακολουθείται εδώ αυτολεξεί η διατύπωση του ερευνητή.
[12]. Rutter 1993.
[13]. Κονιδάρης 2021, σημ. 6_1.
[14]. Κονιδάρης 2021, σημ. 6_2.

ΕΙΚΟΝΕΣ

Οχυρωματικά τείχη (α) οικισμού Los Millares και (β) Χαλανδριανής Σύρου

 

Οχύρωση από το Παλαμάρι Σκύρου

 

Οχυρωματικά τείχη και οικίες Κολώνας V

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02vPCmoDhDGtGLayzgF2fNqzRLFoTCLVjLn1oFuKE1WVwkbFNSh78QjFuEoFRpVPDJl&id=100052896971032&__cft__[0]=AZWIt6T-KWRxsRcKxwT-zSiBnBfMt6IwJSnMZpfj9iKjAmhe7YLwflTPl5nGPWsLJ8G3jDGWwVceTi5-Hb1WxXCLpS3jf4P1q7ImHYTvGYMleA&__tn__=%2CO%2CP-R


Χρυσό κρεμαστό κόσμημα

Younger 1995: BM Catalogue of Jewelry no. 761: gold pectoral, part of Aigina Treasure, perhaps from Mallia, the Chrysolakkos (Higgins 1957: 42-57; Kaiser, Reief 206). Composition: a gold torque with human head finials at either end; each head has two long curls at the back, the eyes once filled with blue inlay. Higgins thinks the heads are of sphinxes; Kaiser compares them to the head of the Mallia sword acrobat; also see the sphinx terracotta aplique from Mallia Quartier Mu .. https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t1.6435-9/168454774_343287397444490_8038443249936546339_n.jpg?_nc_cat=100&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=-WNoJKHyVoQAX8H0onD&_nc_oc=AQkq2d6FP61_Y_Sjl2U4-Nl13zF7SWNHUW6AiwJZRzsa0dKwY-QqTWAHuUi40_VWHn-EIBWwibkr2LFs4Sv5l6SD&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfAsTBV1UrAbDXAnF9zSEl8PcItHxFAdpJhGsG-Jhjw0Fg&oe=653F07FA


Θραύσμα αγγείου με πολεμιστές (αρ.), σχετική Μινωική σφραγίδα CMS VI 068 (δεξ. άνω)& λογόγραμμα ανδρός στην Γραμμική Β' (δεξ. κάτω)


Περιδέραια από τον θησαυρό της Αίγινας (άνω & κάτω από χρυσό, μέσον: από κορνήλιο λίθο)

 

ΜΕ ΙΙ τάφος πολεμιστού από την Κολώνα ΙΧ

 Maran 2018, fig. 5.


Χρυσά διαδήματα από τον θησαυρό της Αίγινας

Philippa-Touchais et Touchais 2016, fig. 17.11


Ευρήματα και τεκμηρίωση: Μυκηναϊκά ευρήματα από τα προάστια

https://www.aegina-kolonna.at/aktuelle-forschungen/feldforschung/2017/2016/2015/

Ευρήματα από τον ΜΕ ΙΙ τάφο στην Κολώνα IX

Maran 2018, fig. 6.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://journals.openedition.org/paleorient/pdf/391
https://journals.openedition.org/paleorient/391?lang=en#text
Ludvik, G. E., J. M. Kenoyer and M. Pieniążek. 2020. “New evidence for interregional interaction in the 3rd millennium BCE Aegean: Indus-style carnelian beads at Aegina-Kolonna, Greece,” Varia 46 (1-2), pp. 161-178.

https://www.jstor.org/stable/26918849
Maran, J. 2018. "Transformation Am Beginn Der Mykenischen Epoche: Hintergründe des Aufstiegs von Mykene," Antike Welt, No. 6 (2018), pp. 16-21 (6 pages)

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

https://www.academia.edu/8736438/The_Iconography_of_Rulership_in_the_Aegean_a_Conspectus._BY_John_G._YOUNGER_whole_book_
https://kuscholarworks.ku.edu/bitstream/handle/1808/7382/Younger_Ruler.pdf?sequence=1&isAllowed=y
Younger, J. G. 1995. "The Iconography of Rulership in the Aegean: a conspectus," in The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean (Aegaeum 11), ed. P. Rehak, Liège / Austin, pp. 151-211.

Ε. Παλαιολόγου, Σ. Αγγελίδου, Β. Μαυροθαλασσίτη. "Ο ταφικός κύκλος Β," <http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=13301>

https://www.academia.edu/28607668/J_Davis_1978_The_Mainland_Panelled_Cup_and_Panelled_Style_American_Journal_of_Archaeology_82_pp_216_222?auto=download&email_work_card=download-paper
Davis, J. L. 978. "The Mainland Panelled Cup and Panelled Style," AJA 82, pp. 216-222
.. . There is no reason to believe, however, that the circle was used at all before the final phase of the Middle Bronze Age, contemporary with the MM IIIB period at Knossos.21

MM III: starts at about 1800 .. Phylacopy II, MC, 2000-1700 BC

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2021. Ο πολιτισμός του Ινδού και το Αιγαίο: Ομοιότητες και συγγένειες (Indus (Harappan) civilization and the Aegean : Parallels and Affinities), Αθήνα. 

https://www.austriaca.at/0xc1aa5576%200x003c7fe4.pdf

Gauß, W. . "Kolonna on Aigina: The Development of a Fortified Late Middle and Early Late Bronze Age Settlement," pp. 517-536.

https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH476/OH%204.pdf
Gauß, W. 2010. "Aegina Kolonna," in The Oxford Handbook (Chapter 55, ed. C. Cline, pp. 737-751.

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/3057301/theFile
Χρήστου, Στ. 2022. "Οι οχυρώσεις στο Αιγαίο κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού" (μεταπτ. ΕΚΠΑ).

http://ikee.lib.auth.gr/record/317361/files/GRI-2020-27081.pdf
Ζήκος, Θ. 2019. "Η ταυτότητα του πολεμιστή στη 2η χιλ π.Χ. στην ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησο και κεντρ. Ελλάδα) από τα ταφικά δεδομένα" (μεταπ. ΑΠΘ).

https://www.jstor.org/stable/506756?read-now=1&seq=2#page_scan_tab_contents
Rutter, J. B. 1999. Rev. of I. Kilian-Dirlmeier, Alt-Ägina IV.3: Das mittelbronzezeitliche Schachtgrab von Ägina, in  AJA 103 (2), pp. 357-358. 

https://www.zora.uzh.ch/id/eprint/166037/1/Wohlmayr_Tanner_Frank_Archaologentag_2016.pdf
Wohlmayr, W., A. Tanner, D. Frank. 2016. "Ägina Kolonna I – Neue Forschungen auf altem Terrain. Die frühmykenische Äußere Vorstadt und die Möglichkeiten ihrer Instandhaltung," Zurich Open Repository and Archive, University of Zurich, ZORA URL: https://doi.org/10.5167/uzh-166037

Wohlmayr, W., A. Tanner, D. Frank. 2016. "Ägina Kolonna I – Neue Forschungen auf altem Terrain. Die frühmykenische Äußere Vorstadt und die Möglichkeiten ihrer Instandhaltung," in Akten des 16. Österreichischer Archäologentages am Institut für Klassische Archäologie der Universität Wien vom 25. bis 27. Februar 2016, Wien, 25 February 2016 - 27 February 2016. Phoibos Verlag, pp. 479-501.

Gauß, W. and J. Weilhartner. 2020. "Figurale Bildkunst im mittelhelladischen Ägina," Gedenkschrift für Wolfgang Wohlmayr, Salzburg, pp. 129-148.

https://books.openedition.org/pucl/6722
https://www.academia.edu/33171228/Glow_in_the_dark_a_gold_pendant_from_a_Middle_Helladic_settlement_Aspis_Argos_
Philippa-Touchais, A. et G. Touchais. 2016. "Glow in the ‘Dark’: A Gold Pendant from a Middle Helladic Settlement (Aspis, Argos)," in RA-PI-NE-U, Studies on the Mycenaean World offered to Robert Laffineur for his 70th Birthday (AEGIS), ed. J. Driessen, Louvain, pp. 275-293.

Rutter, J. B. 1993. “Review of Aegean Prehistory II: The Prepalatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland,” AJA 97 (4), pp. 745-797.

https://www.academia.edu/44402293/Aeginetan_Pottery_in_the_Aegean_World_Mapping_Distributions_Around_an_Island_Hub
Walter Gauß – Alex R. Knodell. 2020. "Aeginetan Pottery in the Aegean World: Mapping Distributions Around an Island Hub," in From Past to Present. Studies in Memory of Manfred O. Korfmann (STUDIA TROICA, Monographien 11), ed. S. W. E. Blum, T. Efe, T. L. Kienlin, E. Pernicka, Bonn, pp. 245-262.


ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 021023

›Mykenes große Schwester‹

Ägina Kolonna in der Mittleren Bronzezeit, GEBR. MANN VERLAG · BERLIN

https://doi.org/10.34780/0p2kav56

https://publications.dainst.org/journals/am/article/view/4898/8822

Autor/innen

Weilhartner, J. 2024. 'Mykenes große Schwester': Ägina Kolonna in der Mittleren Bronzezeit, Gebr. Mann Verlag, Berlin.

Universität Salzburg 

«Η μεγαλύτερη αδελφή των Μυκηνών». Η Κολώνα στην Αίγινα κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού



Σε αντίθεση με τους πολυάριθμους οικισμούς στην Πελοπόννησο και την Κεντρική Ελλάδα, όπου η φάση αναταραχής μεταξύ της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ εκδηλώθηκε μέσω μεταβολών στην κατανομή των οικισμών, μέσω οριζόντων καταστροφής και γενικής μείωσης του πλη-
θυσμού, ο οικισμός στην Κολώνα της Αίγινας αναδύθηκε ισχυρότερος μέσα από την κρίση. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. η πόλη ανοικοδομήθηκε βάσει συστηματικού σχεδίου και περικλείσθηκε από οχύρωση.
Στην ακόλουθη Μέση Εποχή του Χαλκού η Κολώνα στην Αίγινα εξελίχθηκε στον σημαντικότερο οικισμό στον αιγαιακό χώρο εκτός Κρήτης, με εκτεταμένες εμπορικές διασυνδέσεις. Ένας βασικός παράγοντας αυτής της επιτυχίας ήταν η θέση της Αίγινας ως σημείο διασύνδεσης μεταξύ της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι στενές σχέσεις μεταξύ Κρήτης και Αίγινας εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους στον υλικό πολιτισμό, όπου ξεχωρίζουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μυκηναϊκή εποχή των λακκοειδών τάφων και που πρωτομαρτυρούνται εντός της ελλαδικής πολιτισμικής σφαίρας στην Αίγινα. Έτσι, φαίνεται ότι οι ελίτ της Αίγινας λειτούργησαν κατά πολλούς τρόπους ως πρότυπο για τις ελίτ των Μυκηνών.

Λέξεις-κλειδιά Κολώνα Αίγινας. Κρήτη. Μέση Εποχή Χαλκού. Περίοδος λακκοειδών τάφων. Μυκηναϊ-
κός πολιτισμός.




ΣΕΛΙΔΑ 78

Τα αντικείμενα είχαν εναποτεθεί στον αρχαϊκό Ναό του Απόλλωνα κάτω από το δάπεδο ενός σπιτιού (Οικία 19), αλλά δεν ανακτήθηκαν ποτέ. Εκτός από 37 κοσμήματα από χρυσό και ασήμι (19 χάντρες διαφόρων σχημάτων, δέκα περόνες με διαφορετικά σχεδιασμένες κεφαλές, επτά μενταγιόν σε σχήμα δίσκου και ένα βραχιόλι), μία χάντρα από ορεία κρύσταλλο και περίπου 180 δακτυλιωτές χάντρες από φριτ, οι 19 χάντρες από καρνεόλη, μεταξύ των οποίων υπάρχει ακόμη και ένα χαραγμένο δείγμα εντελώς μοναδικό σε ολόκληρη την περιοχή του Αιγαίου, καταδεικνύουν ότι η Αίγινα Κολώνα είχε ήδη πρόσβαση σε κοσμήματα και πρώτες ύλες στην ΠΕΧ, βασισμένη σε μια εμπορική ανταλλαγή που λειτουργούσε σε μεμονωμένα (γεωγραφικά περιορισμένα) στάδια. Αυτές οι πρώτες ύλες προέρχονταν από την Ανατολία, την Ανατολική Μεσόγειο, την Αίγυπτο ή ακόμα και τη Μεσοποταμία ή την κοιλάδα του Ινδού.26

Τα αντικείμενα είχαν εναποτεθεί στον αρχαϊκό Ναό του Απόλλωνα κάτω από το δάπεδο μιας οικίας (Οικία 19), αλλά δεν ανακτήθηκαν ποτέ. Εκτός από 37 κοσμήματα από χρυσό και ασήμι (19 χάντρες διαφόρων σχημάτων, δέκα περόνες με διαφορετικά σχεδιασμένες κεφαλές, επτά μενταγιόν σε σχήμα δίσκου και ένα βραχιόλι), μία χάντρα από ορεία κρύσταλλο και περίπου 180 δακτυλιωτές χάντρες από τριμμένο κρύσταλλο, οι 19 χάντρες από καρνεόλη, μεταξύ των οποίων υπάρχει ακόμη και ένα χαραγμένο δείγμα εντελώς μοναδικό σε ολόκληρη την περιοχή του Αιγαίου, καταδεικνύουν ότι η Αίγινα Κολώνα είχε ήδη πρόσβαση σε κοσμήματα και πρώτες ύλες στην ΠΕΧ, βασισμένη σε μια εμπορική ανταλλαγή που λειτουργούσε σε μεμονωμένα (γεωγραφικά περιορισμένα) στάδια. Αυτές οι πρώτες ύλες προέρχονταν από την Ανατολία, την Ανατολική Μεσόγειο, την Αίγυπτο ή ακόμα και τη Μεσοποταμία ή την κοιλάδα του Ινδού.26

25. Collins 2003, 261; Reinholdt 2003, 260; Reinholdt 2008, 54 Pl. 13, 1; Rahmstorf 2015, 159–163 Εικ. 9, 10; Pieniążek 2016, 57. Χάντρες με τέτοια διακόσμηση βρίσκονται κυρίως στην κοιλάδα του Ινδού, στο Αφγανιστάν και στη Μεσοποταμία. Ο Lorenz Rahmstorf έχει συντάξει έναν χάρτη κατανομής τόσο των χαραγμένων όσο και των δικωνικών χαντρών από καρνεόλη, βλ. Rahmstorf 2015, 162 Εικ. 9; 163 Εικ. 10. Δεδομένου ότι τα εργαστήρια για χαραγμένες χάντρες από καρνεόλη έχουν μέχρι στιγμής εντοπιστεί οριστικά μόνο στην κοιλάδα του Ινδού, ο Rahmstorf υποθέτει ότι αυτή η περιοχή είναι η περιοχή προέλευσης αυτών των κοσμημάτων.
26 Reinholdt 2004; Reinholdt 2008, 84 – 97; Ludvik u. a. 2020

https://dokumen.pub/qdownload/der-frhbronzezeitliche-schmuckhortfund-von-kap-kolonna-agina-und-die-agis-im-goldzeitalter-des-3-jahrtausends-v-chr-3700139489-9783700139485.html
C. Reinholdt, I. Ägina-Kolonna: 4. Der frühbronzezeitliche Schmuck-Hortfund von Kap Kolonna /
Ägina, in: Alram-Stern 2004, 1113 – 1119
C. Reinholdt, I. Ägina-Kolonna: 4. The Early Bronze Age Jewelry Hoard of Cape Kolonna / Ägina, in: Alram-Stern 2004, 1113 – 1119

