BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Aristotle’s Three Logical Figures: A Proposed Reconstruction

 


Aristotle’s Three Logical Figures: A Proposed Reconstruction*
Reviel Netz

https://brill.com/view/journals/phro/68/1/article-p62_3.xml?ebody=pdf-63199

Abstract
Full Text
PDF
Metadata
References
Figures
Metrics



Abstract

Based on the evidence of the likely near-contemporary mathematical practice of diagrams, this article proposes a possible reconstruction of Aristotle’s three figures as introduced in Prior Analytics 1.4–6.
Keywords: Aristotle; Prior Analytics; reconstruction

Περίληψη
Με βάση τα στοιχεία της πιθανώς σχεδόν σύγχρονης μαθηματικής πρακτικής των διαγραμμάτων, αυτό το άρθρο προτείνει μια πιθανή ανακατασκευή των τριών σχημάτων του Αριστοτέλους όπως παρουσιάζονται στα Αναλυτικά Πρότερα / Prior Analytics 1.4–6. {ΣτΜ: ήτοι τα κεφάλαια 4 έως 6 του α' βιβλίου, δηλαδή APr. 24a - 26b}
Λέξεις-κλειδιά: Αριστοτέλης; Προηγούμενα Analytics. ανοικοδόμηση

Already Einarson 1936 pointed out the debt Aristotle’s logic owed to the mathematics of his time. Smith 1978 may have been the first to point out specifically that the alphabetic labels used in Aristotle’s logic—the many A, B, C— must have reflected diagrams in the manner of Greek mathematics.1 Indeed, (1) Aristotle was deeply aware of the mathematics of his time;2 (2) there was a significant burst of mathematical activity in the fourth century, much of it by authors related to Plato’s circle and so directly familiar to Aristotle;3 and, finally, (3) the use of lettered diagrams—indeed, of illustration in general—was, throughout antiquity, specific to mathematics and extremely rare in any other context.4 We can safely say: when Aristotle refers to letters, he almost certainly refers to diagrams in the Greek mathematical manner.

Ο Einarson ήδη από το 1936 επεσήμανε το χρέος που οφείλει η λογική του Αριστοτέλους στα μαθηματικά της εποχής του. Ο Smith το 1978 πιθανόν να ήταν ο πρώτος που επεσήμανε συγκεκριμένα ότι οι αλφαβητικές ετικέτες που χρησιμοποιούνται στη λογική του Αριστοτέλους - τα πολλά Α, Β, Γ - πρέπει να αντανακλούσαν διαγράμματα με τον τρόπο των ελληνικών μαθηματικών.1 Πράγματι, (1) Ο Αριστοτέλης γνώριζε βαθιά τα μαθηματικά της εποχής του·2 (2) υπήρξε μια σημαντική έκρηξη μαθηματικής δραστηριότητας τον τέταρτο αιώνα, μεγάλο μέρος της από συγγραφείς που σχετίζονται με τον κύκλο του Πλάτωνος και τόσο άμεσα εξοικειωμένοι με τον Αριστοτέλη·3 και, τέλος, (3) η χρήση των διαγραμμάτων επισημειωμένων με γράμματα — πράγματι, γενικώς για ενδεικτικούς σκοπούς — είχαν μεγάλη διάδοση, σε όλη την αρχαιότητα, ειδικά για τα μαθηματικά ενώ ήταν εξαιρετικά σπάνια σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο.4 Μπορούμε να υποστηρίξουμε με ασφάλεια: όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα γράμματα, σχεδόν σίγουρα αναφέρεται σε διαγράμματα / σχέδιαμε κατά τον ελληνικό μαθηματικό τρόπο.

That Aristotle’s logical diagrams are now absent from the manuscripts of the Prior Analytics is disappointing but not surprising. There are cases where the Aristotelian corpus invokes diagrams, internal to the text, which were then lost to the textual transmission,5 and other cases where the transmitted Aristotelian text expected its readers to refer to diagrams external to the text itself.6 Either could obtain here. Smith himself did not try to reconstruct Aristotle’s logical diagrams but a number of proposals have been made in the past. Already in Late Antiquity, commentators produced visual pedagogic tools to help readers navigate Aristotle’s syllogisms. Modern scholars identify the first such use in Ammonius, early in the 6th century CE, with examples that clarify, for instance, statements in modal logic by the use of particular examples and a visual setting out of the relations between the terms:7

Το ότι τα λογικά διαγράμματα του Αριστοτέλους απουσιάζουν πλέον από τα χειρόγραφα του έργου Αναλυτικά Πρότερα - Prior Analytics είναι απογοητευτικό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το αριστοτελικό σώμα επικαλείται διαγράμματα, εσωτερικά του κειμένου, τα οποία στη συνέχεια χάθηκαν κατά την μετάδοση του κειμένου,5 και άλλες περιπτώσεις όπου το μεταδιδόμενο αριστοτελικό κείμενο περίμενε από τους αναγνώστες του να αναφερθούν σε διαγράμματα εκτός του ίδιου του κειμένου. Ο ίδιος ο Σμιθ δεν προσπάθησε να ανακατασκευάσει τα λογικά διαγράμματα του Αριστοτέλους, αλλά έχουν γίνει αρκετές προτάσεις στο παρελθόν. Ήδη στην Ύστερη Αρχαιότητα, οι σχολιαστές παρήγαγαν οπτικά παιδαγωγικά εργαλεία για να βοηθήσουν τους αναγνώστες να περιηγηθούν στους συλλογισμούς του Αριστοτέλους. Οι σύγχρονοι μελετητές εντοπίζουν την πρώτη τέτοια χρήση στον Αμμώνιο, στις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ., με παραδείγματα που διευκρινίζουν, για παράδειγμα, δηλώσεις στη τροπική MODAL λογική με τη χρήση συγκεκριμένων παραδειγμάτων και μια οπτική περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των όρων:7

View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

The evidence from silence, prior to Ammonius (if this is indeed by Ammonius and not by later scribes) is not meaningless—Aristotle’s logic is among the most annotated texts from antiquity and the absence of such ancient figures, prior to Ammonius, is telling. It was likely in the same era as Ammonius, for instance, that the famous ‘Porphyry’s tree’ was first drawn, perhaps in the context of medical education in Alexandria.8 Diagrams such as those (perhaps) introduced by Ammonius or some other late ancient authors, as well as Porphyry’s tree, turn a conceptual relation into a two-dimensional structure, emphasizing the person of the teacher as the reader’s guide into a bookish world of learning: the typical move of late ancient and medieval commentary.

Οι αποδείξεις από τη σιωπή, πριν από τον Αμμώνιο (αν αυτό είναι πράγματι από τον Αμμώνιο και όχι από μεταγενέστερους γραφείς) δεν είναι άνευ νοήματος - η λογική του Αριστοτέλους είναι από τα πιο σχολιασμένα κείμενα ήδη από την αρχαιότητα και η απουσία τέτοιων αρχαίων μορφών, πριν από τον Αμμώνιο, είναι ενδεικτική. Ήταν πιθανό την ίδια εποχή με τον Αμμώνιο, για παράδειγμα, να σχεδιάστηκε για πρώτη φορά το περίφημο δένδρο του Πορφυρίου, ίσως στο πλαίσιο της ιατρικής εκπαιδεύσεως στην Αλεξάνδρεια.8 Διαγράμματα όπως αυτά (ίσως) που εισήγαγε ο Αμμώνιος ή κάποιοι άλλοι ύστεροι αρχαίοι συγγραφείς, όπως και το δένδρο του Πορφύριου, μετατρέπουν μιαν εννοιολογική σχέση σε μια δισδιάστατη δομή, δίδοντας έμφαση στο πρόσωπο του δασκάλου ως οδηγό του αναγνώστου σε έναν βιβλιοθηρικό κόσμο μαθήσεως: η τυπική κίνηση / εξέλιξη του σχολιασμού κατά την ύστερη αρχαιότητα και τον μεσαίωνα.
Το Δένδρο της Ζωής του Πορφυρίου (τοιχογραφία 18ου αι. στην βιβλιοθήκη του μοναστηριού Schussenried)


Many modern authors took such medieval diagrams as their inspiration for the reconstruction of Aristotle’s own lost diagrams. So, for instance, Kneale and Kneale 1962, 71–2:

Πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς πήραν τέτοια μεσαιωνικά διαγράμματα ως έμπνευση για την ανακατασκευή των χαμένων διαγραμμάτων του ίδιου του Αριστοτέλους. Έτσι, για παράδειγμα, οι Kneale and Kneale 1962, 71–2:


View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

Rose 1968, 113–16 was overall cautious and explicitly noted the limits of relying upon the medieval tradition, and yet seems to have endorsed (cautiously) the following version:

Ο Rose 1968, 113–16 ήταν γενικά επιφυλακτικός και σημείωσε ρητά τα όρια της στηρίξεως στην μεσαιωνική παράδοση, και ωστόσο φαίνεται ότι ενέκρινε (με προσοχή) την ακόλουθη εκδοχή:


View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

Such proposals are usually made in passing and without undue confidence. The only author I am familiar with to devote considerable effort to this reconstruction is Wesoly, in a series of spirited articles from 1996 onwards (followed by Englebretsen 2020). Wesoly’s diagrams possess much greater detail, with precise two-dimensional arrangements as well as arrows so that the visual annotation, as such, becomes in some sense logically sufficient. It seems that this logical efficacy is Wesoly’s main criterion for his historical reconstruction. So, Wesoly 2012, 198:

Τέτοιες προτάσεις γίνονται συνήθως εν παρόδω και χωρίς αδικαιολόγητη εμπιστοσύνη. Ο μόνος συγγραφέας με τον οποίον είμαι εξοικειωμένος για να αφιερώσει σημαντική προσπάθεια σε αυτήν την ανασυγκρότηση είναι ο Wesoly, σε μια σειρά εμπνευσμένων άρθρων από το 1996 και μετά (ακολουθούμενος από τον Englebretsen 2020). Τα διαγράμματα του Wesoly διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη λεπτομέρεια, με ακριβείς δισδιάστατες διευθετήσεις καθώς και βέλη, έτσι ώστε ο οπτικός σχολιασμός, ως τέτοιος, να γίνεται κατά κάποιον τρόπο λογικά επαρκής. Φαίνεται ότι αυτή η λογική αποτελεσματικότητα είναι το κύριο κριτήριο του Wesoly για την ιστορική του ανασυγκρότηση. Έτσι, Wesoly 2012, 198:


View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

What is absent from such modern reconstructions is an effort to locate Aristotle in the context of the mathematical practice that, after all, must have inspired him. Let us turn to this inspiration.

Αυτό που απουσιάζει από τέτοιες σύγχρονες ανακατασκευές είναι μια προσπάθεια τοποθετήσεως - εντάξεως του Αριστοτέλους στο πλαίσιο της μαθηματικής πρακτικής που, άλλωστε, πρέπει να τον ενέπνευσε. Ας στραφούμε σε αυτή την έμπνευση.

There are several contexts in which Greek mathematical texts refer to non-spatial entities, with some or all of the entities referred to, in the text, by single letters. It so happens that all of them use the very same diagrammatic principles, so that, if indeed these are Aristotle’s inspiration, the form of his logical diagrams becomes very clear.

Υπάρχουν διάφορα πλαίσια στα οποία τα ελληνικά μαθηματικά κείμενα αναφέρονται σε μη χωρικές οντότητες, με ορισμένες ή όλες τις οντότητες να αναφέρονται, στο κείμενο, με την βοήθεια μεμονωμένων γραμμάτων. Συμβαίνει ότι όλοι χρησιμοποιούν τις ίδιες διαγραμματικές αρχές, έτσι ώστε, αν όντως αυτές συνιστούν την έμπνευση του Αριστοτέλους, η μορφή των λογικών του διαγραμμάτων γίνεται πολύ σαφής.

The main extant sources are the treatment of numbers, in Euclid’s Elements Books 7–9; the treatment of general magnitudes in proportion, in Euclid’s Elements 5; and the treatment of notes, in the ps.-Euclidean Sectio Canonis. The comparison to music is the most obvious (and was the one emphasized by both Einarson 1936 as well as Smith 1978). Greek musical theory often proceeds by considering two concepts: single notes, and the intervals defined by them. This is reminiscent of the way in which, in Aristotle’s logic, one works through two main objects: single terms (such as ‘animal’, ‘horse’) and two-term premises (such as ‘Animal belongs to all horse’). In fact, one finds a similar structure in general proportion theory, with magnitudes—and their ratios. And since the discussion in Euclid’s arithmetical books, as well, usually concerns the ratios between numbers, we find a large, coherent field of applications, all reminiscent of Aristotle’s logic, studying non-spatial terms and their dyadic relations.

Οι κύριες σωζόμενες πηγές είναι η επεξεργασία των αριθμών, στα Στοιχεία του Ευκλείδου, (Euclid’s Elements Books 7–9), η αντιμετώπιση των γενικών μεγεθών σε αναλογία, στα Στοιχεία του Ευκλείδη 5, και η επεξεργασία των σημειώσεων, στο ps.-Euclidean Sectio Canonis. Η σύγκριση με την μουσική είναι η πιο προφανής (και ήταν αυτή που τονίστηκε τόσο από τον Einarson 1936 όσο και από τον Smith 1978). Η ελληνική μουσική θεωρία συχνά προχωρά εξετάζοντας δύο έννοιες: τις μεμονωμένες νότες και τα διαστήματα που ορίζονται από αυτές. Αυτό θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο, στη λογική του Αριστοτέλη, εργάζεται κανείς μέσα από δύο κύρια αντικείμενα: μεμονωμένους όρους (όπως «ζώο», «άλογο») και προτάσεις δύο όρων (όπως «Το ζώο ανήκει σε όλα τα άλογα»). Στην πραγματικότητα, βρίσκουμε μια παρόμοια δομή στη γενική θεωρία αναλογιών, με μεγέθη - και τους λόγους τους. Και επειδή η συζήτηση στα αριθμητικά βιβλία του Ευκλείδου, επίσης, συνήθως αφορά στις αναλογίες μεταξύ των αριθμών, βρίσκουμε ένα μεγάλο, συνεκτικό πεδίο εφαρμογών, που όλα θυμίζουν τη λογική του Αριστοτέλους, όπου μελετώνται οι μη χωρικοί όροι και οι αμοιβαίες σχέσεις τους.

In the extant manuscripts, there are two major ways in which the terms belonging to those fields are represented.9 In the simplest case, the individual terms are represented as single lines, each set separately, all parallel to each other; next to each, its alphabetic label. Sectio Canonis 1 is a simple example:10

Στα σωζόμενα χειρόγραφα, υπάρχουν δύο κύριοι τρόποι με τους οποίους παρουσιάζονται οι όροι που ανήκουν σε αυτά τα πεδία.9 Στην απλούστερη περίπτωση, οι μεμονωμένοι όροι αναπαρίστανται ως μεμονωμένες γραμμές, κάθε μία χωριστά, όλες παράλληλοι μεταξύ τους. δίπλα δίπλα, η αλφαβητική τους ετικέτα. Το Sectio Canonis 1 είναι ένα απλό παράδειγμα:10

Let there be an interval BC, and let B be a multiple of C, and let B be to D as is C to B. I assert then that D is a multiple of C.

Έστω ένα διάστημα BC, και έστω B είναι πολλαπλάσιο του C, και έστω B στο D όπως είναι το C στο B. Ισχυρίζομαι τότε ότι το D είναι πολλαπλάσιο του C.