ΣΕΛΙΔΑ 79

Εντυπωσιακή είναι επίσης η ευρεία εξάπλωση της αιγινίτικης κεραμικής, η οποία, μετά από μια διστακτική αρχή στην Ύστερη ΠΕ ΙΙΙ, τεκμηριώνεται για ολόκληρη τη ΜΕΧ (και μετά), όπου μεταξύ των εξαγωγών, μπορεί να γίνει διάκριση κυρίως μεταξύ της λεπτής, ματ εικονογραφημένης κεραμικής και της χονδροειδούς κεραμικής κουζίνας ή της χρηστικής κεραμικής με εξαιρετικές θερμικές ιδιότητες.33 Αυτά τα κεραμικά προϊόντα βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στην ΒΑ Πελοπόννησο και στην Αττική, αλλά σε μικρότερες ποσότητες βρίσκονται ακόμη και από τη Σικελία και τη νότια Ιταλία μέχρι την Τροία, το Λίμαν Τεπέ και τη Μίλητο, ή από την περιοχή γύρω από τον Βόλο/Διμήνι/Πευκάκια στη Θεσσαλία μέχρι τον Κομμό στη νότια Κρήτη, και ως εκ τούτου μπορούν να θεωρηθούν απόδειξη μιας εξαιρετικά εκτεταμένης εμπορικής δραστηριότητας. Η παραγωγή και η εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων κεραμικών προϊόντων φαίνεται επίσης να συνδέεται με την ύπαρξη σημείων κεραμέων χαραγμένων πριν από το ψήσιμο, τα οποία βρίσκονται συχνά στην κεραμική της Αίγινας και πιθανώς χρησίμευαν ως οργανωτικός κανονισμός.34

Με βάση αυτά τα στοιχεία, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Κολώνα της Αίγινας έπαιξε κεντρικό ρόλο στη ΜΕΧ όχι μόνο στον Σαρωνικό Κόλπο, αλλά και πολύ πιο πέρα. Ο οικισμός έχει μάλιστα περιγραφεί ως η σημαντικότερη τοποθεσία οικισμού στην περιοχή του Αιγαίου εκτός της Κρήτης για αυτήν την περίοδο, μια «ΜΕ τοποθεσία χωρίς όμοιό της στην ηπειρωτική Ελλάδα», σύμφωνα με τα συχνά αναφερόμενα λόγια του Jeremy Rutter.35 Ένας βασικός παράγοντας σε αυτή την ιστορία επιτυχίας φαίνεται να είναι το γεγονός ότι, εκτός από τις υπάρχουσες εμπορικές επαφές με τις Κυκλάδες36 και πιο απομακρυσμένες περιοχές, η Αίγινα κατάφερε να εδραιώσει επαφή με το νησί της Κρήτης και στη συνέχεια να τοποθετηθεί ως σημείο διεπαφής μεταξύ της Κρήτης αφενός και της ηπειρωτικής Ελλάδας αφετέρου.

Αίγινα και Κρήτη: Μια «Ειδική Σχέση» 37

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν πιθανώς περιορισμένες στην αρχή της ΜΕΧ. Τα αντίστοιχα δίκτυα ανταλλαγών εκδηλώνονται κυρίως σε κεραμικό υλικό. 38
Ωστόσο, αυτή η εικόνα άλλαξε σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και ιδιαίτερα προς το τέλος της - στην αρχή της περιόδου των λακκοειδών τάφων. Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν πιθανώς ένας αναπροσανατολισμός των κρητικών ανακτόρων στην αναζήτησή τους για εισαγωγές μετάλλων, ο οποίος οδήγησε σε εντατική επαφή μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας. {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 80}Σε αυτό το πλαίσιο, η ηπειρωτική Ελλάδα άνοιξε νέους εμπορικούς δρόμους προς την Ιταλία μέσω της Αργολίδας και της Κορινθίας και του Κορινθιακού Κόλπου, καθώς και περαιτέρω δρόμους προς τα Βαλκάνια μέσω του Ευβοϊκού Κόλπου και του βόρειου Αιγαίου Πελάγους. 39
Μέσα σε αυτή την εξέλιξη, το νησί της Αίγινας παίζει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, ο οποίος, όπως μόλις αναφέρθηκε, προφανώς οφείλεται στις καλές σχέσεις με το νησί της Κρήτης που χρονολογούνται από τις αρχές της ΜΕΧ.40 Ενώ στη φάση ΜΜ ΙΑ/ΜΕ Ι οι πρώτες μινωικές εισαγωγές τεκμηριώνονται αποκλειστικά με τη μορφή κεραμικής και μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες,41 η κατάσταση από τη ΜΜ Ι Β/ΜΕ ΙΙ και μετά είναι εντελώς διαφορετική:

Τόσο οι μινωικές εισαγωγές όσο και η κεραμική του μινωικού τύπου που παράγεται στην Αίγινα, που ονομάζεται επίσης «μινωική κεραμική της Αίγινας», βρίσκονται σε σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες.42
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτή η σαφώς αναγνωρίσιμη αύξηση των εισαγόμενων αγαθών συμπίπτει λίγο πολύ με την έναρξη της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου στην Κρήτη γύρω στο 1900 π.Χ. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μεταξύ των αρχαιολογικών ευρημάτων από τις οικιστικές φάσεις IX (ΜΕ II· Εικ. 2: πορτοκαλί) και X (ΜΕ III – ΥΜ I· Εικ. 2: καφέ), υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός αντικειμένων κύρους που σχετίζονται σαφώς με το νησί της Κρήτης.
Εκτός από τα μινωικά καμαραικα αγγεία, τα οποία εκτιμούνταν ως υψηλής ποιότητας επιτραπέζια σκεύη στα μινωικά ανάκτορα της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου σε όλη την ανατολική Μεσόγειο,43 μπορούν να αναγνωριστούν πολλά μινωικά λίθινα αγγεία —συμπεριλαμβανομένων τριών προηγουμένως αδημοσίευτων κερνών, μερικών από τα οποία σώζονται μόνο αποσπασματικά—44, τα οποία αντιπροσωπεύουν ιδιαίτερα αποκλειστικά προϊόντα εξαγωγής από το νησί της Κρήτης. Αυτή η εκτίμηση φαίνεται να ισχύει και για τις δύο χάνδρες και τα τρία μενταγιόν από φαγεντιανή που βρέθηκαν ως κτερίσματα σε έναν ματ βαμμένο πίθο της ΜΕ ΙΙ/ΙΙΙ περιόδου, δίπλα σε έναν σκελετό παιδιού, και για τα οποία η κρητική προέλευση - όπως και για όλα τα πρώιμα ευρήματα φαγεντιανής που ανακαλύφθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα μέχρι σήμερα - θεωρείται πιθανή.45 Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να αναφερθούν δύο ιδιαίτερα φημισμένα λίθινα σφυριά, λόγω της συμβολικής τους σημασίας, τα οποία μπορούν σαφώς να αποδοθούν στον μινωικό πολιτισμό των ανακτόρων: πρώτον, ένα σφυρί από λευκό μάρμαρο σε μεγάλο βαθμό θραυσμένο (Εικ. 3α), και δεύτερον, ένα πλήρως διατηρημένο, πολύ υψηλής ποιότητας, γυαλισμένο σφυρί από γκριζομαύρο φλεβωτό μάρμαρο (Εικ. 3β).46 Η εντυπωσιακή επιλογή υλικού για το τελευταίο προσδίδει στο αντικείμενο, το οποίο δεν παρουσιάζει σημάδια κατεργασίας ή χρήσης, μια ιδιαίτερη δύναμη.

Το σφαιρικά στρογγυλεμένο σώμα του σφυριού, το οποίο καταλήγει και στα δύο άκρα με στενές αυλακώσεις και εξωτερικά στρογγυλεμένες επιφάνειες κρούσης, έχει τις καλύτερες παραλληλίες του σε αντικείμενα της ΜΜ III – ΜΜ II περιόδου, τα οποία, σημαντικό, έχουν βρεθεί σχεδόν αποκλειστικά47 σε μινωικά κέντρα παλατιών ή συγκροτήματα επαύλεων και συνδέονταν κυρίως με άλλα πολύτιμα αντικείμενα.{ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 81} Από αυτά τα συγκριτικά κομμάτια, θα πρέπει να γίνει εδώ αναφορά ειδικά σε εκείνα που φυλάσσονταν στις κεντρικές λατρευτικές αποθήκες των παλατιών της Κνωσού και της Κάτω Ζάκρου48: ένα ελαφρώς και ένα σοβαρά κατεστραμμένο σφυρί από κόκκινο-μαύρο κραματόλιθο από τους ›Temple Repositories - Ναούς Αποθήκες› του Ανακτόρου της Κνωσού, τα οποία διατηρήθηκαν παρά τις φθορές τους, και τρία πλήρως διατηρημένα πέτρινα σφυριά από πολύχρωμο φλεβωτό μάρμαρο από την Κάτω Ζάκρο, τα οποία – όπως και το πλήρες παράδειγμα από την Κολώνα της Αίγινας – δεν παρουσιάζουν σημάδια χρήσης και για τα οποία, επομένως, μπορεί να αποκλειστεί η χρήση που σχετίζεται με την τέχνη. Όπως υποδηλώνουν οι απεικονίσεις σε μινωικές σφραγίδες της Ύστερης Ανακτορικής Περιόδου (Εικ. 4 α. β),49 τέτοια λίθινα σφυριά χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρευτικά εργαλεία είτε ως σύμβολα κοινωνικής θέσης (ή και τα δύο). Σε κάθε περίπτωση, αντιπροσωπεύουν αντικείμενα στα οποία είχε πρόσβαση μόνο ένας πολύ περιορισμένος κύκλος ανθρώπων.50

Το ερώτημα εάν μπορούν να αναμένονται Κρητικοί στην Αίγινα με βάση αυτά τα λίθινα σφυριά, τα οποία πρέπει να θεωρηθούν αντικείμενα που συνδέονται άμεσα με τον μινωικό (ανακτορικό) πολιτισμό,51 δεν μπορεί τελικά να απαντηθεί οριστικά. Είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, ότι στην Αίγινα έχουν βρεθεί όχι μόνο μεμονωμένα αντικείμενα κύρους του μινωικού ανακτορικού πολιτισμού, αλλά και διάφορα καθημερινά αντικείμενα, στοιχεία τεχνικών εργασίας και κληρονομιές που ήταν βαθιά ριζωμένες στη μινωική (ανακτορική) κοινωνία. Έτσι, ένα σημάδι λιθοξόου με τη μορφή διπλού τσεκουριού (Εικ. 5), χαραγμένο σε ένα μπλοκ λαξευμένου λίθου (του λεγόμενου πωρόλιθου) που επαναχρησιμοποιείται στην ύστερη ρωμαϊκή τοιχοποιία (στο «ύφος λαξευτού λίθου»), υποδηλώνει μια πρακτική που μπορεί να προέρχεται μόνο από τα μινωικά ανάκτορα.52 Άμεσα συγκρίσιμα παραδείγματα {ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΣΕΛ. 82}
Άμεσα συγκρίσιμα παραδείγματα αυτής της μορφής σφραγίδας λιθοξόου βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό σε λίθους τόσο από το Παλάτι της Κνωσού όσο και από άλλες τοποθεσίες στο νησί της Κρήτης.53 Η υιοθέτηση ορισμένων τεχνικών κεραμικής και ύφανσης, η εκμάθηση των οποίων απαιτεί μεγαλύτερη περίοδο εξάσκησης και οι οποίες μπορούν να ανιχνευθούν στο αρχαιολογικό υλικό με τη μορφή τροχήλατων αγγείων54 και δισκοειδών βαρών αργαλειού55 (Εικ. 6 α – γ) – καθένα μινωικού τύπου και παραγόμενο τοπικά – καθώς και ένας κεραμικός τροχός κατασκευασμένος από πιθανώς κρητικό πηλό56. Επιπλέον, η χειροποίητη χρηστική και μαγειρική κεραμική μινωικού τύπου παραγόταν επίσης τοπικά στην Αίγινα.57 Τέλος, ίχνη έχουν επίσης διατηρηθεί στο αρχαιοζωολογικό υλικό που υποδεικνύουν πρακτικές και τεχνικές που προέρχονταν ή θα μπορούσαν να προέρχονταν από το νησί της Κρήτης. Πρώτον, αυτό αφορά μια συγκριτικά υψηλή συγκέντρωση οστών πτηνών μέσα στο πανιδικό υλικό της μεγαλιθικής κατασκευής. Οι Gerhard Forstenpointner, Alfred Galik και οι συνεργάτες του κατέληξαν σε αυτό το εύρημα, επικαλούμενοι ένα {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 83}

Οι Gerhard Forstenpointner, Alfred Galik και οι συνεργάτες τους, αναφερόμενοι σε μια συγκρίσιμη συγκέντρωση στον Κομμό, έχουν συνδέσει αυτό το εύρημα με μια πιθανή προτίμηση των Κρητών για το κρέας πτηνών.58 Επιπλέον, ένας μεγάλος αριθμός θραυσμάτων κελυφών οστράκων murex έχει βρεθεί σε διάφορα στρώματα της Μ και ΎΕΧ στην Κολώνα της Αίγινας (Εικ. 7), καταδεικνύοντας την παραγωγή της περίφημης χρωστικής πορφύρας της Τύρου.59

Με βάση τα παλαιότερα αξιόπιστα χρονολογήσιμα στοιχεία, μεταξύ των οποίων θα πρέπει να επισημανθούν αυτά από το Παλαίκαστρο, τον Κομμό, το Μοναστηράκι και το νησί Κουφονήσι, αυτή η τεχνική μπορεί να θεωρηθεί κρητική εφεύρεση της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου (MM I B – II).60 Τα παλαιότερα ευρήματα από την Λεβάντε, μια περιοχή διάσημη στους ιστορικούς χρόνους για την παραγωγή πορφύρας της Τύρου, χρονολογούνται περίπου έναν αιώνα αργότερα. Έτσι, η εξόρυξη της πολύτιμης και περιζήτητης πορφύρας χρωστικής, η οποία απαιτεί πολλή εργασία, μας παρέχει μια άλλη πτυχή της παραδοσιακής πολιτιστικής μεταφοράς από την Κρήτη στην Αίγινα κατά τη ΜΕΧ. 
Το γεγονός ότι αυτή η τεχνική, υποθέτοντας ότι τα αποσπασματικά στοιχεία της μεγαλιθικής δομής είναι σωστά,61 φαίνεται να μεταφέρθηκε στην Αίγινα λίγο μετά την πρώτη της χρήση στην Κρήτη, {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 84}μπορεί να θεωρηθεί μια πολύ χαρακτηριστική πτυχή για την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ αυτών των δύο νησιών, ειδικά επειδή αυτή η διαδικασία φαίνεται να επαναλαμβάνεται με το εξέχον μακρύ σπαθί από τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας (βλ. παρακάτω). Τα παλαιότερα στοιχεία για την παραγωγή πορφύρας στην Αργολίδα χρονολογούνται ήδη στην περίοδο των λακκοειδών τάφων και, ως εκ τούτου, είναι σαφώς νεότερα από τα παλαιότερα στοιχεία στην Αίγινα.62

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές οι σχέσεις μεταξύ Κρήτης και Αίγινας, που βασίζονται σε εντατικές ανταλλαγές, όχι μόνο έχουν βρει τον δρόμο τους στον υλικό πολιτισμό με πολλούς τρόπους, αλλά έχουν επίσης αφήσει προφανώς το στίγμα τους στη μυθολογία - σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί η ιστορία της Δίκτυννας/Βριτόμαρτις, η οποία κατέφυγε από την Κρήτη στην Αίγινα και έγινε η θεά Αφαία.63


Η ΑΙΓΙΝΑ ΚΟΛΩΝΑ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ ΤΩΝ ΛΑΚΚΟΕΙΔΩΝ ΤΑΦΩΝ;

Εκτός από τα αντικείμενα και τις πτυχές που έχουν ήδη αναφερθεί, υπάρχουν και ορισμένα άλλα στοιχεία του κρητικού υλικού πολιτισμού που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική ανάπτυξη της περιόδου των Λακκοειδών Τάφων (ΜΕ III – ΥΜ II A) και τα οποία μπορούν να εντοπιστούν στην Αίγινα για πρώτη φορά στην ελλαδική πολιτιστική σφαίρα.64 Δεδομένου αυτού του σημείου εκκίνησης, υπάρχει μια ορισμένη πιθανότητα πολλά στοιχεία του κρητικού πολιτισμού να έφτασαν στην ελληνική ηπειρωτική χώρα μέσω του νησιού της Αίγινας. Κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος της Αίγινας στην ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε μυκηναϊκό πολιτισμό δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Σε κάθε περίπτωση, νέα χαρακτηριστικά ελιτίστικης αυτο-αναπαράστασης, όπως αυτά που μπορούν να θεωρηθούν «απόλυτα τυπικά» της επακόλουθης περιόδου των Λακκοειδών Τάφων στη γειτονική Αργολίδα, μπορούν ήδη να βρεθούν στην Αίγινα της ΜΕ II περιόδου. Από αυτή την οπτική γωνία, η συλλογή που παρουσιάζεται παρακάτω προσφέρει ένα υποστηρικτικό επιχείρημα για την υπόθεση του Jeremy Rutter ότι οι ελίτ των μυκηναϊκών λακκοειδών τάφων μπορεί να προσανατολίζονταν προς ένα αιγινίτικο μοντέλο.65 [65 Rutter 1993, 778. 790. 795. Vgl. Niemeier 1995, 77; Maran 1999, 541; Alberti 2013, 34; Tartaron 2013, 223 – 226; Voutsaki 2021, 437. 444; Wright 2021, 43.]
https://www.researchgate.net/publication/269983036_Review_of_Aegean_Prehistory_II_The_Prepalatial_Bronze_Age_of_the_Southern_and_Central_Greek_Mainland
Rutter, J. B. 1993. "Review of Aegean Prehistory II. The Prepalatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland," AJA 1993, pp. 745 – 797.

Ο ›ΛΑΚΚΟΕΙΔΗΣ ΤΑΦΟΣ› ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ ΚΟΛΩΝΑΣ: ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

Η έντονη ανάγκη για αναπαράσταση που χαρακτηρίζει τον μυκηναϊκό πολιτισμό, η οποία αρχικά εκφράζεται πιο εμφανώς στην επίπλωση των λακκοειδών τάφων (ΜΕ III – ΥΜ II A) και στην ευρέως ορατή πρώιμη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική των θόλων (ειδικά ΥΜ II A – III A1), και στη συνέχεια στην ανακτορική αρχιτεκτονική του κάστρου και της οχύρωσης (ΥΜ III A2 – B), μπορεί να εντοπιστεί στην Αίγινα μέχρι και τη Μέση Εποχή του Χαλκού.

Εκτός από τα προαναφερθέντα οχυρωματικά τείχη και τα μεγάλα- {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 84}
Εκτός από τα προαναφερθέντα οχυρωματικά τείχη και τη μεγαλιθική κατασκευή, αυτό απεικονίζεται ιδιαίτερα εντυπωσιακά από τον λεγόμενο λακκοειδή τάφο της Κολώνας της Αίγινας, ο οποίος είναι ένα αρχικά ευδιάκριτο, πέτρινο ταφικό μνημείο.66 Αυτό το ταφικό συγκρότημα, διαστάσεων περίπου 1 × 3 μ., το οποίο πιθανότατα κατασκευάστηκε προς το τέλος της ΜΕ περιόδου II67 κοντά στην νότια κύρια πύλη εισόδου ακριβώς μπροστά από το οχυρωματικό τείχος του προαστίου που ανήκει στην Πόλη IX (Εικ. 2), αντιπροσωπεύει την παλαιότερη ένδειξη ταφής στην οποία ο άνδρας νεκρός θάφτηκε με ένα πλήρες σύνολο όπλων: Αποτελείται από ένα δόρυ, ένα σπαθί, έξι αιχμές βελών, ένα στιλέτο και πιθανώς μια πρώιμη μορφή του κράνους χαυλιόδοντα αγριόχοιρου, για το οποίο είχαν σκοτωθεί περίπου 25 αγριόχοιροι.68 Αυτό περιλαμβάνει όπλα για μάχη σώμα με σώμα, μάχη από απόσταση και μάχη μεγάλης εμβέλειας. Επιπλέον, ο νεκρός θάφτηκε με ένα διάδημα μήκους 45 εκατοστών από χρυσό φύλλο με ανάγλυφη διακόσμηση, δύο χάλκινα μαχαίρια διαφορετικών μεγεθών, ένα χάλκινο ξυράφι διακοσμημένο στους ώμους με κεφάλι αγριόχοιρου από χρυσό φύλλο, και μια σειρά από πήλινα αγγεία. Μεταξύ των τελευταίων δεν υπήρχαν μόνο τοπικά προϊόντα αλλά και σαφείς εισαγωγές από την Κρήτη (ένας σκύφος γέφυρας σε ρυθμό Καμάρας) και τις Κυκλάδες (συμπεριλαμβανομένων τριών κανατών με στόμιο και μιάς μηλιακής φιάλης με εικονιστική διακόσμηση).

Αυτή η μορφή κτερισμάτων, που κατέστη δυνατή χάρη στη στενή επαφή μεταξύ των ελίτ της Κολώνας και των ξένων ελίτ, ή χάρη στην πρόσβαση στα κτερίσματα κύρους τους, ξεχωρίζει σημαντικά μεταξύ των τάφων των περιόδων ΜΕ Ι και ΜΕ ΙΙ, καθώς στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν εφοδιασμένοι είτε με λίγα μόνο πήλινα αγγεία είτε παρέμειναν εντελώς χωρίς κτερίσματα. Ενώ η προέλευση ή η έμπνευση για την παραγωγή των περισσότερων κτερισμάτων στον «λακκοειδή τάφο» βρίσκεται σαφώς εκτός της Αίγινας και της ελλαδικής [Helladic] πολιτιστικής σφαίρας, αυτό δεν ισχύει για την πρακτική της εναπόθεσής τους στον τάφο: Αυτή η μορφή «αυτοαναπαράστασης» που σκηνοθετείται από τον πενθούντα ενός εκλιπόντος μέλους της αριστοκρατίας, του οποίου η υψηλή θέση τονίζεται από πολυάριθμα κτερίσματα κύρους, δεν μπορεί να προέρχεται άμεσα ούτε από τα μινωικά ούτε από τα κυκλαδικά μοντέλα.72 {72 So Maran 1999, 539. Vgl. auch Voutsaki 1999, 113: "Στην ηπειρωτική χώρα η έκθεση λαμβάνει χώραν στη νεκρική σφαίρα, ενώ στην Κρήτη και τις Κυκλάδες η διαφοροποίηση επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της οικιακής αρχιτεκτονικής"} Αντίθετα:
Ο συνδυασμός των κτερισμάτων, που προσδιορίζει τον εκλιπόντα τόσον ως πολεμιστή (πλήρες σύνολο όπλων) όσον και ως μέλος της αριστοκρατίας (χρυσό διάδημα), ο οποίος είτε διατηρούσε ο ίδιος εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις είτε τουλάχιστον είχε πρόσβαση στην ανταλλαγή αγαθών (εισαγωγές κεραμικών από την Κρήτη και τις Κυκλάδες) και ο οποίος απολάμβανε έναν εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής. {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 85}
Αντιθέτως:

Ο συνδυασμός των κτερισμάτων, που προσδιορίζει τον νεκρό ως πολεμιστή (πλήρες σύνολο όπλων) και ως μέλος της ελίτ (χρυσό διάδημα), ο οποίος είτε διατηρούσε ο ίδιος εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις είτε τουλάχιστον είχε πρόσβαση στην ανταλλαγή αγαθών (εισαγωγές κεραμικών από την Κρήτη και τις Κυκλάδες) και για τον οποίο ένας υψηλός τρόπος ζωής ήταν σημαντικός (ξυράφι, αποκλειστικά σκεύη πόσης), αποτελεί απόλυτη καινοτομία.73 Η επίδειξη κύρους που χαρακτηρίζει την περίοδο των λακκοειδών τάφων (αν και στους τάφους του Ταφικού Κύκλου Β και ιδιαίτερα του Ταφικού Κύκλου Α στις Μυκήνες σε μια εντελώς διαφορετική «διάσταση ως προς το εύρος και τη σύνθεση των κτερισμάτων), στην οποία αντικατοπτρίζεται η άνοδος μιας πολεμικής, κοινωνικά ανώτερης ελίτ,74 η οποία συνειδητά επιδιώκει να διακριθεί από τα προηγούμενα ταφικά έθιμα, γίνεται έτσι απτός για εμάς για πρώτη φορά σε σχέση με αυτόν τον «λακκοειδή τάφο» από την Κολώνα της Αίγινας.

Αυτή η επίδειξη κύρους και πλούτου από την κοινωνική ελίτ έχει μακρά παράδοση στην Κολώνα, η οποία αρχικά εκδηλώθηκε από τα ογκώδη οχυρωματικά τείχη, τα οποία παρέμειναν απαράμιλλα στην ελλαδική πολιτιστική σφαίρα κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού και, ανεξάρτητα από τον οχυρωματικό τους σκοπό, μπορούν επίσης να νοηθούν ως έκφραση δύναμης που διαμορφώνει την ταυτότητα.75 Στη συνέχεια, αυτή η έντονη τάση προς την αναπαράσταση είναι επίσης εμφανής στο μεγαλιθικό κτίριο, το οποίο, λόγω του μεγέθους, της κατασκευής και της συνολικής του διάταξης, αυτοπροσδιορίζεται ως έδρα μιας τοπικής αρχής στο κέντρο του προϊστορικού κέντρου της πόλης,76 σε μια κλίμακα που είναι μοναδική σε ολόκληρη τη ΜΕ περίοδο για την ηπειρωτική Ελλάδα. Αυτή η αυτοαντίληψη μπορεί επίσης να συνδεθεί με την εξαιρετική εναπόθεση κτερισμάτων, όπως τεκμηριώνεται στον «λακκοειδή τάφο» της Κολώνας της Αίγινας. Με αυτά τα κτερίσματα, μια εξέλιξη προς μια ολοένα και πιο εξατομικευμένη αναπαράσταση - που επιτεύχθηκε μόνο σε στοιχειώδη μορφή και επιτεύχθηκε μέσω της προσθήκης μεμονωμένων αντικειμένων κύρους - φτάνει σε μια εκπληκτική και, σε αυτή τη διάσταση, εντελώς απροσδόκητη προκαταρκτική κορύφωση.77

ΣΠΑΘΙ ΜΕ ΓΛΩΣΣΑ, ΧΡΥΣΟ ΔΙΑΔΗΜΑ ΚΑΙ ΛΕΠΙΣ

Μεταξύ των ευρημάτων από τον "λακκοειδή τάφο", μπορεί να θεωρηθεί η ακολουθία μιας εξέλιξης που ξεκίνησε από την Κρήτη και προφανώς έφτασε στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Αίγινας, ιδιαίτερα με βάση το μακρύ χάλκινο σπαθί, το χρυσό διάδημα και το περίτεχνα διακοσμημένο ξυράφι.

Τα παλαιότερα στοιχεία μέχρι σήμερα για σπαθιά τύπου Α προέρχονται από έναν θησαυρό που βρέθηκε στην περιοχή του Ανακτόρου των Μαλίων στην κεντρική Κρήτη κατά τον Μεσαίωνα II. Η Κρήτη θεωρείται γενικά η περιοχή προέλευσης αυτού του όπλου.78 Το χάλκινο σπαθί μήκους σχεδόν 80 cm από τον Αιγινίτικο 'λακκοειδή τάφο' (Εικ. 8) - με κεντρική νεύρωση και ιδιόμορφη σταυροειδή θέση της λαβής, που θυμίζει παλαιότερα σπαθιά με πλάκα λαβής {....ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 87} Τα πριτσίνια, τρία εκ των οποίων βρίσκονται στoν κώλανο (tang) και πεντε στην λαβή (grip)79 – είναι ο παλαιότερος εκπρόσωπος αυτού του τύπου που έχει βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων των παρακείμενων νησιών).80 Αυτή η χρονολογική ακολουθία στοιχείων για τα σπαθιά τανγκ, καθώς και στοιχείων για την παραγωγή πορφυρής βαφής, υποδηλώνει το συμπέρασμα ότι μια καινοτομία – είτε το ίδιο το σπαθί είτε ακόμα και η τεχνική κατασκευής του – μεταφέρθηκε από την Κρήτη στην Αίγινα λίγο μετά την εφεύρεσή του. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μακριά σπαθιά, σε αντίθεση με τα μαχαίρια, τα στιλέτα, τα βέλη ή τα δόρατα, ήταν τα πρώτα αντικείμενα στην ανθρώπινη ιστορία που χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για μάχη, η εκτίμηση και ο θαυμασμός που πρέπει να είχαν δείξει αυτά τα καινοτόμα αντικείμενα κύρους δεν μπορούν να υπερεκτιμηθούν. Το μακρύ σπαθί ήταν το πιο σύγχρονο και εξαιρετικά αποτελεσματικό όπλο στη Μέση Εποχή του Χαλκού, απαιτώντας μεγάλη ποσότητα χαλκού και σύνθετες τεχνικές γνώσεις για την κατασκευή του:
Ήταν το όπλο της υψηλότερης ελίτ.81 Στην περίπτωση του σπαθιού της Αίγινας, αυτό το γεγονός τονίζεται περαιτέρω από το εντυπωσιακό μήκος της λεπίδας και τον πολύτιμο σχεδιασμό της λαβής, η οποία ήταν διακοσμημένη με χρυσό φύλλο και είχε μια ελεφαντόδοντο λαβή.82 Το γεγονός ότι η Κρήτη, το κορυφαίο νησί στη Μέση Εποχή του Χαλκού στην παραγωγή όπλων και την ανάπτυξη νέων τύπων όπλων,82 μοιραζόταν αυτόν τον νέο τύπο όπλου, ή ίσως ακόμη και τη γνώση της παραγωγής του, με την Αίγινα,83 ρίχνει σημαντικό φως στο πώς πρέπει να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ αυτών των δύο νησιών. {....ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 88} Στην Αίγινα, ωστόσο, αυτό το όπλο δεν υιοθετείται απλώς, αλλά, και αυτό είναι καινούργιο, χρησιμοποιείται ως ταφικό κτέρισμα. Το σπαθί δεν εμφανίζεται ως ενιαίο κομμάτι, αλλά ως εξέχον μέρος ενός πλήρους συνόλου επιθετικών όπλων, το οποίο, εκτός από το μακρύ χάλκινο σπαθί, αποτελείται από ένα χάλκινο
στιλέτο, έξι αιχμές βελών από οψιδιανό και μια χάλκινη ακίδα δόρατος με διπλή λαβή. Η τελευταία είναι ένας μεταβατικός τύπος μεταξύ μιας φυλλόσχημης αιχμής δόρατος και μιας αιχμής δόρατος με υποδοχή, της οποίας η προέλευση είναι επίσης πολύ πιθανό να βρεθεί στην Κρήτη, και της οποίας τα παλαιότερα στοιχεία συμπίπτουν με τα παλαιότερα στοιχεία για το σπαθί με λαβή και γλώσσα, χρονολογούμενα έτσι στην ΜΜ ΙΙ περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μια συγκρίσιμη αιχμή δόρατος βρέθηκε μέσα στη μεγαλιθική κατασκευή στην Κολώνα,86 η οποία σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη άμεσης σχέσης μεταξύ της μεγαλιθικής κατασκευής και του τάφου με το φρεάτιο - μια σχέση που δεν είναι απίθανη από μόνη της.