View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

A somewhat more complicated case arises where one needs to sum up, or subtract, terms. Now, in music, one note added to another does not make a third note, but, instead, it makes an ontologically distinct object—the interval. (Occasionally, however, notes are considered strictly as numerical values, and then they may be summed up or subtracted.). A magnitude, however, added to a magnitude, does give rise to a third magnitude, hence representations such as those of Euclid’s Elements 5.1:

Μια κάπως πιο περίπλοκη περίπτωση προκύπτει όταν κάποιος χρειάζεται να προσθέσει - συνοψίσει ή να αφαιρέσει όρους. Τώρα, στην μουσική, μια νότα που προστίθεται σε μια άλλη δεν κάνει μια τρίτη νότα, αλλά, αντίθετα, δημιουργεί ένα οντολογικά διακριτό αντικείμενο - το διάστημα. (Περιστασιακά, ωστόσο, οι σημειώσεις θεωρούνται αυστηρά ως αριθμητικές τιμές και στη συνέχεια μπορούν να συνοψιστούν ή να αφαιρεθούν.). Ένα μέγεθος, ωστόσο, που προστίθεται σε ένα μέγεθος, οδηγεί σε ένα τρίτο μέγεθος, εξ ου και αναπαραστάσεις όπως αυτές των Στοιχείων 5.1 του Ευκλείδου:

Let any number of magnitudes whatever AB, CD be respectively equimultiples of any magnitudes E, F equal in multitude. I say that, whatever multiple AB is of E, that multiple shall AB, CD also be of E, F…. Let AB be divided into the magnitudes AG, GB equal to E …11

Έστω οποιοσδήποτε αριθμός μεγεθών οποιοσδήποτε AB, CD είναι αντίστοιχα ισοδύναμα πολλαπλάσια οποιωνδήποτε μεγεθών E, F ίσο σε πλήθος. Υποστηρίζω ότι, ό,τι πολλαπλάσιο AB είναι του E, αυτό το πολλαπλάσιο θα είναι το AB, το CD επίσης του E, F…. Έστω το AB διαιρούμενο στα μεγέθη AG, GB ίσα με E …11

View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

In the course of Elements 5.1 one considers AB as a composite of AG, GB; hence the magnitudes AG, GB are each defined by two labels. The magnitudes E, F do not participate in such compositions and therefore each is labeled by a single letter. In this case, then, we still have lines set in parallel, but some of the lines have a single letter next to them while others have three or more letters, referring to two or more elements, each bounded and labeled by the combination of two letters.

Κατά την διερεύνηση των Στοιχείων 5.1 κάποιος θεωρεί το AB ως σύνθετο εκ των AG, GB. Ως εκ τούτου, τα μεγέθη AG, GB καθορίζονται από δύο ετικέτες. Τα μεγέθη E, F δεν συμμετέχουν σε τέτοιες συνθέσεις και επομένως το καθένα επισημαίνεται με ένα μόνον γράμμα. Σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, εξακολουθούμε να έχουμε γραμμές παράλληλες, αλλά μερικές από τις γραμμές έχουν ένα μόνο γράμμα δίπλα τους, ενώ άλλες έχουν τρία ή περισσότερα γράμματα, που αναφέρονται σε δύο ή περισσότερα στοιχεία, το καθένα οριοθετημένο και χαρακτηρισμένο από το συνδυασμό δύο γραμμάτων.

The examples from music, proportion theory and arithmetic are not only widespread, and coherent, but are even close in time to Aristotle’s (in general, it seems clear that mathematics directly inspired by music theory was especially dominant in the fourth century BCE12). It is worth noting that the practice is found in later sources as well: so, for instance, Archimedes’ Sphere and Cylinder 1.2, solving a problem in geometrical proportion theory, where AB, D are set out as general magnitudes (see the figure on the next page).13

Τα παραδείγματα από τη μουσική, την θεωρία αναλογιών και την αριθμητική δεν είναι μόνο διαδεδομένα και συνεκτικά, αλλά είναι ακόμη και χρονικώς πλησίον σε αυτά του Αριστοτέλους (γενικά, φαίνεται ξεκάθαρο ότι τα μαθηματικά που εμπνέονται άμεσα από την μουσική θεωρία ήταν ιδιαίτερα κυρίαρχα τον τέταρτο αιώνα π.Χ.12). Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρακτική συναντάται και σε μεταγενέστερες πηγές: έτσι, για παράδειγμα, η Σφαίρα του Αρχιμήδους και ο Κύλινδρος 1.2, λύνοντας ένα πρόβλημα στην θεωρία γεωμετρικών αναλογιών, όπου τα AB, D εκτίθενται ως γενικά μεγέθη (βλ. η επόμενη σελίδα).13

In short, there is no ambiguity in the historical evidence, and to the extent that we believe that mathematics was indeed Aristotle’s inspiration, we know precisely which diagrams it was that inspired him: parallel lines, with letters set next to them.

Εν ολίγοις, δεν υπάρχει καμμία ασάφεια στα ιστορικά στοιχεία, και στον βαθμό που πιστεύουμε ότι τα μαθηματικά απετέλεσαν πράγματι την έμπνευση του Αριστοτέλους, γνωρίζουμε ακριβώς ποια διαγράμματα ήταν αυτά που τον ενέπνευσαν: παράλληλες γραμμές, με γράμματα δίπλα τους.


View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

The text of the Prior Analytics rather infrequently refers to the combination of two labeled terms (the very first introduction of labeled terms, 25a14, is one such exception: hē AB protasis, ‘the premise AB’, and there are a few similar uses later in the treatise. These, as noted, are the functional equivalent of ‘intervals’ in music). Much more often, the text refers simply to single terms taken in isolation. And, indeed, such terms are like musical notes, not like mathematical magnitudes. A ‘horse’, added to an ‘animal’, does not make a new, third term. It can only make an ontologically distinct category—a premise. To the extent that Aristotle is inspired by mathematics, then, his diagrams should take the form of parallel lines, with a single letter next to each.

Το κείμενο των Αναλυτικών Προτέρων αναφέρεται μάλλον σπάνια στον συνδυασμό δύο όρων με σήμανση (ετικέτα) (η πρώτη εισαγωγή των όρων με ετικέτα, 25a14, είναι μια τέτοια εξαίρεση: Η AB πρότασις, 'the premise AB', και υπάρχουν μερικές παρόμοιες χρήσεις αργότερα στην πραγματεία.{13ΣτΜ} Αυτά, όπως σημειώθηκε, είναι το λειτουργικό ισοδύναμο των «διαστημάτων» στην μουσική). Πολύ πιο συχνά, το κείμενο αναφέρεται απλώς σε μεμονωμένους όρους που λαμβάνονται μεμονωμένα. Και, πράγματι, τέτοιοι όροι είναι σαν μουσικές νότες, όχι σαν μαθηματικά μεγέθη. Ένα «άλογο», που προστίθεται σε ένα «ζώο», δεν κάνει νέο, τρίτο όρο. Μπορεί να κάνει μόνο μια οντολογικά διακριτή κατηγορία — μια πρόταση. Στον βαθμό λοιπόν που ο Αριστοτέλης εμπνέεται από τα μαθηματικά, τα διαγράμματά του θα πρέπει να έχουν τη μορφή παράλληλων γραμμών, με ένα μόνο γράμμα δίπλα σε κάθε μία.


Fortunately for us, Aristotle does briefly discuss the spatial structure of the figures as they are introduced. So, with the first figure (25b35–7):14


Ευτυχώς για εμάς, ο Αριστοτέλης συζητά εν συντομία την χωρική δομή των μορφών καθώς παρουσιάζονται. Έτσι, με το πρώτο σχήμα (25b35–7):14


I call that the middle which both is itself in another and has another in it — this is also middle in position— and call both that which is itself in another and that which has another in it extremes.{14αΣτΜ}


Ονομάζω μέσον όρον αυτόν που και τα δύο είναι το ίδιο σε έναν άλλο και έχει ένα άλλο μέσα - αυτό είναι επίσης μεσαίο σε θέση - και ονομάζω άκρα και αυτό που είναι το ίδιο σε άλλο και αυτό που έχει άλλο μέσα του.{14βΣτΜ}

Obviously Aristotle uses the word ‘middle’ primarily in a logical sense, but he notes that, in the figure, the object standing for the logical middle is in fact in the spatial middle of the figure (‘in position’); this helps to clarify that ‘extremes’, too, are so-called because they are at the two spatial extremes of this arrangement which we can now understand as three parallel lines. Aristotle later on refers to one of those extremes as ‘greater’ and to the other as ‘smaller’. In the usage of Aristotle scholars those adjectives become ‘major’ and ‘minor’ and scholars have got used to think of those terms as marking a logical position in the syllogism, but it is extremely likely, given the presence of a figure with straight lines, that Aristotle in fact refers to the sizes of the lines.15 In this case of the first figure, then, relations of size are replicated as relations in space: the line in the middle is also middle in size.