Δεδομένου ότι τα δόρατα ή τα σπαθιά δεν τεκμηριώνονται ως κτερίσματα σε τάφους της πρώιμης Μέσης Εποχής του Χαλκού στην Πελοπόννησο, την Κεντρική Ελλάδα ή την Κρήτη,87 η εναπόθεση αυτών των συμβολικών όπλων επίθεσης στην Κολώνα της Αίγινας αντιπροσωπεύει σαφώς μια νέα μορφή ελιτίστικης σκηνοθεσίας, η οποία διακρίνεται συνειδητά από τις παλαιότερες παραδόσεις. Εκτός από τα χάλκινα σπαθιά, διαδήματα από χρυσό φύλλο συγκαταλέγονται επίσης στα κτερίσματα από τους λακκοειδείς τάφους των Ταφικών Κύκλων Β και Α στις Μυκήνες, τα οποία αντικατοπτρίζουν μια ιδιαίτερη θέση και έχουν εύστοχα περιγραφεί από τη Michaela Zavadil ως «διάσημα / διακρίματα μιας ελίτ».88 Και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει τουλάχιστον ένας, και πιθανώς αρκετοί, πρόδρομοι στην Αίγινα, οι οποίοι με τη σειρά τους φαίνεται να αντλούν από μια πιο μακρινή παράδοση στην Κρήτη.89 Όπως έχει δείξει σαφώς ο Zavadil σε έναν χάρτη κατανομής χρυσών διαδημάτων της Εποχής του Χαλκού,90 αυτή η μορφή κοσμήματος μπορεί να ανιχνευθεί στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στην περιοχή του Αιγαίου, με στοιχεία από την Πρώιμη και την Πρώιμη Μέση Εποχή του Χαλκού να είναι γνωστά κυρίως από την Κρήτη.91 Από τον ελλαδικό πολιτιστικό χώρο, μόνο ένα άλλο παράδειγμα είναι γνωστό από τις δύο πρώτες φάσεις της Μέσης Εποχής του Χαλκού εκτός από το διάδημα από την Αίγινα - δηλαδή, από έναν κιβωτιόσχημο τάφο από την Ασίνη που χρονολογείται στα τέλη της Μέσης Εποχής του Χαλκού II/Μέση Εποχή του Χαλκού III.92 Αυτό το διάδημα, όπως και το παράδειγμα μήκους 45 cm από την Αίγινα, παρουσιάζει {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 89}
92. Αυτό το διάδημα, όπως και το παράδειγμα από την Αίγινα μήκους 45 εκατοστών, διαθέτει ανάγλυφη διακόσμηση, αλλά με μήκος λίγο κάτω από 25 εκατοστά, είναι σημαντικά μικρότερο. Επιπλέον, προέρχεται από έναν μάλλον μικρό κιβωτιόσχημο τάφο, στον οποίο ήταν θαμμένος και ένας άνδρας, αλλά στον οποίο, σε αντίθεση με τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας, δεν είχαν τοποθετηθεί άλλα κτερίσματα.
Τα χρυσά διαδήματα μαρτυρούνται συχνότερα μόνο από την αρχή της περιόδου των λακκοειδών τάφων, με τα ευρήματα από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών να είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτα. Μεμονωμένα παραδείγματα μπορούν επίσης να αναφερθούν από το Άργος, την Κόρινθο, την Πύλο και την Περιστέρια.93. Το στενό χρυσό διάδημα από τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας, καθώς και πιθανώς δύο άλλα τυπικά συγγενικά παραδείγματα από τον «θησαυρό της Αίγινας», τα οποία θα συζητηθούν λεπτομερέστερα παρακάτω, προηγούνται των εν μέρει στενά συγγενικών παραδειγμάτων από τις Μυκήνες. 94.

Αυτό το εύρημα ισχύει και για το διακοσμημένο δίκοπο χάλκινο ξυράφι, το οποίο σχετίζεται στενά με τα ξυράφια της Παλαιοανακτορικής περιόδου από την Κρήτη και μεταβαίνει σε τύπους τάφων με λακκούβα στην ηπειρωτική Ελλάδα.95 Ενώ δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί οριστικά παραδείγματα στην ηπειρωτική Ελλάδα από την Πρωτοελλαδική ή την Πρώιμη ΜΕ περίοδο, τα ξυράφια - όπως σπαθιά, στιλέτα, μεταλλικά σκεύη και κοσμήματα - αποτελούν τυπικό συστατικό των πλούσια διακοσμημένων τάφων από την περίοδο των λακκούβας.96 Οι ανάγλυφες, τρισδιάστατες κεφαλές αγριογούρουνου από χρυσό φύλλο στους ώμους της πλάκας λαβής του ξυραφιού από τον Αιγινίτικο «λακκοειδή τάφο»  είναι, μέχρι σήμερα, ασύγκριτες στην ηπειρωτική Ελλάδα σε όλη τη ΜΕ περίοδο,97 και καμία τέτοια διακόσμηση δεν είναι γνωστή μεταξύ των πολυάριθμων ευρημάτων από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.98 Ένα συγκρίσιμο κάλυμμα λαβής από χρυσό φύλλο με κεφαλές ζώων στραμμένες προς τα πάνω βρίσκεται μόνο στους ώμους ενός σπαθιού με λαβή γλώσσας από την ΠΕΧ Ι, από τον Τάφο Δέλτα του Ταφικού Κύκλου Β στις Μυκήνες.99 Στην Κρήτη, ωστόσο, η τεχνική του Η ανάγλυφη διακόσμηση μαρτυρείται ήδη από την ΠΕΧ. Η ανάγλυφη χρυσή πλάκα χρησιμοποιείται τακτικά για τη διακόσμηση των λαβών των τελετουργικών όπλων τουλάχιστον από την ΠΕΧ II.100

Άλλα τυπικά στοιχεία της πλούσιας επίπλωσης των λακκοειδών τάφων, όπως μεταλλικά σκεύη, διακοσμημένα στρογγυλά χρυσά φύλλα (τα οποία, λόγω των διατρήσεών τους, αρχικά πιθανότατα ήταν ραμμένα σε υφάσματα) ή περιδέραια με χρυσές ανάγλυφες χάντρες, δεν εναποτέθηκαν στον λακκοειδή τάφο της Αίγινας, αλλά αποτελούν μέρος του Θησαυρού της Αίγινας.101 Ορισμένα αντικείμενα από αυτό το εξαιρετικό εύρημα, των οποίων η χρονολόγηση, η ακριβής τοποθεσία εύρεσης και το αρχαιολογικό πλαίσιο δεν μπορούν να προσδιοριστούν με βεβαιότητα, αλλά τα συστατικά τους, τουλάχιστον ως επί το πλείστον, φαίνεται να προηγούνται των ευρημάτων από τους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών102, θα εξεταστούν λεπτομερέστερα παρακάτω.93  {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 90}

ΕΞΩΑΙΓΑΙΑΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ: Ο ›ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ›

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των κτερισμάτων των μυκηναϊκών λακκοειδών τάφων είναι η δυνατότητα και η προθυμία απορρόφησης εξωαιγαιακών επιρροών, οι οποίες, στην περίπτωση αντικειμένων και εικονογραφικών στοιχείων από την Αίγυπτο ή την Ανατολική Μεσόγειο, έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) μέσω της Κρήτης.103 Αυτό αποδεικνύεται πιο καθαρά από εισαγωγές όπως τα μερικώς εικονιστικά διακοσμημένα αυγά στρουθοκαμήλου ή αλαβάστρινα αγγεία, τα οποία, αν και αρχικά από την Αίγυπτο, τροποποιήθηκαν αργότερα στην Κρήτη πριν φτάσουν τελικά στις Μυκήνες.104 Επιπλέον, αυτή η ακολουθία πολιτισμικής μεταφοράς μπορεί επίσης να θεωρηθεί πιθανή για μεμονωμένα μοτίβα εικονιστικών αναπαραστάσεων των οποίων η προέλευση βρίσκεται σαφώς εκτός Αιγαίου και πιθανώς έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Κρήτης: Τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα είναι δύο χρυσά φύλλα από τον λακκοειδή τάφο III της ομάδας τάφων Α, τα οποία δείχνουν μια εντελώς γυμνή γυναίκα περιτριγυρισμένη από πουλιά, να κρατάει το στήθος της.105 Δεδομένου ότι η απεικόνιση πλήρους γυμνότητας αποφεύγεται γενικά στην αιγαιακή οπτική γλώσσα,106 μπορεί να υποτεθεί ότι αυτή η αναπαράσταση επηρεάστηκε από τα μοντέλα της γυμνής θεάς της γονιμότητας της Εγγύς Ανατολής. συνοδευόμενο από πουλιά. Παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί και για τη χρυσή διακόσμηση μιας ασημένιας περόνης, επίσης από τον τάφο III, η οποία, εκτός από μια γυναίκα με μινωική ενδυμασία, δείχνει στοιχεία που παραπέμπουν σαφώς στην Αίγυπτο, όπως τα άνθη παπύρου ή τους μικρούς κύκλους που τα περιβάλλουν.107 {Karo 1930, 54 f. Nr. 75 Taf. 30; Gates 1989, 221; Hiller 2009, 36.} [G. Karo, Die Schachtgräber von Mykenai (München 1930)] {https://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/karo1930bd1}Εάν η υπόθεση ότι τα εξαιρετικά ευρήματα του ›Θησαυρού της Αίγινας› αποτελούνται από κτερίσματα τάφων από έναν ή περισσότερους τάφους της – αρχαιολογικά μέχρι στιγμής άγνωστης – νεκρόπολης της Κολώνας της Αίγινας της Μέσης Εποχής του Χαλκού108 είναι σωστή, τότε αυτό θα αποδείκνυε ότι η Αίγινα προηγήθηκε των Μυκηνών στην υποδοχή αιγυπτιακών, λεβαντινών και εγγύς ανατολικών επιρροών μέσω της Κρήτης109: Για στυλιστικούς λόγους, φαίνεται σίγουρα αρκετά πιθανό ότι τουλάχιστον η πλειονότητα των κοσμημάτων, τα οποία είναι κατασκευασμένα κυρίως από χρυσό, αλλά και από ορεία κρύσταλλο, αμέθυστο, καρνεόλη, ίασπι και λάπις λάζουλι και, ανεξάρτητα από την ισχυρή συγγένειά τους με τη μινωική πολιτιστική σφαίρα, δείχνει σαφώς μια σύνδεση Εγγύς Ανατολής-Λεβαντίνης ή Αιγύπτου, μπορεί να χρονολογηθεί πριν από την περίοδο του λακκοειδούς τάφου110. Γίνεται ρητή αναφορά σε (1) ένα χρυσό μενταγιόν, πιθανότατα κατασκευασμένο στην Κρήτη, που απεικονίζει έναν «Άρχοντα των Θηρίων» που έχει αρπάξει δύο υδρόβια πτηνά από τον λαιμό και το οποίο διαθέτει πολλά στοιχεία που τελικά παραπέμπουν στην Αίγυπτο και την περιοχή της Λεβαντίνης111, και σε (2) τέσσερα σχεδόν πανομοιότυπα κοσμήματα (σκουλαρίκια;) κατασκευασμένα από χρυσό και καρνεόλη, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν επίσης στην Κρήτη και το καθένα απεικονίζει δύο φίδια που αγγίζονται- {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 91}
Γίνεται ρητή αναφορά σε (1) ένα χρυσό μενταγιόν, πιθανότατα κατασκευασμένο στην Κρήτη, που απεικονίζει έναν «Άρχοντα των Θηρίων» που έχει αρπάξει δύο υδρόβια πτηνά από τους λαιμούς και το οποίο παρουσιάζει πολλά στοιχεία που τελικά παραπέμπουν στην Αίγυπτο και την περιοχή της Λεβαντίνης111, σε (2) τέσσερα σχεδόν πανομοιότυπα κοσμήματα (σκουλαρίκια;) από χρυσό και καρνεόλη, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν επίσης στην Κρήτη και, εκτός από δύο κεφάλια φιδιών που ακουμπούν και σκύλους που κοιτούν να αγγίζουν τα ρύγχη τους, απεικονίζουν δύο πιθήκους που κάθονται πλάτη με πλάτη, κάτι που σαφώς προέρχεται από αιγυπτιακά ή λεβαντίνικα μοντέλα112, και σε (3) ένα κολιέ που αποτελείται από έντεκα χάντρες από διαφορετικά υλικά (χρυσός, καρνεόλη, λάπις λάζουλι) που απεικονίζουν στήθη που πιάνονται από ένα χέρι113. Αυτό το μοτίβο, το οποίο εμφανίζεται επίσης στα προαναφερθέντα
δύο χρυσά ελάσματα από τον λακκοειδή τάφο III της ομάδας τάφων Α, και το οποίο πρέπει να γίνει κατανοητό ως συμβολική έκφραση γονιμότητας και μετάδοσης της ζωής και σαφώς προέρχεται από την Εγγύς Ανατολή,114 προφανώς έφτασε στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Κρήτης (και πιθανώς της Αίγινας).115 Ανεξάρτητα από την πιθανή μετάδοση αυτού του μοτίβου στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Αίγινας, ο ρόλος της Αίγινας ως πρωτοπόρου των φαινομένων της εποχής των λακκοειδών τάφων μπορεί επίσης να τεκμηριωθεί σε αυτή την περίπτωση με τη χρήση του καρνεόλη ως υλικού: Ενώ κοσμήματα κατασκευασμένα από αυτόν τον ημιπολύτιμο λίθο μαρτυρούνται στην Αίγινα τόσο από το τέλος της ΠΕΧ όσο και από τη ΜΕΧ, ο καρνεόλης εμφανίζεται στην ηπειρωτική Ελλάδα (με εξαίρεση μερικά παραδείγματα από την ΠΕΧ II) μόνο στην περίοδο των λακκοειδών τάφων.116

ΠΡΩΙΜΗ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΑΞΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΙΤ

Ενώ δεν μπορεί τελικά να ληφθεί οριστική απόφαση σχετικά με τα κοσμήματα της ο ›Θησαυρός της Αίγινας› ως προς το αν τα παραδείγματα από την Αίγινα προηγούνται αυτών των Μυκηνών, ο ηγετικός ρόλος της Αίγινας στο ενδιαφέρον για την εικονιστική έκφραση που αναδύθηκε κατά τη ΜΕΧ μπορεί να καταδειχθεί εντυπωσιακά από μια ολόκληρη σειρά παραδειγμάτων.117 Μετά από μια περίοδο που ουσιαστικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως χωρίς εικόνες,118 η ηπειρωτική Ελλάδα άρχισε σιγά σιγά να ενδιαφέρεται για τις εικονιστικές αναπαραστάσεις και τις αφηγηματικές σκηνές προς το τέλος της ΜΕ, όπως φαίνεται από μεμονωμένα παραδείγματα κεραμικής από διάφορες θέσεις στην Πελοπόννησο, την κεντρική Ελλάδα και τη Θεσσαλία, καθώς και από τα παλαιότερα εικονιστικά μνημεία από τους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών.119 Από τις αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, η επιθυμία για εικονιστικές αναπαραστάσεις φαίνεται να έχει εκραγεί. Όπως έχει εύλογα υποτεθεί με βάση τα πολυάριθμα ευρήματα από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, η απεικόνιση συμβόλων, εικονιστικών μοτίβων και αφηγηματικών σκηνών χρησίμευε ως έκφραση που διαμορφώνει την ταυτότητα μιας συγκεκριμένης ελιτίστικης τάξης.120
{ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 92}
Η Κολώνα της Αίγινας έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, καθώς αυτός ο οικισμός προμηνύει για άλλη μια φορά ένα φαινόμενο της περιόδου των λακκοειδών τάφων: Τα πρώτα κεραμικά στοιχεία εικονιστικής τέχνης από την Αίγινα, τα οποία μπορούν σαφώς να αποδοθούν στην περίοδο της Μεσοελλαδικής ΙΙ περιόδου με βάση τόσο την τυπολογική όσο και την στυλιστική εξέλιξη, καθώς και μια σύγκριση με μη εικονιστική, ματ βαφή κεραμική από στρωματοποιημένα περιβάλλοντα,121 εμφανίζονται κυρίως σε μεγάλα, ματ βαφή αποθηκευτικά αγγεία από τοπικό πηλό, τα οποία αναμφίβολα χρησίμευαν ως σύμβολα κύρους μιας ελίτ που θησαύριζε.122 Εκτός από τα ίδια τα αγγεία, η απεικόνιση μεγάλων πλοίων με εκτεταμένα πληρώματα, που χρησίμευαν τόσο ως κωπηλάτες για την πρόωση των πλοίων όσο και ως πολεμιστές για επιδρομές ή άμυνα, υποδηλώνει μια σίγουρη επίδειξη των διαθέσιμων πόρων.123

Επιπλέον, αυτές οι απεικονίσεις, οι οποίες αντανακλούν τη σημασία της ναυσιπλοΐας και πιθανώς της πειρατείας124 για το νησί της Αίγινας, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμεύσει ως έμπνευση για την λεπτομερή αναπαράσταση του πολέμου, η οποία αποτελεί κεντρικό θέμα στην πρώιμη μυκηναϊκή τέχνη125. Ένα άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο της πρώιμης μυκηναϊκής τέχνης, το κυνήγι άγριων ζώων,126 δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί στην Αίγινα, αλλά τα αρχαιοζωολογικά ευρήματα από την περίοδο MH II της μεγαλιθικής κατασκευής, στο στρώμα πλήρωσης της οποίας μαζί με έναν μεγάλο αριθμό οστών από τα πιο σημαντικά οικόσιτα ζώα (πρόβατα, κατσίκες, χοίροι και βοοειδή), λιονταριού, αγριόχοιρου και πιθανότατα βούβαλου, καθώς και and ζαρκαδιού (roe deer), κόκκινου ελαφιού (red deer),και ελαφιού πλατωνιού (fallow deer), έχουν ανακαλυφθεί,127 μαρτυρούν ότι το κύρος κυνήγι άγριων ζώων (μερικά από τα οποία σίγουρα δεν ήταν ιθαγενή στην Αίγινα) χρησιμοποιούνταν ήδη από τις ελίτ της Αίγινας ως πρακτική διαμόρφωσης ταυτότητας στη ΜΕΧ.

Μεταξύ των τεκμηριωμένων μοτίβων, μπορούν να αναφερθούν μοντέλα σε μινωικούς σφραγιδόλιθους από την Πρώιμη Ανακτορική Περίοδο τόσο για την απεικόνιση του τύπου του πλοίου στον «πίθο πλοίου» ύψους σχεδόν 80 cm (Εικ. 9), ο οποίος ανακατασκευάστηκε από πολλά θραύσματα, όσο και για τις λεπτομέρειες της απεικόνισης των ανθρώπινων μορφών σε θραύσματα άλλων αποθηκευτικών αγγείων.128 Μοτίβα όπως το Ge- φαίνεται επίσης να έχουν εμπνευστεί από τον κρητικό εικονογραφικό κόσμο. {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 93}
Μεταξύ των τεκμηριωμένων μοτίβων, μπορούν να αναφερθούν μοντέλα σε μινωικούς σφραγιδόλιθους από την Πρώιμη Ανακτορική περίοδο, τόσο για την απεικόνιση του τύπου του πλοίου στον «πίθο πλοίου» ύψους σχεδόν 80 εκατοστών (Εικ. 9), ο οποίος ανακατασκευάστηκε από πολλά θραύσματα, όσο και για τις λεπτομέρειες της απεικόνισης των ανθρώπινων μορφών σε θραύσματα άλλων αποθηκευτικών αγγείων.128 Μοτίβα όπως το σχέδιο σε δύο κυλινδρικά αντικείμενα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σε λάκκο που περιείχε μεγάλες ποσότητες κεραμικής της ΜΕ II και ΜΕ III κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην περιοχή της μεγαλιθικής κατασκευής στο νότιο λόφο, φαίνεται επίσης να βασίζονται σε έμπνευση από τον κρητικό εικονογραφικό κόσμο.129 Αυτά τα αντικείμενα, κατασκευασμένα από τοπικό αιγαιακό πηλό, είναι μια κυλινδρική σφραγίδα (αρνητική εικόνα: Εικ. 10α· σύγχρονη αποτύπωση: Εικ. 10β) και ένας υπερυψωμένος κύλινδρος σφραγίδας (θετική εικόνα: Εικ. 11). Και τα δύο είναι πολύ σπάνια στον υλικό πολιτισμό της Αιγαιακής ΕΧ, αλλά τα μοτίβα και το σχέδιό τους είναι γνωστά από τα μινωικά γλυπτά: Για την απεικόνιση καθιστών μορφών με τεντωμένα ή υψωμένα χέρια, καθώς και για την αναπαράσταση σκορπιών με υψωμένες ουρές ή τετράποδων, καλές παραλληλίες σε μια σχετική στυλιστική γλώσσα μπορούν να βρεθούν σε σφραγιδόλιθους και αποτυπώματα σφραγίδων της ΜΜ περιόδου.130

Ανεξάρτητα από την ακριβή χρήση αυτών των ασυνήθιστων αντικειμένων, φαίνεται σαφές ότι θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο σύνθετων διοικητικών διαδικασιών και επομένως να συνδεθούν με μια υψηλόβαθμη κοινωνική αριστοκρατία.

Αυτό ισχύει και για τις απεικονίσεις σε κεραμικά, τα οποία είναι κυρίως μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία που συνδέονται με ένα ορισμένο επίπεδο πλούτου. Η χρήση σφραγίδων για διοικητικούς σκοπούς, η εμφάνιση της εικονιστικής τέχνης και τα στοιχεία για μεγάλης κλίμακας αποθήκευση είναι όλες πτυχές που μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικές της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου στην Κρήτη, αλλά για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία στην ηπειρωτική Ελλάδα στις δύο πρώτες φάσεις της ΜΕ περιόδου.131 Με βάση αυτά τα στοιχεία, φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι στην Αίγινα, υπό την επιρροή της Κρήτης, οι εικονιστικές απεικονίσεις χρησίμευαν ως έκφραση ελιτίστικων αξιών και μιας ελιτίστικης αυτοεικόνας.132 Εάν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, η Αίγινα Κολώνα προηγείται των Μυκηνών και από αυτή την άποψη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ΑΙΓΙΝΑ ΚΟΛΩΝΑ ΩΣ ΜΕΓΑΛΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΩΝ «ΜΥΚΗΝΩΝ»;

Από τις προηγούμενες εξηγήσεις, γίνεται σαφές ότι γινόμαστε μάρτυρες πολυάριθμων φαινομένων χαρακτηριστικών της Ελλάδας της περιόδου των λακκοειδών τάφων, στην οποία η άνοδος μιας πολεμοχαρούς ή κοινωνικά προηγμένης τάξης, συνδεδεμένης συνειδητά με την αρχαία-
[ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 94]

Από την προηγούμενη συζήτηση, είναι σαφές ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε, για πρώτη φορά στην Αίγινα, πολυάριθμα φαινόμενα χαρακτηριστικά της Ελλάδας της περιόδου των λακκοειδών τάφων, που αντανακλούν την άνοδο μιας πολεμοχαρούς ή κοινωνικά ανώτερης ελίτ που συνειδητά διασπάστηκε από παλαιότερες παραδόσεις.

Ωστόσο, αυτό που δεν βρίσκεται στην Αίγινα Κολώνα της Μέσης Εποχής του Χαλκού - με εξαίρεση τα πέτρινα σφυριά και τους κέρνους133 - είναι παραδείγματα αντικειμένων και συμβόλων που χρησιμοποιούνται σε λατρευτικό πλαίσιο στην Κρήτη, όπως αυτά που βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών134. Προφανώς, η Αιγινήτικη ελίτ - όπως και η ομάδα ανθρώπων που ανήκουν στον Ταφικό Κύκλο Β των Μυκηνών - δεν ενδιαφερόταν για τέτοια αντικείμενα135. Ίσως οι Αιγινήτικες ελίτ δεν αναγνώρισαν επίσης τη δυνατότητα χρήσης θρησκευτικών συμβόλων και την οικειοποίηση αντικειμένων που παίζουν σημαντικό ρόλο σε θρησκευτικές τελετουργίες - όπως η έκχυση σπονδών χρησιμοποιώντας περίτεχνα σχεδιασμένα ή/και πολύτιμα μεταλλικά ρυτά136 - για να θέσουν την ιδεολογική βάση για μια επιτυχημένη παράδοση διακυβέρνησης137. Και αυτό θα μπορούσε να ήταν τουλάχιστον ένας λόγος για την έλλειψη συνέχισης της ανάπτυξης που ξεκίνησε με τον Αιγινήτικο «λακκοειδή τάφο» ή για την επιτυχία της ομάδας ανθρώπων που θάφτηκαν στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών. Ενώ μέχρι στιγμής έχει ανακαλυφθεί στην Κολώνα μόνο μία ταφική τοποθεσία ελίτ με ένα μόνο άτομο,138 ο Ταφικός Κύκλος Α των Μυκηνών όχι μόνο περιλαμβάνει πολυάριθμες ταφές που εκτείνονται σε μεγαλύτερη χρονική περίοδο,
αλλά περιέχει επίσης πλήθος κτερισμάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ομάδα των ανθρώπων που θάφτηκαν σε αυτούς τους τάφους προφανώς κατάφερε να επιδείξει μια ιδιαίτερη σύνδεση με τους θεούς και να ενισχύσει ιδεολογικά την υψηλή τους θέση, οικειοποιούμενη θρησκευτικά αντικείμενα και θρησκευτικά επηρεασμένο συμβολισμό139 ως μέσο επικοινωνίας.140 Μέσω του συνδυασμού της αυτοαναπαράστασης των ελίτ και της χρήσης εικόνων και αντικειμένων για ιδεολογικούς σκοπούς, μια πρακτική που υιοθετήθηκε από την κοινωνία των ανακτόρων της Κνωσού, οι μυκηναϊκές ελίτ σημείωσαν μακροπρόθεσμη επιτυχία. Η πρώτη επαφή μεταξύ Μυκηνών και Κνωσού, αυτών των δύο κέντρων του αιγαιακού κόσμου, που συνδέονταν με μια «ειδική σχέση»141, θα μπορούσε, με βάση τα αρχαιολογικά στοιχεία, να έγινε μέσω της Αίγινας, αν και η ακριβής πορεία αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια λόγω των περιορισμένων στοιχείων για τις ΜΕ Μυκήνες πριν από την περίοδο των λακκοειδών τάφων. Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος της Αίγινας στη διαμόρφωση της [ελίτ], που υποστηρίζεται από μια νεοαναδυόμενη ελίτ, μου φαίνεται {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 95} Σε κάθε περίπτωση, με βάση τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο, μου φαίνεται ότι ο ρόλος της Αίγινας στην ανάπτυξη του υλικού πολιτισμού της ηπειρωτικής Ελλάδας, ο οποίος περιγράφεται ως «μυκηναϊκός», δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Εάν αυτές οι σκέψεις είναι σωστές, η Αίγινα Κολώνα μπορεί να περιγραφεί ως η «μεγάλη αδελφή» των Μυκηνών, η οποία ξεπεράστηκε και στη συνέχεια επισκιάστηκε από την πρώην «μικρότερη αδελφή» της κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου.

Εικ. 3α: Θραύσμα μινωικού λίθινου σφυριού από λευκό μάρμαρο. Κολώνα Αίγινας, ανασκαφές προϊστορικό κέντρο πόλης (κέντρο πόλης Welter) 1992–2000. – β: Μινωικό λίθινο σφυρί από γκριζομαύρο φλεβωτό μάρμαρο. Παλιό εύρημα από την Κολώνα Αίγινας (Κλίμακα 1:2)

Εικ. 4α: Σφραγιδόλιθος από τα Μάλια της Κρήτης. Απεικόνιση αξιωματούχου με μακρύ χιτώνα που κρατά πέτρινο σφυρί. – β: Αποτύπωμα σφραγίδας από την Κνωσό της Κρήτης. Απεικόνιση αξιωματούχου με μακρύ χιτώνα που κρατά πέτρινο σφυρί (όχι σε κλίμακα) 
Εικ. 8 Χάλκινο σπαθί με λαβή και γλώσσα τύπου Α
από τον ›τάφο με λακκούβα› της Αίγινας Κολώνας (Μ. 1: 6)
Εικ. 10α: Κυλινδρική σφραγίδα από τοπικό πηλό, Κολώνα Αίγινας, Ανασκαφές του Νότιου Λόφου 2002–2010 (Q3/205-1). –
β: Σύγχρονο γύψινο εκμαγείο της σφραγίδας κυλίνδρου (κλίμακα 1:2)

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

Warriors and Weapons in the Central and Eastern Balkans

ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ & ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ[Ν1]


ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το παρόν συνιστά μετάφραση του Αγγλικού κειμένου, εμπλουτισμένου με εμβόλιμες παρατηρήσεις και σημειώσεις του γράφοντος, όπου ο συμβολισμός [Ν] & ΣτΜ επισημαίνει τα εμβόλιμα ενώ ο {} το αρχικό κείμενο.

Με την ανάπτυξη ολοένα και εντονότερων κοινωνικών ανισοτήτων και την σχετική αύξηση των βίαιων συγκρούσεων, η Ευρωπαϊκή Εποχή του Χαλκού χαρακτηρίστηκε γενικά από την ταχεία ανάπτυξη της πολεμικής τεχνολογίας.[Ν2] Το τυπικό όπλο του πολεμιστή της Εποχής του Χαλκού (ΕΧ) ήταν το ξίφος. Από τις αρχές της ΕΧ κατά την 3η χιλιετία π.Χ.,[Ν4] δεν γνωρίζουμε σχεδόν κανένα ωστικό όπλο (στιλέτα) από την κεντρική και ανατολική χερσόνησο του Αίμου, αλλά από τα τέλη της 4ης χιλιετίας υπήρχαν μεγάλοι αριθμοί από αυτά. Αριθμός κοπτικών όπλων, συγκεκριμένα βαριά μονόκοπα χάλκινα τσεκούρια, ακολουθούσαν παλαιότερες μορφές πελέκεων της Χαλκολιθικής.{1}

Η νεκρόπολη της Βάρνας στην Μαύρη Θάλασσα προσφέρει τα παλαιότερα με ασφάλεια χρονολογημένα παραδείγματα χάλκινων πελέκεων.[Ν6] Αυτά συνδυάζουν ένα άκρο κοπής στην μία πλευρά με ένα άκρο σφυριού στην άλλη και επομένως ονομάζονται άξονες σφυριού Hammeräxte / hammer axes. Ευρίσκονταν εν χρήσει στην Βάρνα περίπου από το 4650 π.Χ. Λίγους αιώνες αργότερα, γύρω στο 4400 π.Χ., προστέθηκαν περαιτέρω καινοτομίες στην τεχνολογία των όπλων: πάνω απ' όλα, οι αρχαιότερες αιχμές λόγχης ή ακοντίου, οι οποίες, όπως τα υποδείγματα της Εγγύς Ανατολής και του Καυκάσου, είχαν λυγισμένες λαβές στο τέλος και σηματοδοτούν την αρχή ενός τυπικού όπλου της ΕΧ. Στο δεύτερο ήμισυ της 5ης χιλιετίας συναντάμε για πρώτη φορά ένα άλλο φαινόμενο στην Χαλκολιθική Βάρνα, το οποίο επρόκειτο να γίνει χαρακτηριστικό της ΕΧ, δηλαδή η διακόσμηση όπλων με πολύτιμα μέταλλα: για τους πολύ λίγους πολύ πλούσια προικισμένους άρρενες νεκρούς καθώς και για τις πλούσιες συμβολικές ταφές, οι ξύλινες λαβές και τα σώματα τσεκουριών από πέτρινα τσεκούρια καλύφθηκαν με χρυσό φύλλο.{2} Η κοινωνική ανισότητα συνοδεύεται λοιπόν από την αισθητικοποίηση των όπλων - των οργάνων βίας - που χρησιμεύουν για τη διατήρηση της ανισότητας και έτσι τώρα τη συμβολίζουν και με πολύτιμο υλικό.

Η ίδια διαδικασία αισθητικοποιήσεως - εδώ ήδη με τη μετατροπή σε καθαρό σύμβολο - χρησιμοποιήθηκε και περί τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., όπως δείχνει το συμπαγές χρυσό ξιφίδιο / στιλέτο με αμβλύ οριζόντιο άκρο από την τελετουργική δομή αρ. 5 της νεκροπόλεως Dăbene.{3}

Κατά την 2η χιλιετία παρατηρούμε μια ταχεία ανάπτυξη της τεχνολογίας των όπλων, η οποία τουλάχιστον εν μέρει πυροδοτήθηκε από υπερπεριφερειακές επαφές. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η εισαγωγή μακρών και πολύ λεπτών ωστικών σπαθιών (ξιφίδια), που μπορεί να είχαν γίνει πριν από το 1500, από Μινωικά και Μυκηναϊκά εργαστήρια όπλων στην Ελλάδα (Εικ. 2).[Ν7] Ένα ξίφος από την Δράμα στη σημερινή ΝΑ Βουλγαρία, ένα από το Sokol στην πεδιάδα του Δουνάβεως και ένα από το Lilovo (ΣτΜ: Άγιο Αντώνιο) κοντά στο Devin στην Ροδόπη (αριθ. κατ. 113) σχετίζονται άμεσα με τα Αιγαιοπελαγίτικα ξιφοειδή με βάση πολλά χαρακτηριστικά {-> ΣΕΛ. 71} συγκρίσεως. Τα ξίφη από τα Δυτικά Βαλκάνια επηρεάζονται επίσης άμεσα από τα όπλα του Αιγαίου (Χάρτης 1).{4}Αντίθετα, ορισμένα ξίφη από την Τρανσυλβανία και τη Βλαχία έχουν σχήμα λεπίδας που είναι γενικά συγκρίσιμο με τα πρώιμα Μυκηναϊκά όπλα, αλλά διαθέτουν επίσης διακριτά χαρακτηριστικά (Χάρτης 1).{5}

Ωστόσο, μόνον στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 14ου αιώνα οι πιο ένοπλοι πολεμιστές των κεντρικών και ανατολικών Βαλκανίων κατείχαν ξίφη που ταίριαζαν ακριβώς με τα Μυκηναϊκά όπλα της περιόδου (Χάρτης 2). Είναι η περίοδος που το Μυκηναϊκό ανακτορικό κράτος εγκαταστάθηκε και επεκτάθηκε στρατιωτικά - εδαφικά στον χώρο του Αιγαίου. Οι εσωβαλκανικές περιοχές δεν εντάχθηκαν στο νέο σύστημα διακυβερνήσεως, αλλά προφανώς είχαν επαφή με τους πολεμιστές του. Αυτό θα μπορούσε σποραδικά να ισχύει και για πολεμιστές από την δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, όπως υποδηλώνεται από ένα ξίφος που πιθανότατα κατασκευάστηκε εκεί και έφτασε στη βορειοανατολική Βουλγαρία.{6}[ΣτΜ: πρόκειται για το γνωστό Μυκηναϊκό ξίφος με την αφιέρωση σχετικά με την νίκη των Χετταίων επί της Assuwa!][Ν8]

ενεπίγραφο Μυκηναϊκό ξίφος από την Χατούσα – αφιέρωμα στην νίκη επί της Assuwa

Πιο σημαντικές όμως ήταν οι σχέσεις με το Μυκηναϊκό Δυτικό Αιγαίο. Αυτό αποδεικνύεται από πολυάριθμα ευρήματα σπαθιών με κέρατα στο άκρο της λαβής, που βρέθηκαν στις ανατολικές και κεντρικές περιοχές της Χερσονήσου του Αίμου από τη Ροδόπη μέχρι την πεδιάδα του Δούναβη και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επίσης βόρεια αυτού (χάρτης 2, αρ. κατ. 278).{7} Αυτά τα όπλα αναπτύχθηκαν επίσης περαιτέρω σε τοπικά εργαστήρια χαλκού (Χάρτης 2, αρ. κατ. 289, 290 & 293; Εικ. 4).{8} Ομοίως, μερικές αιχμές λόγχης, που λόγω του μήκους και του σχήματός τους ήταν πιθανώς ωστικά όπλα, ανάγονται στις Μυκηναϊκές καινοτομίες (αρ. κατ. 279, εικ. 3).{9} Είναι χαρακτηριστικό ότι τα Μυκηναϊκά κεραμεικά αγγεία εισήχθησαν επίσης για πρώτη φορά στα ανατολικά Βαλκάνια κατά την περίοδο αυτή, όπως φαίνεται από τα ευρήματα από την Dragojna και το Ada Tepe[Ν10] στα βουνά της Ροδόπης. Οι χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι το τα αγγεία της Dragojna εισήχθησαν από τη θεσσαλική παράκτια περιοχή του Βόλου, δηλαδή από μια περιοχή όπου βρίσκουμε ακριβή αντίστοιχα για αρκετά από τα ανατολικά Βαλκανικά ξίφη και λόγχες.{10} Πώς όμως προέκυψε αυτή η στενότερη και προφανώς όχι αποκλειστικά πολεμική επαφή με το Αιγαίο κατά τον 15ο/14ο αι.;

Η γεωγραφική θέση των αναφερθέντων οικισμών στην πλούσια σε χρυσό οροσειρά της Ροδόπης προσφέρει ένα κλειδί για τηνν απάντηση. Επιπλέον, μία μαρμάρινη λαβή ξίφους βρέθηκε επίσης στη θέση (Ada Tepe) όπου το ορυχείο χρυσού της ΕΧ, το οποίο, με βάση συγκρίσιμα ευρήματα από τάφους πολεμιστών του Βόλου και της Ιαλυσού (στην Ρόδο) από τα τέλη του 15ου/αρχές 14ου. αι. αντιστοιχεί σε εκείνους τους τύπους ξιφών που ήταν ευρέως διαδεδομένοι στα ανατολικά και κεντρικά Βαλκάνια εκείνη την εποχή.{11} Αυτό σημαίνει ότι η εξόρυξη χρυσού, η εισαγωγή εκλεκτής, ζωγραφικής Μυκηναϊκής κεραμεικής και τα Μυκηναϊκά όπλα συνδέονται χωρικά και χρονικά. Το αν ο χρυσός από την Ροδόπη αντηλλάγη με νέα όπλα και εκλεκτά επιτραπέζια σκεύη από την Ελλάδα είναι ένα ερώτημα που απαντάται αυτή τη στιγμή σε μια Βουλγαρο-Αυστριακή-Γερμανική ερευνητική συνεργασία χρησιμοποιώντας τις πιο πρόσφατες αναλυτικές τεχνικές. Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί πώς οι νότιες επαφές με το Μυκηναϊκό κράτος επηρέασαν την ανάπτυξη της οικονομίας και των κοινωνικών δομών στις ηπειρωτικές περιοχές της ΝΑ Ευρώπης. Για πολύ καιρό δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου σημάδια εξέχουσας ιεραρχίας κατά το δεύτερο ήμισυ της 2ης χιλιετίας.{12} Ενώ τα ξίφη ήταν σίγουρα πολύτιμα αντικείμενα, όπως υποδηλώνει η σπανιότητά τους σε τάφους τόσον στο Αιγαίο όσο και στα κεντρικά και ανατολικά Βαλκάνια, τα Μυκηναϊκά όπλα που βρέθηκαν στις τελευταίες περιοχές δεν ήταν από τα καλύτερα προϊόντα των Μυκηναϊκών εργαστηρίων. Γνωρίζουμε επίσης δείγματα από την νότια Ελλάδα της ίδιας περιόδου που ήταν διακοσμημένα με ανάγλυφες (δια σφυρηλατήσεως) χρυσές πλάκες ή με τις καλύτερες χρυσές περόνες (καρφίτσες).{13} Από την άλλη πλευρά, τα τελευταία χρόνια στα Ανατολικά Βαλκάνια τουλάχιστον δύο νεκροί αυτής της περιόδου διακοσμημένοι με χρυσά στολίδια έχουν βρεθεί, ένας από αυτούς ήταν πολεμιστής με το σπαθί του, που θάφτηκε στο Lilovo (Άγιο Αντώνιο) της Ροδόπης.{14} Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι επίσης [-> ΣΕΛ. 72] στο δεύτερο ήμισυ της 2ης χιλιετίας, ο πλούτος και η στρατιωτικά εξασφαλισμένη δύναμη συνδυάστηκαν και προβλήθηκαν ξεκάθαρα.

Τέλος, ο θησαυρός μητρών (καλουπιών) του Pobit Kamăk, ο οποίος είχε αποτεθεί 42 χιλιόμετρα νοτίως του Δουνάβεως, δείχνει ότι τα όπλα που βρίσκονται σε τάφους αντιπροσωπεύουν μόνον μια επιλογή από το θεματολόγιο μεταλλικών αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν κάποτε. Αυτό το σύνολο περιέχει μήτρα για ένα φυλλόμορφο κοντό σπαθί του λεγόμενου τύπου Krasnomajak (αρ. κατ. 99), το οποίο δεν γνωρίζουμε από τη Βουλγαρία αλλά από την Ουκρανία.{15} Τα ξίφη αυτού του τύπου έχουν κοντή λάμα, περίπου 40 cm που σε περίπτωση κυρτού περιγράμματος φτάνει στο μέγιστο πλάτος περίπου στη μέση της λεπίδας. Πρέπει επομένως να έχουν χρησιμοποιηθεί κυρίως ως όπλα κοπής.


Αυτή η χρήση έρχεται σε εντυπωσιακή αντίθεση με εκείνη των τύπων σπαθιών του Αιγαίου που συζητήθηκαν παραπάνω, τα οποία ήταν κατάλληλα μόνο ως ωστικά όπλα λόγω των μακριών, λεπτών λεπίδων τους με μια στενή αλλά ψηλή κεντρική νεύρωση και ένα κέντρο βάρους κοντά στην λαβή. Σε περίπτωση ισχυρού χτυπήματος σε άλλο επιθετικό ή προστατευτικό όπλο, συνήθως θα είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές. Το ξίφος που κατασκευάστηκε στην μήτρα (καλούπι) του Pobit Kamăk σηματοδοτεί έτσι την αρχή της χρήσεως κοπτικών σπαθιών στα Ανατολικά Βαλκάνια. Τουλάχιστον για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, τα μακρά Μυκηναϊκά ξίφη ώθησης και τα κοντά ανατολικοευρωπαϊκά ξίφη κοπής πρέπει να χρησιμοποιούνταν δίπλα-δίπλα.{16} Ωστόσο, ορισμένα καλούπια τσεκούρι στην ίδια αποθήκη από τον Pobit Kamăk (αριθ. κατ. 95–98) δείχνουν ότι υπήρχαν και άλλα κοπτικά όπλα που ανήκαν σε μια πολύ παλαιότερη, τοπική παράδοση (βλ. παραπάνω για τους πελέκους της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού) και που μπορεί να συμπλήρωναν στη μάχη τα ξίφη που σπρώχνουν.

Όλα αυτά άλλαξαν κατά τη διάρκεια του 13ου ή το αργότερο τον 12ο αιώνα π.Χ., όταν τα ωστικά ξίφη των παλαιότερων Μυκηναϊκών μορφών{17} αντικαταστάθηκαν από νέες μορφές ξίφους αρκετά διαφορετικής προελεύσεως (Εικ. 1). Αυτά ήταν σύγχρονα όπλα τα οποία αναπτύχθηκαν στην περιοχή μεταξύ της βόρειας Ιταλίας, της νότιας κεντρικής Ευρώπης και των ουγγρικών πεδιάδων και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τόσον για κοπή όσο και για μαχαιρώματα λόγω των στιβαρών αλλά μακρών λεπίδων τους (αρ. κατ. 288). Οι καινοτομίες στην τεχνολογία των όπλων αντιπροσωπεύουν έναν καταναγκασμό που δεν μπορεί να αποφευχθεί λόγω της απειλής υποταγής σε ανώτερους αντιπάλους του πολέμου. Έτσι, η αντικατάσταση των παλαιότερων σπαθιών ωθήσεως από τα βόρεια ξίφη κοπής και ωθήσεως είναι εύκολα κατανοητός. Αυτή η καινοτομία πρέπει να ήταν μέρος του εκσυγχρονισμού της παραγωγής όπλων, ο οποίος τον 13ο αιώνα κάλυπτε τα περισσότερα εργαστήρια χαλκού από τη Βαλτική Θάλασσα έως τον Νείλο.{18}

Τέλος, στο δεύτερο ήμισυ της 2ης χιλιετίας υπήρχαν ακόμη συμβολικά όπλα στα Ανατολικά Βαλκάνια, δηλαδή αντικείμενα των οποίων η μορφή προέρχεται από αυτή των χρησιμοποιήσιμων όπλων, αλλά, είτε λόγω του σχήματός τους είτε λόγω του υλικού τους, δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην μάχη. Τα καλλίτερα παραδείγματα αυτής της κατηγορίας είναι τα λεγόμενα σκήπτρα - πελέκεις από μπρούτζο ή πέτρα, των οποίων η κοπτική άκρη είναι λυγισμένη ή ουσιαστικά κυρτή (αρ. κατ. 77, 94 & 301). Πιθανότατα είχαν μια λειτουργία ως ενδεικτικά κύρους - βαθμού και ήταν ευρέως διαδεδομένα στις περιοχές της δυτικής Μαύρης Θάλασσας από την Μολδαβία έως τη Ροδόπη. Μπορούν να χρονολογηθούν στον 14ο αιώνα π.Χ. με βάση ένα εύρημα που ανακτήθηκε έξω από την κύρια περιοχή διανομής κατά τη διάρκεια υποβρύχιων ανασκαφών σε ναυάγιο στα ανοιχτά της νότιας ακτής της Τουρκίας [Αντίφελλος - Uluburun].{19}[N90]