Προφανώς ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τη λέξη 'μέσος όρος' κυρίως με λογική έννοια, αλλά σημειώνει ότι, στο σχήμα, το αντικείμενο που αντιπροσωπεύει τον λογικό μέσο βρίσκεται στην πραγματικότητα στο χωρικό μέσον του σχήματος ('τῇ θέσει'). Αυτό βοηθά να διευκρινιστεί ότι τα «άκρα», επίσης, ονομάζονται επειδή βρίσκονται στα δύο χωρικά άκρα αυτής της διατάξεως που μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε ως τρεις παράλληλες γραμμές. Ο Αριστοτέλης αργότερα αναφέρεται σε ένα από αυτά τα άκρα ως «μεγαλύτερο» {μεῖζον ἄκρον} και στο άλλο ως «μικρότερο» {ἔλαττον}. Κατά τη χρήση των μελετητών του Αριστοτέλους, αυτά τα επίθετα γίνονται «μείζονα» και «ελάσσονα» και οι μελετητές έχουν συνηθίσει να θεωρούν αυτούς τους όρους ως μια λογική θέση στον συλλογισμό, αλλά είναι εξαιρετικά πιθανό, δεδομένης της παρουσίας μιας μορφής με ευθείες γραμμές, ότι ο Αριστοτέλης στην πραγματικότητα αναφέρεται στα μεγέθη των γραμμών.15 Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, του πρώτου σχήματος, οι σχέσεις μεγέθους αναπαράγονται ως σχέσεις στο χώρο: η γραμμή στη μέση είναι επίσης μεσαίου μεγέθους.{15αΣτΜ}

So far, then, we have established that we have three parallel lines marked (in Latin transliteration) from A to C and arranged in that order, such that A>B>C in length. There are in principle two degrees of freedom, depending on the direction by which we wish to move from A to C: left to right or right to left, top to bottom or bottom to top. (It would be very surprising, given the mathematical examples or indeed given general cognitive considerations, to have anything other than a single horizontal or vertical arrangement).


Μέχρι στιγμής, λοιπόν, έχουμε διαπιστώσει ότι έχουμε τρεις παράλληλες γραμμές σημειωμένες (με λατινική μεταγραφή) από το A έως το C και διατεταγμένες με αυτήν τη σειρά, έτσι ώστε σε μήκος A>B>C. Υπάρχουν καταρχήν δύο βαθμοί ελευθερίας, ανάλογα με την κατεύθυνση με την οποία θέλουμε να κινηθούμε από το Α στο Γ: από αριστερά προς τα δεξιά ή από δεξιά προς τα αριστερά, από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω. (Θα ήταν πολύ περίεργο, λαμβανομένων υπόψη των μαθηματικών παραδειγμάτων ή των γενικών γνωστικών εκτιμήσεων, να υπάρχει οτιδήποτε άλλο εκτός από μια ενιαία οριζόντια ή κάθετη διάταξη).


The second figure is discussed in slightly greater detail (26b35–39):


Το δεύτερο σχήμα συζητείται με λίγο μεγαλύτερη λεπτομέρεια (26b35–39):

… I call such a figure the second. In it, I call that term the middle which is predicated of both, and call those of which it is predicated extremes; the major extreme is the one lying next to the middle, while the minor extreme is the one farther from the middle. (The middle is placed outside the extremes and is first in position).


… Ονομάζω ένα τέτοιο σχήμα το δεύτερο. Σε αυτό το συλλογιστικό σχήμα, ονομάζω μέσον όρον αυτόν τον όρο τον κατηγορούμενον ἀμφοῖν ήτοι αυτόν που κατηγορείται εις αμφότερα τα άκρα, και ονομάζω άκρα τα υποκείμενα αυτά, κατά των οποίων προσαγορεύεται, (κατηγορείται) ο μέσος όρος. Το μείζον άκρο είναι αυτό που βρίσκεται πλησιέστερα στον μέσόν, ενώ έλασσον άκρο είναι αυτό που βρίσκεται πιο μακριά από τον μέσον. (Ο μέσος όρος τοποθετείται μέν έξω από τους άκρους όρους αλλά είναι πρώτος στη θέση).{15bΣτΜ}


Previously, Aristotle noted the coincidence that the middle in size was also the middle in position. He does not repeat this now because the relations of position are now altered. Unless Aristotle actively seeks to confuse his readers, we are meant to understand that the relations of ‘greater’, ‘middle’ and ‘smaller’ are now strictly the relations of size between the lines. The positions, on the other hand, are explicitly spelled out: the middle is first in position, followed by the greater and then finally followed by the smaller. Aristotle’s reference to ‘first’ and ‘farther’ strongly imply that he is referring to a figure organized from left to right. Had the figure been organized from the top to bottom, one would have expected terms such as ‘above’ and ‘below’; it is hard to believe that ‘first’ does not mean, here, ‘leftmost’, with the three terms arranged in the order of writing, from left to right.16


Προηγουμένως, ο Αριστοτέλης σημείωσε την σύμπτωση ότι το μεσαίο σε μέγεθος ήταν επίσης το μεσαίο σε θέση. Δεν το επαναλαμβάνει τώρα γιατί οι σχέσεις θέσεως πλέον έχουν αλλοιωθεί. Αν ο Αριστοτέλης δεν επιδιώξει ενεργά να μπερδέψει τους αναγνώστες του, πρέπει να καταλάβουμε ότι οι σχέσεις του «μεγαλύτερου», του «μεσαίου» και του «μικρότερου» είναι πλέον αυστηρά οι σχέσεις μεγέθους μεταξύ των γραμμών. Οι θέσεις, από την άλλη πλευρά, διατυπώνονται ρητά: η μέση είναι πρώτη στη θέση, ακολουθούμενη από τη μεγαλύτερη και στη συνέχεια ακολουθείται από τη μικρότερη. Η αναφορά του Αριστοτέλους σε «πρώτο» και «μακρύτερο» υποδηλώνει έντονα ότι αναφέρεται σε μια μορφή οργανωμένη από αριστερά προς τα δεξιά. Αν το σχήμα είχε οργανωθεί από πάνω προς τα κάτω, θα περίμενε κανείς όρους όπως «πάνω» και «κάτω». Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο «πρώτος» δεν σημαίνει, εδώ, το «αριστερό», με τους τρεις όρους να είναι διατεταγμένοι με τη σειρά γραφής, από αριστερά προς τα δεξιά.16

Finally, here is the description of the third figure (28a13–15):

Τέλος, ακολουθεί η περιγραφή του τρίτου σχήματος (28a13–15):{16ΣτΜ}

[in the third figure,] by major extreme I mean the one farther from the middle and by minor the one closer. The middle is placed outside the extremes and is last in position.

[στο τρίτο συλλογιστικό σχήμα,] με το μείζον ακραίο εννοώ το πιο μακριά από τη μέση και με το μικρό αυτό που βρίσκεται πιο κοντά. Το μεσαίο τοποθετείται έξω από τα άκρα και είναι τελευταίο στη θέση του.

Here we have the greater line, followed by the smaller line, with the middle line appearing last.

Εδώ έχουμε την μεγαλύτερη γραμμή, ακολουθούμενη από την μικρότερη γραμμή, με τη μεσαία γραμμή να εμφανίζεται τελευταία.

In the preliminary passage of chapters 1.4–6, as he introduces the figures, Aristotle makes several comments and produces several examples for each. When discussing the first figure, the terms are then always (in Latin transliteration) A, B, C; when discussing the second, they are M, N, X; when discussing the third, they are P, R, S. The alphabetical order from M to X, and from P to S, is assigned according to the spatial, rather than the logical arrangement: thus, in the second figure, M is the middle while, in the third figure, S is the middle. The consistent reference to the same labels in those chapters, 1.4–6, powerfully suggests that Aristotle refers, throughout, to a single set of material figures. Further, the explicit reference to ‘second’ and ‘third’ figures suggests that the figures are located together and marked by a word or, perhaps better, a numeral. Indeed, the main reason to think that the figures are organized together on a single diagram is the very choice to mark each with a separate set of labels. Later on in the treatise, when Aristotle discusses the second and third figures, he generally speaking reverts to A, B, C: there is no deep connection, in his mind, between the second figure and the letters M, N, X and between the third figure and the letters P, R, S. The choice to label each with different letters makes sense, however, if the three figures are considered as part of a single drawing, so that A, B and C are simply not available for the second and third figures. Aristotle’s ‘three figures’ are therefore, likely, to begin with, a single diagram with, indeed, three figures in it, which we are now in a position to reconstruct:

Στο προκαταρκτικό απόσπασμα των κεφαλαίων 1.4–6, καθώς εισάγει τα σχήματα, ο Αριστοτέλης κάνει πολλά σχόλια και παράγει πολλά παραδείγματα για το καθένα. Όταν συζητάμε το πρώτο σχήμα, οι όροι είναι πάντα (σε λατινική μεταγραφή) A, B, C. όταν συζητάμε το δεύτερο, είναι Μ, Ν, Χ. όταν συζητάμε για το τρίτο, είναι P, R, S. Η αλφαβητική σειρά από το M στο X, και από το P στο S, εκχωρείται σύμφωνα με τη χωρική και όχι τη λογική διάταξη: έτσι, στο δεύτερο σχήμα, το M είναι το μέση ενώ, στο τρίτο σχήμα, S είναι η μέση. Η συνεπής αναφορά στις ίδιες σημάνσεις (ετικέτες) σε αυτά τα κεφάλαια, 1.4-6, υποδηλώνει ισχυρά ότι ο Αριστοτέλης αναφέρεται, σε όλη τη διάρκεια, σε ένα μόνο σύνολο υλικών μορφών. Επιπλέον, η ρητή αναφορά σε «δεύτερα» και «τρίτα» σχήματα υποδηλώνει ότι τα σχήματα βρίσκονται μαζί και σημειώνονται με μια λέξη ή, ίσως καλύτερα, έναν αριθμό. Πράγματι, ο κύριος λόγος για να πιστεύουμε ότι τα σχήματα είναι οργανωμένα μαζί σε ένα μόνο διάγραμμα είναι η ίδια η επιλογή να επισημάνουμε το καθένα με ένα ξεχωριστό σύνολο σημάνσεων (ετικετών). Αργότερα στην πραγματεία, όταν ο Αριστοτέλης συζητά το δεύτερο και το τρίτο συλλογιστικό σχήμα, μιλώντας γενικά επιστρέφει στο Α, Β, Γ: δεν υπάρχει βαθιά σύνδεση, στο μυαλό του, μεταξύ του δεύτερου σχήματος και των γραμμάτων Μ, Ν, Χ και μεταξύ το τρίτο σχήμα και τα γράμματα P, R, S. Η επιλογή να επισημανθεί το καθένα με διαφορετικά γράμματα έχει νόημα, ωστόσο, εάν τα τρία σχήματα θεωρηθούν ως μέρος ενός ενιαίου σχεδίου, έτσι ώστε τα Α, Β και Γ απλά να μην είναι διαθέσιμα για το δεύτερο και το τρίτο σχήμα. Επομένως, τα «τρία σχήματα» του Αριστοτέλη είναι πιθανό να ξεκινούν με ένα ενιαίο διάγραμμα με, πράγματι, τρία σχήματα, τα οποία είμαστε τώρα σε θέση να ανακατασκευάσουμε:


View Full Size



Citation: Phronesis 68, 1 (2023) ; 10.1163/15685284-bja10062Download Figure
Download figure as PowerPoint slide

If nothing else, then, this is helpful in the basic terms of Aristotelian hermeneutics. The passages quoted above have all been a thorn in scholarship’s side, the references to the relative locations taken in various metaphysical or syntactic senses,17 but they become straightforward as soon as the visual reference is understood. For this reason alone, I am profoundly perplexed by the fact that the argument of this paper—which is, as far as I can see, nothing more than the plain reading of Aristotle’s text—has not yet been made. Perhaps this is yet another example of past humanists’ focusing on text and ignoring image (even where the text plainly speaks about images.) More to the point, a number of past scholars, as noted, did suggest possible reconstructions of the figures and what is noticeable is that all of them looked for efficacious diagrams: that is, diagrams whose very structure would provide material help in judging the validity of logical claims. This trend in the scholarship in part reflects the influence of the transmission: it is hard to look for Aristotle’s figures without thinking about the significant accumulation of late ancient and medieval visual tools which are, indeed, generally speaking, more eloquent than those reconstructed above. But this is unfair: modern scholars know full well that this scholiastic tradition begins not earlier than Late Antiquity. The main reason past scholars looked for efficacious diagrams must have been that, otherwise, it was less clear to them why Aristotle would go through the trouble of drawing them in the first place.

Αν μη τι άλλο, τότε, αυτό είναι χρήσιμο με τους βασικούς όρους της αριστοτελικής ερμηνευτικής. Τα αποσπάσματα που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν όλα ένα αγκάθι στο μάτι, οι αναφορές στις σχετικές τοποθεσίες λαμβάνονται με διάφορες μεταφυσικές ή συντακτικές έννοιες,17 αλλά γίνονται ξεκάθαρα μόλις γίνει κατανοητή η οπτική αναφορά. Για αυτόν και μόνο τον λόγο, είμαι βαθιά μπερδεμένος από το γεγονός ότι το επιχείρημα αυτής της εργασίας —που, απ’ όσο μπορώ να δω, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την απλή ανάγνωση του κειμένου του Αριστοτέλους — δεν έχει ακόμη διατυπωθεί. Ίσως αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα της εστιάσεως των ανθρωπιστών του παρελθόντος στο κείμενο και της αγνοήσεως της εικόνας (ακόμα και όταν το κείμενο μιλάει ξεκάθαρα για εικόνες.) Πιο συγκεκριμένα, αρκετοί παλαιότεροι μελετητές, όπως σημειώθηκε, πρότειναν πιθανές ανακατασκευές των σχημάτων και αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι τους αναζήτησαν αποτελεσματικά διαγράμματα: δηλαδή, διαγράμματα των οποίων η ίδια η δομή θα παρείχε υλική βοήθεια στην κρίση της εγκυρότητας των λογικών ισχυρισμών. Αυτή η τάση στην ακαδημαική έρευνα αντανακλά εν μέρει την επιρροή της μεταδόσεως: είναι δύσκολο να αναζητήσει κανείς τις εικόνες (σχεδιαγράμματα) του Αριστοτέλους χωρίς να σκεφτεί την σημαντική συσσώρευση ύστερων αρχαίων και μεσαιωνικών οπτικών εργαλείων που είναι, όντως, γενικά, πιο εύγλωττα από αυτά που ανακατασκευάστηκαν παραπάνω. Αλλά αυτό είναι άδικο: οι σύγχρονοι μελετητές γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτή η σχολαστική παράδοση ξεκινά όχι νωρίτερα από την Ύστερη Αρχαιότητα. Ο κύριος λόγος που οι παλαιότεροι μελετητές αναζήτησαν αποτελεσματικά διαγράμματα πρέπει να ήταν ότι, διαφορετικά, τους ήταν λιγότερο σαφές γιατί ο Αριστοτέλης θα μπήκε στον κόπο να τα σχεδιάσει εξαρχής.

Why indeed have the figures? To begin with, the figures reconstructed above are not entirely unhelpful. One thing which I think they are good for is for showing that it is indeed reasonable to have precisely three figures. A moment’s combinatoric reflection shows that there are six ways of arranging three lines of unequal length and that these six fall into three symmetrical pairs. (One gets all six arrangements by taking the three figures reconstructed above, and then flipping each along a vertical axis, so that the decreasing first figure A-B-C becomes an increasing mirror figure C-B-A, etc.) Clearly, the symmetrical arrangement is not considered to be a separate case, since one studies a particular relative order between the middle and the extremes; hence three figures are sufficient.

Γιατί όντως υπάρχουν τα διαγράμματα; Αρχικά, τα διαγράμματαα που ανακατασκευάστηκαν παραπάνω δεν είναι εντελώς άχρηστα. Ένα πράγμα για το οποίο πιστεύω ότι είναι καλά είναι να δείξουν ότι είναι πράγματι λογικό να έχουμε ακριβώς τρία σχεδιαγράμματα. Η συνδυαστική αντανάκλαση μιας στιγμής δείχνει ότι υπάρχουν έξι τρόποι για τη διάταξη τριών γραμμών άνισου μήκους και ότι αυτές οι έξι εμπίπτουν σε τρία συμμετρικά ζεύγη. (Κάποιος παίρνει και τις έξι διατάξεις παίρνοντας τα τρια σχεδιαγράμματα που ανακατασκευάστηκαν παραπάνω, και στη συνέχεια αναποδογυρίζοντας την καθεμία κατά μήκος ενός κατακόρυφου άξονα, έτσι ώστε η φθίνουσα πρώτη εικόνα A-B-C να γίνει μια αυξανόμενη κατοπτρική εικόνα C-B-A, κ.λπ.) Σαφώς, η συμμετρική διάταξη δεν θεωρείται ότι είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, δεδομένου ότι κάποιος μελετά μια συγκεκριμένη σχετική τάξη μεταξύ της μέσης και των άκρων, άρα τρία σχεδιαγράμματα είναι αρκετά.