Σκήπτρο από το ναυάγιο της Αντιφέλλου

[-> ΣΕΛ. 73]

Fig. 2. Λίθινες μήτρες σφυρών με οπή στειλεώσεως: A Pobit Kamak; B άγνωστο[Ν100]

Αξίζει να προστεθεί εδώ από τον μεταφραστή ότι χυτοί ορειχάλκινοι πελέκεις με οπή στειλεώσεως ή κοίλο αυλό (πτυοσκάπανο) διαθέτοντες ή μή μία ή και δύο δακτυλιοειδείς οπές αναρτήσεως στο άκρο είναι όπλα / εργαλεία τα οποία απαντά στην περιοχή του Πόντου αλλά και στην Τροία το ενωρίτερο περί το 1600 π.Χ., ενώ δεν λείπει από την Χερσόνησο του Αίμου, τις Βοιωτικές Θήβες και την παράλια Μακεδονία.[Ν120]
Ορειχάλκινος πέλεκυς με οπή στειλεώσεως ή κοίλο αυλό και δύο δακτυλιοειδείς οπές (ΥΕΧ, Birmingham Museums Trust)[Ν130]

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Ο πολύς J. J., συντονιστής έρευνας που χρησιμοποιεί - ξετρυπά - εξαχνώνει τεκμήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών (ΕΑΜΑ) θεωρείται από το ίδιο αυτό Μουσείο ως ".. αξιόπιστος ερευνητής με μακρά εμπειρία και γνώση στην Αιγαιακή αρχαιολογία, έχει εργαστεί στην Ελλάδα επί σειρά ετών και έχει συνεργαστεί και παλαιότερα με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο..." 
Ας δούμε μερικά δείγματα επιστημοσύνης του κυρίου: 
(Α) Εμφανίζεται να αγνοεί την ύπαρξη πολεμικών όπλων στην Νεολιθική Θεσσαλία, παραβλέπων επίσης την αμυντική οχύρωση πληθώρας θέσεων στο Αιγαίο .., 
(Β) Χρονολογεί την Εποχή του Χαλκού στον Ελλαδικό χώρο ασαφώς στην τρίτη χιλιετία, όταν η έναρξή της στην Κρήτη - τουλάχιστον - τοποθετείται στο 3500 π.Χ. περίπου, 
(Γ) Αγνοεί την ύπαρξη πελέκεων στο Αιγαίο ήδη από την Τελική Νεολιθική (τέσσερεις επίπεδοι πελέκεις της ΤΝ, δύο από το Σέσκλο, ένας από την Αλεπότρυπα και ένας από τα Πευκάκια, ενώ υπάρχουν και άλλοι από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού Ι και ΙΙ. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εικόνα μας για την πρώιμη μεταλλουργία του Αιγαίου περιλαμβάνει επίσης ευρήματα της Μέσης Νεολιθικής από την Ορθόπετρα (Ντικιλί Τάς), την Δήμητρα και από την Φτελιά Μυκόνου της ΤΝ Ι, ενώ ο αριθμός μεταλλικών ευρημάτων αυξάνεται σχεδόν χρόνο με τον χρόνο...), 
(Δ) Αποδίδει Μυκηναικό ξίφος, φυλασσόμενο στο Μουσείο Βάρνας, στην Ανατολία, παραβλέπων ότι το ανάλογό του από την Πύλη των Λεόντων Χατούσας είναι το σχετικό με την νίκη των Χετταίων επί της Assuwa, συμμαχήσασας τότε - όπως φαίνεται - με τους Μυκηναίους.. 
(Ε) Αποκρύπτει ότι .. σύμφωνα με τον Alexandrov (Alexandrov 2017, p. 32, n. 27): Τα αποθέματα χρυσού στην Α. Ροδόπη (Ada Tepe κ.α.) υπήρξαν κατά το δεύτερο ήμισυ της δευτέρας χιλιετίας π.Χ. οι πιθανές πηγές χρυσού των Μυκηνών. 
(Ζ) Αποσιωπά την ύπαρξη στο Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού πελέκεων με οπή στειλεώσες .. "Αξίζει να προστεθεί εδώ από τον μεταφραστή ότι χυτοί ορειχάλκινοι πελέκεις με οπή στειλεώσεως ή κοίλο αυλό (πτυοσκάπανο) διαθέτων ή μή μία ή και δύο δακτυλιοειδείς οπές αναρτήσεως στο άκρο είναι όπλο / εργαλείο το οποίο απαντά στην περιοχή του Πόντου αλλά και στην Τροία το ενωρίτερο περί το 1600 π.Χ., ενώ δεν λείπει από την Χερσόνησο του Αίμου τις Βοιωτικές Θήβες και την παράλια Μακεδονία."

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[Ν1]. Jung 2017.
[Ν2]. Runnels et al. 2009. Τα διαπολιτισμικά αρχαιολογικά και εθνογραφικά στοιχεία για τον πόλεμο στις αγροτικές κοινωνίες μας καλούν να επανεξετάσουμε την παραδοσιακή εικόνα της ελληνικής νεολιθικής (περίπου 7000-3400 π.Χ.) ως περιόδου ειρηνικής συνυπάρξεως μεταξύ των αγροτών που επιβιώνουν. Οι αρχαιολογικοί συσχετισμοί των διακοινοτικών συγκρούσεων στην προϊστορική ΝΔ Αμερική και τα ευρέως διαδεδομένα στοιχεία για πολέμους στην Νεολιθική Ευρώπη υποδηλώνουν ότι πόλεμος είναι επίσης πιθανό να έλαβε χώρα στη νεολιθική Ελλάδα. Το γνωστό νεολιθικό αρχείο για τη Θεσσαλία αποκαλύπτει στοιχεία για την εμφάνση του πολέμου, όπως φαίνεται να υποδεικνύουν οι αμυντικές κατασκευές (π.χ.. οχύρωση Σέσκλου & Διμηνίου), όπλα και η δομή των οικισμών. Ο ανταγωνισμός για πόρους όπως η καλλιεργήσιμη γη, τα δικαιώματα βοσκής και το νερό μπορεί να συνέβαλαν στα αίτια του ελληνικού νεολιθικού πολέμου.
[Ν4]. Όμως η έναρξη της ΕΧ τουλάχιστον στην Κρήτη τοποθετείται μάλλον στο 3500 π.Χ. (Watrous 1994, p. 697), ήτοι τουλάχιστον μισή χιλιετία από ότι θέτει ο Jung!
[Ν6]. Όμως στον Αιγαιακό χώρο η εμφάνιση του χαλκού φαίνεται ότι προηγείται σημαντικά της Αιγύπτου, δεδομένου ότι έχουν ανασκαφεί τέσσερεις επίπεδοι πελέκεις της Τελικής Νεολιθικής περιόδου, δύο από το Σέσκλο, ένας από την Αλεπότρυπα και ένας από τα Πευκάκια, ενώ υπάρχουν και άλλοι από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού Ι και ΙΙ. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εικόνα μας για την πρώιμη μεταλλουργία του Αιγαίου περιλαμβάνει επίσης ευρήματα της Μέσης Νεολιθικής από την Ορθόπετρα (Ντικιλί Τάς), την Δήμητρα και από την Φτελιά Μυκόνου της ΤΝ Ι, ενώ ο αριθμός μεταλλικών ευρημάτων αυξάνεται σχεδόν χρόνο με τον χρόνο. Εν όψει αυτής της εικόνας, η οποία κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τον χαρακτηρισμό από τον Evans του Κνωσσιακού πελέκεως ως Αιγυπτιακού, ο Muhly έχει σημειώσει για το ιδιαίτερο αυτό εύρημα ότι ‘ανήκει σε τύπο κοινό κατά την ΤΝ περίοδο, γνωστό από θέσεις της ηπειρωτικής χώρας κυρίως δε από πολυάριθμες θέσεις της Βαλκανικής’.. (Κονιδάρης 2022, σημ. 3_38 & 3_39). Σημειωτέον ότι η Τελική Νεολιθική στον ηπειρωτικό Ελλαδικό χώρο τοποθετείται μεταξύ 4500/4400 και 3100/3000 π.Χ. (Tomkins 2007).
[Ν7]. Molloy 2010: Αιγαιακό ξίφος τύπου Α εμφανίζεται κατά την MM/MH II (ήτοι ενωρίτερον του 1800 π.Χ.) πλήρως αναπτυγμένό!
{6}. Athanassov, Krauß & Slavčev 2009.
[Ν8]. Κονιδάρης 2022, σημ. 5_4 έως 5_7. Στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ασίας κατά καιρούς υπήρξαν και άλλα ισχυρά κράτη, πέραν των Χετταίων και της Arzawa. Η Assuwa στα βορειοδυτικά υπήρξε μία ισχυρή αλλά μάλλον βραχύβια ομοσπονδία 22 πόλεων, η οποία φαίνεται ότι ήταν γνωστή στους Μυκηναίους, και, σε ορισμένες περιόδους τουλάχιστον, φιλική προς αυτούς. Πράγματι σύμφωνα με το κείμενο KUB 26.91 (CTH 183), περιλαμβάνον επιστολή βασιλέως της Αχιγιάβα πρός τον Χετταίο ομόλογό του, στο παρελθόν είχε λάβει χώραν διπλωματικός γάμος σκοπιμότητος μεταξύ του παππού του Αιγαίου βασιλέως και πριγκίπισσας της Assuwa, γεγονός το οποίο είχε πολιτική χροιά και προεκτάσεις. Η Assuwa εστράφη εναντίον των Χετταίων, πιθανότατα σε συνεργασία με τους Αχιγιάβα, αλλά, σύμφωνα με τα αρχεία του Tudhaliya II, ήττήθηκε και διελύθη κατά τα τέλη του 15ου αιώνος π.Χ. Aφού ο Tudhaliya II κατενίκησε την Assuwa εξετόπισε στην Χατούσα 10,000 στρατιώτες, 600 ομάδες ίππων μαζύ με τους αρματοδρόμους τους, πολίτες, ζώα κ.λπ. Μεταξύ των εξορίστων περιελαμβάνετο και ο βασιλέας της Assuwa Piyama-dKAL και ο υιός του Kukkuli. Το χάλκινο Μυκηναϊκό ξίφος το οποίο ανευρέθη στην Χατούσα, φέρον αφιέρωση του Tudhaliya II με την ευκαιρία της υποταγής της Assuwa, ενίσχυσε τις ήδη υπάρχουσες εκτιμήσεις περί εμπλοκής των Μυκηναίων στην βορειοδυτική Μικρά Ασία. Οι παραδόσεις των Κυπρίων Επών για επιδρομές του Αχιλλέως στην Τευθρανία, της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, σηματοδοτούν επίσης την δραστηριοποίηση των Αχαιών στην περιοχή πρίν τα Τρωικά. 
{7} Jung, Bozhinova and Mommsen 2010, hier: 78–82 mit Abb. 4, 87. Dragojna – οικισμός στην κορυφή λόφου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στη Βουλγαρική Ροδόπη με εισαγόμενη Μυκηναϊκή κεραμεική.
{8}. Bernhard Hänsel, "Bronzene Griffzungenschwerter aus Bulgarien," in: Prähistorische Zeitschrift 45, 1970, 26–41, hier: 26–33;  Kilian-Dirlmeier 1993 (zit. Anm. 4), 50, 54–56, Taf. 20, 106–108.
[Ν10]. Σύμφωνα με τον Alexandrov (Alexandrov 2017, p. 32, n. 27): Τα αποθέματα χρυσού στην Α. Ροδόπη (Ada Tepe κ.α.) υπήρξαν κατά το δεύτερο ήμισυ της δευτέρας χιλιετίας π.Χ. οι πιθανές πηγές χρυσού των Μυκηνών.
{14}. Borislav Borislavov – Nadešda Ivanova, Археологически разкопки на тракийски могилен некропол в м. Лилово, община Девин, Смолянска област, in: Археологически открития и разкопки през 2006 г., 2007, 87–91, hier : 88 f., Abb. 2; Borislavov 2008 (zit. Anm. 4), 154, 156, Abb. 13. – Zu dem zweiten Grab (Izvorovo) s. Beitrag von Barbara Horejs und Reinhard Jung in diesem Band, S. 99–103.
{18}. Jung 2015; zum Ostbalkan bereits Hänsel 1970 (zit. Anm. 8), 31, Abb. 2, 33–41. Ausstellungskatalog Harald Meller – Michael Schefzik (Hgg.),
{19}. Lichardus et al. 2002, pp. 158–160, Abb. 16; Hansen 2005, p. 93 f. Abb. 2.
[N90]. Βεβαίως δεν μπορούμε να παραλείψουμε την απόληξη - λαβή σκήπτρου από πράσινο σχιστόλιθο μορφής λεοπαρδάλεως με διακόσμηση σπειρών & τριγώνων (Μάλια, MEX, 1800-1700 π.Χ.).
[Ν100]. Leshtakov 2018, fig. 2 (National Archaeological Museum, Sofia).
[Ν120]. Κονιδάρης 2020, σελ. 199-200, σημ. 8_39 & 8_43.
[Ν130]. Κονιδάρης 2020, εικ. 8_5.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Alexandrov, S. 2017. "Die Früh- und Mittelbronzezeit in Bulgarien: Chronologie, Periodisierung, kulturelle Kontakte und Edelmetallfunde," in Das erste Gold. Ada Tepe: Das älteste Goldbergwerk Europas, Ausstellungskatalog KHM, ed. S. Haag, C. Popov, B. Horejs, S. Alexandrov, and G. Plattner, Wien, pp. 29-34.

https://www.academia.edu/34828731/Das_erste_Gold_Ada_Tepe_Das_%C3%A4lteste_Goldbergwerk_Europas_Ausstellungskatalog_KHM_Wien_2017_?auto=download&fbclid=IwAR37GRcbHhyfrtXjTuYyI1AhuR2ya6g93WPdm1EiNU8i9sw635SjOKR2rKg
Jung, R. 2017. "Krieger und Waffen auf dem Zentral- und Ostbalka
n," in Das erste Gold. Ada Tepe: Das älteste Goldbergwerk Europas, Ausstellungskatalog KHM, ed. S. Haag, C. Popov, B. Horejs, S. Alexandrov, and G. Plattner, Wien, pp. 69-74.

https://www.austriaca.at/0xc1aa5576%200x003915e9.pdf

https://www.academia.edu/4764817/Reingruber_and_Thissen_Radiocarbon_51_2009_Depending_on_14_C_data_chronological_frameworks_in_the_Neolithic_and_Chalcolithc_of_Southeastern_Europe?auto=download&email_work_card=download-paper
Agathe Reingruber. 2009. "Depending on 14C Data: Chronological Frameworks in the Neolithic and Chalcolithic of Southeastern Europe," Radiocarbon 51 (2), Proceedings of the 5th International 14C and Archaeology Symposium, ed. Irka Hajdas et al., pp. 751–770.

https://www.jstor.org/stable/26524938
Reinhard Jung, Stefan Alexandrov, Elena Bozhinova, Hans Mommsen, Anno Hein, Vassilis Kilikoglou and Βασίλειος Κυλίκογλου. 2017. "Mykenische Keramik in der Rhodopenregion. Herkunft, regionaler Kontext und sozialökonomische Grundlagen," Archaeologia Austriaca 101), pp. 269-302.

https://discovery.ucl.ac.uk/id/eprint/10042028/1/Nenova_10042028_thesis_volume1_redacted.pdf
Denitsa Nikolaeva Nenova. 2018. "The Dynamics of Isolation and Interaction in Late Bronze Age Thrace" (diss. UCL).

https://www.researchgate.net/publication/327883532_Late_Bronze_Age_Socketed_Hammers_in_Bulgaria
Leshtakov, L. 2018. “Late Bronze Age Socketed Hammers in Bulgaria,” Archaeologia Bulgarica ХХII (1), pp. 1-16.