Further, the figures are clearly useful as, so to speak, mnemonic tools: once we become familiar with the meaning of length and sequence, we can use them to read off the overall structure of the figure. A syllogism has two premises and a conclusion. Each of these states a predication, which is spatially organized from left to right. The premises are the two predications involving the middle; the conclusion is the one involving the greater and the smaller alone. Thus, in the first figure, the two premises are that the greater is predicated of the middle and the middle is predicated of the smaller. In the second figure, the two premises are that the middle is predicated of both greater and smaller; in the third, that both the greater and the smaller are predicated of the middle. In all cases, the conclusion is that the greater is predicated of the smaller. (That the predication runs from the greater to the smaller and not vice versa is simply Aristotle’s way of choosing his three figures out of the six available).

Επιπλέον, τα σχήματα είναι ξεκάθαρα χρήσιμα ως, ας πούμε, μνημονικά εργαλεία: μόλις εξοικειωθούμε με την έννοια του μήκους και της ακολουθίας, μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να διαβάσουμε την συνολική δομή του σχήματος. Ένας συλλογισμός έχει δύο υποθέσεις και ένα συμπέρασμα. Κάθε ένα από αυτά δηλώνει μια πρόβλεψη, η οποία είναι χωρικά οργανωμένη από αριστερά προς τα δεξιά. Οι προτάσεις είναι οι δύο κατηγορούμενα που αφορούν στον μέσο. Το συμπέρασμα είναι αυτό που αφορά μόνον το μεγαλύτερο και το μικρότερο. Έτσι, στο πρώτο σχήμα, οι δύο προϋποθέσεις είναι ότι το μεγαλύτερο κατηγορείται του μέσου και το μέσο κατηγορείται του μικρότερου. Στο δεύτερο σχήμα, οι δύο προτάσεις (προκείμενες) είναι ότι ο μέσος βασίζεται τόσο στο μεγαλύτερο όσον και στο μικρότερο. Στο τρίτο συλλογιστικό σχήμα, ότι και το μεγαλύτερο και το μικρότερο καταγγέλλονται του μέσου. Σε όλες τις περιπτώσεις, το συμπέρασμα είναι ότι το μεγαλύτερο καταγγέλλεται του μικρότερου. (Το ότι η πρόβλεψη εκτείνεται από το μεγαλύτερο στο μικρότερο και όχι το αντίστροφο είναι απλώς ο τρόπος του Αριστοτέλους να επιλέξει τα τρία σχεδιαγράμματά του από το σύνολο των έξι διαθεσίμων).

In other words, the figures of the Prior Analytics, as I reconstruct them, are good for specifying the references of the discourse. Of course, diagrams can do much more in geometry, where the more topological relations seen in the diagram, such as inclusion or intersection, can be read off as holding between the geometrical objects themselves.18 A minimal version of this is preserved by some non-spatial diagrams, for instance as seen in Elements 5.1 above: the relation of the labels A, G, B as depicted along a single line in the diagram can be used to show that AG + GB = AB (this is topological inclusion—as algebraic summation). But this is no longer the case in the diagrams of Greek music, arithmetic or proportion theory, where each line has only a single letter standing next to it. Thus, in a diagram such as the first one of the Sectio Canonis, as seen above, the relations of the labels—that these are three lines, in decreasing length from left to right—are not deductively active at all. Once the setting-out verbalizes those relations, the ordering of the three lines in a particular order of size serves, perhaps, as a mnemonic, allowing the reader to pick off from the figure—without the need to go back to the textual statement of the setting out—which is a multiple of which (the greater, of the smaller). But no conclusion flows from the visual ordering of the figure itself, over and above the statements already contained in the setting out. Such, then, were, I argue, Aristotle’s logical figures. Which is evidently the case: after all, the loss of the figures did not prevent us from following any of Aristotle’s arguments. The figures are, indeed, in this sense, deductively inert.

Με άλλα λόγια, τα σχήματα ων Αναλυτικών Προτέρων, όπως τα ανακατασκευάζω, είναι καλά για τον προσδιορισμό των παραπομπών του λόγου. Φυσικά, τα διαγράμματα μπορούν να προσφέρουν πολύ περισσότερα στην γεωμετρία, όπου οι πιο τοπολογικές σχέσεις που φαίνονται στο διάγραμμα, όπως η συμπερίληψη ή η τομή, μπορούν να διαβαστούν ως συγκράτηση μεταξύ των ίδιων των γεωμετρικών αντικειμένων.18 Μια ελάχιστη εκδοχή αυτού διατηρείται από ορισμένα μη -χωρικά διαγράμματα, για παράδειγμα, όπως φαίνεται στα Στοιχεία 5.1 παραπάνω: η σχέση των σημάνσεων (ετικετών) A, G, B, όπως απεικονίζονται κατά μήκος μίας γραμμής στο διάγραμμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δείξει ότι AG + GB = AB (αυτή είναι τοπολογική συμπερίληψη — όπως η αλγεβρική άθροιση). Αλλά αυτό δεν συμβαίνει πλέον στα διαγράμματα της ελληνικής μουσικής, της αριθμητικής ή της θεωρίας αναλογιών, όπου κάθε γραμμή έχει μόνον ένα γράμμα δίπλα της. Έτσι, σε ένα διάγραμμα όπως το πρώτο του Sectio Canonis, όπως φαίνεται παραπάνω, οι σχέσεις των σημάνσεων (ετικετών) - ότι αυτές είναι τρεις γραμμές, σε φθίνον μήκος από αριστερά προς τα δεξιά - δεν είναι καθόλου ενεργές απαγωγικά. Μόλις το σκηνικό εκφράζει λεκτικά αυτές τις σχέσεις, η ταξινόμηση των τριών γραμμών σε μια συγκεκριμένη σειρά μεγέθους χρησιμεύει, ίσως, ως μνημονική, που επιτρέπει στον αναγνώστη να ξεχωρίσει από το σχήμα - χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψει στη κειμενική δήλωση του το σκηνικό — το οποίο είναι πολλαπλάσιο του οποίου (το μεγαλύτερο, του μικρότερου). Αλλά κανένα συμπέρασμα δεν προκύπτει από την οπτική διάταξη του ίδιου του σχήματος, πέρα από τις δηλώσεις που περιέχονται ήδη στο σκηνικό. Τέτοια, λοιπόν, ήταν, υποστηρίζω, τα λογικά στοιχεία του Αριστοτέλους. Κάτι που προφανώς ισχύει: τελικά, η απώλεια των μορφών δεν μας εμπόδισε να ακολουθήσουμε κανένα από τα επιχειρήματα του Αριστοτέλη. Οι αριθμοί είναι, πράγματι, με αυτή την έννοια, απαγωγικά αδρανείς.

But perhaps all of this misses a more fundamental point. This way of talking about ‘mnemonics’ seems to suggest that Greek mathematicians used line diagrams in their music theory, arithmetic and proportion theory, so that they would have a good mnemonic with which to know what ‘A’, ‘B’ and ‘C’ refer to. This, I think, is misleading and seems to ignore the crucial fact that the use of such diagrams was an absolute requirement. Absent a figure with lines, Greek mathematicians felt that they did not properly set up their references. In other words, the function of the lines is not mnemonic but semiotic. We are so habituated to the use of letters as semiotic tools that we see them as transparently representative of abstract objects such as magnitudes, numbers or notes, but it should be emphasized a shape such as ‘A’—two slanted lines and a smaller horizontal line running in between them—has nothing to do, as such, with, say, the sounds of music. ‘A’ is no more and no less natural as a symbol for a musical note than a vertical straight line. In Greek mathematics, one became habituated to lines as the natural semiotic tools. It is not as if the symbolism of a Greek mathematical text was constituted by letters of the alphabet—which were then displayed, for mnemonic purposes, as lines. Rather, the symbolism of a Greek mathematical text was constituted by points and lines, which were then labelled, for the sake of ease of reference, by letters of the alphabet. In a geometrical context, a line—however badly drawn—stands for a line. In an arithmetical context, it stands for a number, in a musical context for a note. And in the case of Aristotle’s logic, it could stand for a horse.19 It is inconvenient, in geometry as in logic, to keep pointing with one’s index finger—‘this line’, ‘that line’—and for this reason letters of the alphabet were attached as indices allowing easier reference (that could also be directly textualized).20

Ίσως όμως όλα αυτά να αγνοούν ένα πιο θεμελιώδες σημείο. Αυτός ο τρόπος ομιλίας για τη «μνημονική» φαίνεται να υποδηλώνει ότι οι Έλληνες μαθηματικοί χρησιμοποίησαν διαγράμματα γραμμών στη θεωρία της μουσικής, την αριθμητική και την θεωρία αναλογιών, έτσι ώστε να έχουν μια καλή μνημονική με την οποία να γνωρίζουν που αναφέρονται οι σημάνσεις «Α», «Β» και «Γ». Αυτό, νομίζω, είναι παραπλανητικό και φαίνεται να αγνοεί το κρίσιμο γεγονός ότι η χρήση τέτοιων διαγραμμάτων ήταν απόλυτη απαίτηση. Απουσία ενός σχήματος με γραμμές, οι Έλληνες μαθηματικοί ένιωθαν ότι δεν έφτιαξαν σωστά τις αναφορές τους. Με άλλα λόγια, η λειτουργία των γραμμών δεν είναι μνημονική αλλά σημειωτική. Είμαστε τόσο συνηθισμένοι στην χρήση των γραμμάτων ως σημειωτικών εργαλείων που τα βλέπουμε ως διαφανώς αντιπροσωπευτικά αφηρημένων αντικειμένων όπως τα μεγέθη, οι αριθμοί ή οι νότες, αλλά θα πρέπει να τονιστεί ένα σχήμα όπως «Α» — δύο λοξές γραμμές και μια μικρότερη οριζόντια γραμμή που τρέχει ανάμεσά τους — δεν έχει καμία σχέση, ως εκ τούτου, με, ας πούμε, τους ήχους της μουσικής. Το «Α» δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο φυσικό ως σύμβολο για μια μουσική νότα από μια κάθετη ευθεία γραμμή. Στα ελληνικά μαθηματικά, συνηθίστηκε κανείς στις γραμμές ως τα φυσικά σημειολογικά εργαλεία. Δεν είναι σαν ο συμβολισμός ενός ελληνικού μαθηματικού κειμένου να αποτελούταν από γράμματα του αλφαβήτου — τα οποία στη συνέχεια εμφανίζονταν, για μνημονικούς σκοπούς, ως γραμμές. Μάλλον, ο συμβολισμός ενός ελληνικού μαθηματικού κειμένου αποτελούνταν από σημεία και γραμμές, τα οποία στη συνέχεια ονομάζονταν, για λόγους ευκολίας αναφοράς, με γράμματα του αλφαβήτου. Σε ένα γεωμετρικό πλαίσιο, μια γραμμή - όσο άσχημα και αν είναι σχεδιασμένη - σημαίνει μια γραμμή. Σε ένα αριθμητικό πλαίσιο, σημαίνει έναν αριθμό, σε ένα μουσικό πλαίσιο μια νότα. Και στην περίπτωση της λογικής του Αριστοτέλους, θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει ένα άλογο.19 Είναι άβολο, τόσο στην γεωμετρία όσο και στην λογική, να συνεχίζει κανείς να δείχνει με τον δείκτη του - «αυτή η γραμμή», «αυτή η γραμμή» - και για αυτόν τον λόγο τα γράμματα του το αλφάβητο επισυνάπτονταν ως δείκτες που επέτρεπαν ευκολότερη αναφορά (που θα μπορούσε επίσης να μετατραπεί απευθείας στο κείμενο).20

Two comparisons come to mind. First, in Chrysippus’ logic one no longer uses letters and instead, when the elements of logical demonstrations (which, in Chrysippus’ logic, are propositions) are picked up, they are referred to by ordinal numbers, ‘the first,’ ‘the second,’ etc.21 This is not a matter of innocuously transitioning between equivalent ordinal systems—letters of the alphabet, ordinal numbers—but rather serves to remind us that Chrysippus no longer uses diagrams. Chrysippus’ ordinal numbers do not pick up elements in a spatial array of lines but, instead, pick up elements in the temporal series of natural language. The ‘first’ proposition is the one first asserted, the ‘second’ follows it, etc. So, yet another example of Chrysippus’ turning away from the science of his time.22

Δύο συγκρίσεις έρχονται στο μυαλό. Πρώτον, στη λογική του Χρύσιππου δεν χρησιμοποιεί κανείς πλέον γράμματα και αντ' αυτού, όταν συλλέγονται τα στοιχεία των λογικών επιδείξεων (που στη λογική του Χρύσιππου είναι προτάσεις), αναφέρονται με τακτικούς αριθμούς, «ο πρώτος», «το δεύτερον, κ.λπ.21 Δεν πρόκειται για αβλαβή μετάβαση ανάμεσα σε ισοδύναμα τακτικά συστήματα - γράμματα του αλφαβήτου, τακτικούς αριθμούς - αλλά μάλλον μας υπενθυμίζει ότι ο Χρύσιππος δεν χρησιμοποιεί πλέον διαγράμματα. Οι τακτικοί αριθμοί του Χρύσιππου δεν συλλέγουν στοιχεία σε μια χωρική διάταξη γραμμών, αλλά, αντίθετα, μαζεύουν στοιχεία στη χρονική σειρά της φυσικής γλώσσας. Η «πρώτη» πρόταση είναι αυτή που διατυπώθηκε για πρώτη φορά, η «δεύτερη» την ακολουθεί κ.λπ. Ένα ακόμη παράδειγμα του Χρύσιππου που απομακρύνεται από την επιστήμη της εποχής του.22

Second, we may note claims such as those made by Kneale and Kneale (1962, 61), that one of Aristotle’s great innovations was that he ‘[used] letters as term-variables’. Considered sufficiently abstractly, it is perhaps valid to consider the line, next to which the letter A lies, as a term-variable. (The line may stand for ‘horse’ but it may also stand for ‘animal’). But the letter A is not a variable, because it is not even a symbol but is, instead, simply an index, picking up a reference to a particular line. Perhaps a failure to see that is among the difficulties preventing past scholars from visualizing Aristotle’s figures. It is noteworthy that the reconstructions offered by past scholars are all variations on the idea of enmeshing alphabetic letters within system of curves and arrows, the letters standing for terms and the curves and arrows for their relations. In fact, Greek diagrammatic practice does not use letters as symbolic representations for the terms under discussion: for this, one mostly has to wait for modern algebra. Aristotle himself would have been familiar with a different kind of diagrams, where the letters were tools for pointing at things; a textualized alternative to one’s index finger.

Δεύτερον, μπορούμε να σημειώσουμε ισχυρισμούς όπως εκείνους που έγιναν από τους Kneale και Kneale (1962, 61), ότι μια από τις μεγάλες καινοτομίες του Αριστοτέλους ήταν ότι «[χρησιμοποιούσε] τα γράμματα ως μεταβλητές όρου». Λαμβάνοντας υπόψη αρκετά αφηρημένα, είναι ίσως έγκυρο να θεωρήσουμε τη γραμμή, δίπλα στην οποία βρίσκεται το γράμμα Α, ως όρο-μεταβλητή. (Η γραμμή μπορεί να σημαίνει «άλογο» αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει «ζώο»). Αλλά το γράμμα Α δεν είναι μια μεταβλητή, γιατί δεν είναι καν σύμβολο, αλλά είναι, αντίθετα, απλώς ένα ευρετήριο, που παίρνει μια αναφορά σε μια συγκεκριμένη γραμμή. Ίσως η αποτυχία να το δούμε αυτό είναι μια από τις δυσκολίες που εμποδίζουν τους παλαιότερους μελετητές να οπτικοποιήσουν τις μορφές του Αριστοτέλους. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ανακατασκευές που προσφέρονται από παλαιότερους μελετητές είναι όλες παραλλαγές στην ιδέα της συνένωσης των αλφαβητικών γραμμάτων μέσα σε ένα σύστημα καμπυλών και βελών, των γραμμάτων που σημαίνουν όρους και των καμπυλών και βελών για τις σχέσεις τους. Στην πραγματικότητα, η ελληνική διαγραμματική πρακτική δεν χρησιμοποιεί γράμματα ως συμβολικές αναπαραστάσεις για τους υπό συζήτηση όρους: για αυτό, πρέπει κυρίως να περιμένει κανείς τη σύγχρονη άλγεβρα. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα ήταν εξοικειωμένος με ένα διαφορετικό είδος διαγραμμάτων, όπου τα γράμματα ήταν εργαλεία για να δείχνουν τα πράγματα. μια κειμενοποιημένη εναλλακτική του δείκτη.