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2020. Ο κινεζικός πολιτισμός και οι ελλαδικές επιδράσεις, Αθήνα. 8_42 & 8_43

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

https://www.academia.edu/460626/Athanassov_B_R_Krau%C3%9F_Vl_Slavchev_2009_Ein_bronzeschwert_%C3%A4g%C3%A4isch_anatolischen_typs_aus_dem_Museum_von_Varna_Bulgarien_In_Festschrift_f%C3%BCr_Dr_T_Soroceanu_Analele_Banatului_17_2009_15_30
https://aegeobalkanprehistory.kreas.ff.cuni.cz/2012/03/26/a-bronze-sword-of-the-aegean-anatolian-type-in-the-museum-of-varna-bulgaria/
Bogdan Athanassov, Raiko Krauß, Vladimir Slavčev. 2009. "Ein Bronzeschwert ägäisch-anatolischen Typs aus dem Museum von Varna, Bulgarien," Analele Banatului, Sn., Arheologie – Istorie 17, pp. 17–32.

Lichardus, J., R. Echt, I. Iliev, C. Christov, J. Sabine Becker, W.-R. Thile. 2002. "Die Spätbronzezeit an der unteren Tundza und die ostägäischen Verbindungen in Südostbulgarien," ("The Late Bronze Age of the Lower Tundzha {Τόνζος π., παραπόταμος Έβρου} and the East Aegean Contacts in Southeastern Bulgaria,") Eurasia antiqua 8, pp. 135-184.

https://www.researchgate.net/publication/303587505_Contacts_with_the_Aegean_world_and_their_social_impact_in_the_late_Bronze_Age_in_the_Lower_Danube

https://www.academia.edu/61513551/THE_GOLD_WORK_IN_THE_TREASURES_OF_MYCENAE_AND_TIRYNS_EVIDENCE_ON_THE_NETWORK_OF_EUROPEAN_HOARDING_DURING_THE_LATE_BRONZE_AGE
Konstantinidi-Syvridi, E. 2021. "The Gold Work in the Treasures of Mycenae and Tiryns: Evidence on the Network of European Hoard during the Late Bronzw Age," in Proceedings of  3rd International Interdisciplinary Colloquim: The Periphery of the Mycenaean World, ed. E. Karantzali, Athens, pp. 51-58.

Contacts with the Aegean are especially apparent in some of the most impressive hoards of both bronze and gold artefacts, dating to the middle of the 2nd millennium BC up to the beginning of the early Iron Age, like theValčitran treasure in Northern Bulgaria.7 Similar evidence comes from burials of elite individuals like the ones in Ovčarci 8 and Izvorovo 9 in south-eastern Bulgaria; the latter held, among grave goods of local manufacture, 344 small gold beads of two typical Aegean types – 174 grain-of-wheat and 170 spherical with grooves.

http://www.jstor.org/stable/25622691
Runnels, C. N., C. Payne, N. V. Rifkind, C. White, N. P. Wolff, and S. A. LeBlanc. 2009. "Warfare in Neolithic Thessaly: A Case Study," Hesperia 78 (2), pp. 165-194.

htttp://www.jstor.org/stable/40916595
Tomkins, P. 2007. "Neolithic: Strata IX–VII, VII–VIB, VIA–V, IV, IIIB, IIIA, IIB, IIA and IC Groups," in Knossos Pottery Handbook: Neolithic and Bronze Age (Minoan), BSA Studies 14, pp. 9-48.

Watrous, L. V. 1994. "Review of Aegean Prehistory III: Crete from Earliest Prehistory through the Protopalatial," AJA 98 (4), pp. 695-753.

https://www.academia.edu/3645149/Neue_Forschungen_zur_Metallurgie_der_Bronzezeit_in_S%C3%BCdosteuropa
Hansen, S. 2005. "Neue forschungen zur metallurgie der Bronzezeit in Südosteuropa," Anatolian Metal III (Der Anschnitt Beiheft (Deutsches Bergbau-Museum) 18.), pp. 89-103.

p. 92
Εκτόξευση βελών μέσα από χάλκινες ράβδους. Μια επιγραφή στον Ναό του Καρνάκ λέει για τον Αμενχοτέπ Β' (περίπου 1447-1420): «Όταν πυροβολεί στο χάλκινο πλακίδιο, το σκίζει σαν πάπυρο» Ένα ανάγλυφο τον δείχνει πάνω στο άρμα, να εκτοξεύει ένα πέμπτο βέλος στο «χάλκινο τούβλο». Υπάρχουν πολυάριθμες παραστάσεις σε  τάφους αξιωματούχων στίς Θήβες και στο Amarna (πρβλ. Bass 1967: 62 επ., εικ. 62-84). Μαζί με άλλα τιμαλφή, τα κρητικά τάλαντα - πλινθία (keftiubarren) προσφέρονται ως λάφυρα ή αφιερώματα. Σαφείς σκηνές προσφορών - δώρων βρίσκονται στο ναό του Medinet Habu, όπου Rarnses III, Amon Re ασήμι, χρυσός, χαλκός. Θυσιάζονται λινά, ρητίνες και πετράδια. Απεικονίσεις 'κρητικών' ράβδων / πλινθίων σε κυπριακές βάσεις σκαφών τα δείχνουν επίσης ως προσφορές. Το κομμάτι, που πιθανότατα βρέθηκε στην Κύπρο, στο Μουσείο Bible Lands στην Ιερουσαλήμ (Bible Lands 1981: 271 ff., εικ. 223) δείχνει μια πομπή από φέροντες θυσία που προσφέρουν μια μεταλλική κανάτα, ένα χάλκινο πλινθίο και ένα πρόβατο.
Ένα καλούπι για μπαρ keftiu βρέθηκε στο Ras Ibn Hani (Lagarce 1986). Μόνο στο κοντινό Ουγκαρίτ υπάρχουν θραύσματα πραγματικών πλινθωμάτων, ενώ δεν είναι γνωστά πλινθώματα ή απεικονίσεις τους από τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Ουσιαστικά, οι ράβδοι αυτής της μορφής είναι γνωστές μόνο στο σώμα από την «πολιτική περιφέρεια» της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, από την Κύπρο, την Ελλάδα και τη Σαρδηνία, όπου είχαν εμπιστευθεί ως επί το πλείστον ως μέρος του Holen der Erde. Μόνο πρόσφατα γνωστά θραύσματα μπαρ βρέθηκε σε έναν θησαυρό στη νότια Γερμανία (Oberwilflingen), ο οποίος μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 14ου αιώνα.Ταυτοποιήθηκε ως θραύσματα μιας ράβδου kettiu (Primas 1998) Πρόσφατα δημοσιεύτηκε το θραύσμα ενός μπαρ kettiu από την Pa-latca στην Τρανσυλβανία ( Ratea 2000: 26, εικ. 15) Αφού υπήρχε υποψία για ένα αντίστοιχο περιστατικό με βάση μικροσκοπικά δείγματα, μια πραγματική μπάρα keftiu βρέθηκε τώρα για πρώτη φορά στη λεκάνη των Καρπαθίων.

Οι θησαυροί στις περιοχές που αναφέρονται έχουν ο καθένας τον δικό του χαρακτήρα, ο οποίος θα έπρεπε να εξεταστεί λεπτομερώς για να ληφθούν στοιχεία για μια ερμηνεία αυτών των ευρημάτων. Για παράδειγμα, ενώ ο θησαυρός από το Oberwilflingen αντιπροσωπεύει μια σύντομη περίοδο συλλογής, ο θησαυρός από την Ακρόπολη στο Λίπαρι περιέχει αντικείμενα τεσσάρων αιώνων συνδυασμένα σε έναν θησαυρό (Moscetta 1988: 55 επ.), Matthäus και Schurnacher-Matthäus (Matthäus & Schumacher- Matthäus 1986: 128 επ.) έχουν επεξεργαστεί για τους κυπριακούς θησαυρούς ότι μπορεί να είχαν αποσυρθεί από την κυκλοφορία μετάλλων ως θυσιαστικές αξίες μπρούτζου. Ακόμη και με τους θησαυρούς της Σαρδηνίας, οι αναφορές στη λατρεία και τη θρησκεία είναι αναμφισβήτητες. Ότι ο θησαυρός από το Nuraghe Albucciu με μια σμίλη, έξι θραύσματα πλινθωμάτων, δώδεκα θραύσματα «αναθηματικών σπαθιών» (!) και 21 μεταλλικά θραύσματα «...μπορεί να έχουν συλλεχθεί από ένα εργαστήριο χαλκού για να ξαναλιωθούν.» (Begemann et al. 2001:46). σίγουρα θα πρέπει να επανεξεταστεί. Επίσης η γνώμη. να "θησαυρίσει να είσαι άνθρωπος", {{}} (Knapp et al. 1988) δεν αδικεί το φαινόμενο, αφού δεν υπάρχουν θησαυροί ανά πάσα στιγμή και παντού. Οι προσπάθειες για την ερμηνεία των θησαυρών είναι απαραίτητες κυρίως γι' αυτό, προκειμένου να ερμηνευτεί επαρκώς το σχέδιο κατανομής των ράβδων keftiu. Δεν αντικατοπτρίζει την κυκλοφορία. αλλά αντανακλά την απόρριψη των ράβδων keftiu. Δείξτε το Neutunde στην Τρανσυλβανία και στο Swabian Jura. ότι οι ράβδοι kettiu ήταν πολύ πιο διαδεδομένες από ό,τι αναγνωριζόταν παλαιότερα. Η προηγούμενη έλλειψη μπαρ keftiu στην κεντρική και νότια Ιταλία και στην Ισπανία μάλλον δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα της Εποχής του Χαλκού.
Συνοψίζοντας, όλα τα μέρη του θησαυρού του Tekirdag χρονολογούνται στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ. μπορεί να χρονολογηθεί. Η σημασία του πηγάζει από το γεγονός ότι ο θησαυρός ενώνει τα προϊόντα από διαφορετικά εργαστήρια με πιο εμφανή τρόπο από σχεδόν οποιοδήποτε άλλο εύρημα, αναδεικνύοντας έτσι τις υπεραστικές συνδέσεις αυτής της περιόδου. Ο θησαυρός του Tekirdag δείχνει μέσα από τη σύνθεσή του ότι οι μεταλλικές βιοτεχνίες της νοτιοανατολικής Ευρώπης σχημάτιζαν έναν ανεξάρτητο κύκλο από μορφολογική άποψη, αλλά όχι έναν απομονωμένο κόσμο.Αντίθετα: Ένα δεύτερο, ιδιαίτερα αξιόλογο παράδειγμα των εκτεταμένων συνδέσεων στο Ο 14ος και 13ος αιώνας δείχνει ένα σκήπτρο (Εικ_ 2) με κυλινδρική λεπίδα και πόμολο σφυριού κατασκευασμένο από μαύρο ηφαιστειακό βράχο, το οποίο ανήκε στο φορτίο του πλοίου από το Uluburun (Bass 1989; Pulak 1988: 233 ff_ με εικ.. Buchholz: 68 επ.. Εικ. 3). Υπάρχουν μόνο τρεις συγκρίσεις για αυτήν την περίεργη μορφή: Ένα καλούπι από τον θησαυρό του Pobit Kamuk (Hänsel 1976: Taf. 1,1-2) στη Βουλγαρία. από το οποίο όμως λείπει το στρογγυλό πόμολο. Ένα δεύτερο, πιο συγκρίσιμο κομμάτι προέρχεται από τον θησαυρό του Drajna de Jos (Pelrescu-Dimbovila 1978: pl. 72, 77). Ένα τρίτο συγκρίσιμο κομμάτι βρέθηκε στο Hart of Lozova II Bez Straesni στη Μολδαβία (Dergaöev 2002: 37 αρ. 113, πράξη 35, 19). Ένα πέτρινο τσεκούρι με μια ισχυρά κυρτή λεπίδα από το Ljulin, με επιγραφή Yambol (Τροία και Θράκη χωρίς ημερομηνία 93 Αρ. 523 Εικ_ 14: Buchholz 1999; 76, Σχ. 6α) μπορεί επίσης να αναφερθεί σε αυτό το πλαίσιο. Στην ομάδα αυτή μπορεί να ανήκει και ένα θραύσμα από τη Δωδώνη της Ηπείρου (Sandars 1983· 58. Εικ. 12β). Ο θησαυρός του Drajna de Jos τοποθετείται συμβατικά στο επίπεδο Bz D σύμφωνα με τον Reinecke. Το ίδιο και ο θησαυρός της Λόζοβα. Αναφορικά με το θραύσμα ξιφίας από το Draine de Jos, μια παλαιότερη ταξινόμηση (Bz C2) έχει επίσης θεωρηθεί ότι υποστηρίζει μια χρονολόγηση στον 14ο αιώνα (Hänsel 1982, 15· Anders Hänse! 1976: 35). Ο Buchholz έχει υποδείξει ιρανικούς άξονες με τυλιγμένες άκρες της περιόδου των Ακκάδων (Buchholz 1999: 72. Εικ. 4: Calmeyer 1969: 25a Εικ. 23). Δεν υπάρχει άμεση χρονολογική σύνδεση, αλλά είναι δύσκολο να το υποθέσουμε. ότι και οι δύο μορφές θα έπρεπε να έχουν αναπτυχθεί εντελώς ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Τα ευρήματα υποδεικνύουν συνδέσεις και δείχνουν πόσο ημιτελής είναι ακόμα η εικόνα εύρεσης μας. Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση από αγκάθια των ιρανικών αξόνων βρίσκεται στο ..

Jung, R. 2015. "Vom Stechen zum Hauen – die Verbreitung neuer Schwerter am Ende des zweiten Jahrtausends v.u.Z.," in Krieg – eine archäologische Spurensuche, ed. Harald Meller & Michael Schefzik, Halle (Saale) (Landesmuseum für Vorgeschichte) 2015/2016, pp. 329–332. 

https://www.academia.edu/41179725/Dragojna_Eine_sp%C3%A4tbronzezeitliche_H%C3%B6hensiedlung_in_den_bulgarischen_Rhodopen_mit_importierter_mykenischer_Keramik
Jung, R., E. Bozhinova, H. Mommsen. 2010. "Dragojna – eine spätbronzezeitliche Höhensiedlung in den bulgarischen Rhodopen mit importierter mykenischer Keramik," in Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts Athen 125, 2010 (2013), pp. 45-98.

Burkhardt, L. ."Ada Tepe - A gold mine for the Mycenaeans? Cultural interrelations between the balkans and greece in the 2nd Mill. bc,"

https://www.ceeol.com/search/article-detail?id=779151
Valeria Fol. 2018. Mycenaean Thrace – a Theme to be Continued,"  Thracia 24, pp. 17-28.

https://www.jstor.org/stable/25684288
Molloy, B. 2010. "Swords and Swordsmanship in the Aegean Bronze Age," American Journal of Archaeology 114 (3), pp. 403-428.

ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 1911123
ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΠΛΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ
February 2026
DOI: 10.13140/RG.2.2.13494.56644
https://www.researchgate.net/publication/401188411_POLEMISTES_KAI_OPLA_STEN_ANATOLIKE_KAI_KENTRIKE_CHERSONESO_TOU_AIMOU