We find ourselves pondering Aristotle’s index finger and so we are drawn to consider the context and materiality of the figures. As noted, the stability of the lettering for each figure for the duration of chapters 1.4–6 suggests the existence of a single set of figures and the most obvious hypothesis is that Aristotle worked in a classroom where he could refer to a fixed drawing (a whiteboard, perhaps?23). I think that this is very likely but that we should also admit our ignorance and consider a wider range of possibilities. As noted above, the lettering of the second figure with M, N, X and of the third with P, R, S is kept only through 1.4–6 and, later on in the treatise, Aristotle usually refers to diagrams with A, B, C even when discussing the second and third figures. This reveals to us two things. First, it emphasizes, once again, that the main semiotic tool are the lines, not the labels. Aristotle evidently feels that the figure consists not in the choice of three labels but in the spatial arrangement of three lines of differing lengths. Second, the text of the Prior Analytics does not emerge just from the context of speaking about a single diagram, on a single whiteboard, on the walls of the Lyceum. Had Aristotle referred throughout the treatise to that single figure, drawn on the wall, he would always use the labels introduced in chapters 1.4–6. But if he does not refer to a single set of figures throughout, and instead relies on different visual aids in different contexts, we are left very much in the dark concerning the details of his practice in any particular context. The best statement in my view is that the environment of Aristotle’s school was awash in a variety of textual artifacts: papyri, whiteboards, wax tablets (among other media).24 Learning and research were done mostly in oral conversation, making reference to such textual artifacts as the need arose. Sometimes, one looked at the documents of the master and of his close associates. Probably multiple copies were made of these, and it is likely that many of those copies accompanied the text itself by the drawings it implied. Sometimes, one would refer to drawings attached to the wall. In particular, it seems likely that at some point Aristotle discussed in oral teaching the basic principles of the syllogistic, and that this discussion was pursued in sight of a whiteboard, containing the three figures. This discussion informed chapters 1.4–6 of the Prior Analytics. Its diagram was then lost; I believe it is now reconstructed.

Βρισκόμαστε να συλλογιζόμαστε τον δείκτη του Αριστοτέλη και έτσι μας ελκύει να εξετάσουμε το πλαίσιο και την υλικότητα των μορφών. Όπως σημειώθηκε, η σταθερότητα των γραμμάτων για κάθε σχήμα κατά τη διάρκεια των κεφαλαίων 1.4-6 υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ενιαίου συνόλου σχημάτων και η πιο προφανής υπόθεση είναι ότι ο Αριστοτέλης εργαζόταν σε μια τάξη όπου μπορούσε να αναφερθεί σε ένα σταθερό σχέδιο (α πίνακας, ίσως;23). Πιστεύω ότι αυτό είναι πολύ πιθανό, αλλά θα πρέπει επίσης να παραδεχτούμε την άγνοιά μας και να εξετάσουμε ένα ευρύτερο φάσμα πιθανοτήτων. ως σημειώθηκε παραπάνω, το γράμμα του δεύτερου σχήματος με Μ, Ν, Χ και του τρίτου με Ρ, R, S διατηρείται μόνο στο 1,4–6 και, αργότερα στην πραγματεία, ο Αριστοτέλης συνήθως αναφέρεται σε διαγράμματα με Α, Β, C ακόμη και όταν συζητάμε το δεύτερο και το τρίτο σχήμα. Αυτό μας αποκαλύπτει δύο πράγματα. Πρώτον, τονίζει, για άλλη μια φορά, ότι το κύριο σημειωτικό εργαλείο είναι οι γραμμές και όχι οι ετικέτες. Ο Αριστοτέλης αισθάνεται προφανώς ότι το σχήμα δεν συνίσταται στην επιλογή τριών ετικετών αλλά στη χωρική διάταξη τριών γραμμών διαφορετικού μήκους. Δεύτερον, το κείμενο του Prior Analytics δεν προκύπτει απλώς από το πλαίσιο της ομιλίας για ένα μόνο διάγραμμα, σε έναν ενιαίο πίνακα, στους τοίχους του Λυκείου. Αν ο Αριστοτέλης αναφερόταν σε όλη την πραγματεία σε αυτή τη μοναδική φιγούρα, ζωγραφισμένη στον τοίχο, θα χρησιμοποιούσε πάντα τις ετικέτες που εισάγονται στα κεφάλαια 1.4-6. Αλλά αν δεν αναφέρεται σε ένα ενιαίο σύνολο φιγούρων παντού, και αντίθετα βασίζεται σε διαφορετικά οπτικά βοηθήματα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, μένουμε πολύ στο σκοτάδι σχετικά με τις λεπτομέρειες της πρακτικής του σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πλαίσιο. Η καλύτερη δήλωση κατά την άποψή μου είναι ότι το περιβάλλον της σχολής του Αριστοτέλη ήταν πλημμυρισμένο από μια ποικιλία κειμενικών αντικειμένων: πάπυροι, πίνακες, κέρινα δισκία (μεταξύ άλλων μέσων). τεχνουργήματα όπως προέκυψε η ανάγκη. Μερικές φορές, κοιτούσε κανείς τα έγγραφα του πλοιάρχου και των στενών του συνεργατών. Πιθανώς έγιναν πολλαπλά αντίγραφα από αυτά, και είναι πιθανό ότι πολλά από αυτά τα αντίγραφα συνόδευαν το ίδιο το κείμενο από τα σχέδια που υπονοούσε. Μερικές φορές, θα αναφερόταν κανείς σε σχέδια που είναι προσαρτημένα στον τοίχο. Συγκεκριμένα, φαίνεται πιθανό ότι κάποια στιγμή ο Αριστοτέλης συζήτησε στην προφορική διδασκαλία τις βασικές αρχές της συλλογιστικής και ότι αυτή η συζήτηση συνεχίστηκε μπροστά σε έναν πίνακα που περιείχε τις τρεις μορφές. Αυτή η συζήτηση ενημέρωσε τα κεφάλαια 1.4–6 του Prior Analytics. Τότε χάθηκε το διάγραμμά του. Πιστεύω ότι τώρα έχει ανακατασκευαστεί.

Bibliography

Asper, M. (2015). Peripatetic Forms of Writing: A Systems-Theory Approach. In: Hellmann, O. and Mirhady, D., eds., Phaenias of Eresus, New Brunswick: NJ, pp. 407–432.

Barker, A. (1989). Greek Musical Writings. Cambridge.

Bobzien, S. (2005). Logic. In: Algra, K., Barnes, J., Mansfeld, J. and Schofield, M., eds., The Cambridge History of Hellenistic Philosophy, Cambridge, pp. 77–176.

Carman, C.C. (2018). Accounting for Overspecification and Indifference to Visual Accuracy in Manuscript Diagrams: A Tentative Explanation Based on Transmission. Historia Mathematica 45.3, pp. 217–236.

Corbett, G.G. and Fraser, N.M. (2000). Default Genders. In: Unterbeck, B. and Rissanen, M., eds., Gender in Grammar and Cognition, New York, pp. 55–97.

Einarson, B. (1936). On Certain Mathematical Terms in Aristotle’s Logic. American Journal of Philology 57, pp. 33–54, 151–72.

Englebretsen, G. (2020). Figuring it Out: Logic Diagrams. Berlin.

Heath, T.L. (1926). The Thirteen Books of Euclid’s Elements. Cambridge.

Ierodiakonou, K. (2002). Aristotle’s Use of Examples in the Prior Analytics. Phronesis 47.2, pp. 127–152.

von Jan, K. (1895). Musici Scriptores Graeci. Leipzig.

Kneale, M. and Kneale, W. (1962). The Development of Logic. Oxford.

Lee, E. (2020). Visual Agency in Euclid’s Elements: A Study of the Transmission of Visual Knowledge. Stanford PhD.

van Leeuwen, J. (2016). The Aristotelian Mechanics: Text and Diagrams. Berlin.

Manders, K. (2008). The Euclidean Diagram. In: Mancosu, P., ed., The Philosophy of Mathematical Practice, Oxford, pp. 80–133.

Netz, R. (1999). The Shaping of Deduction in Greek Mathematics: A Study in Cognitive History. Cambridge.

Netz, R. (2004). The Works of Archimedes, Translation and Commentary. Volume I: The Two Books on the Sphere and the Cylinder. Cambridge.

Netz, R. (2013). Authorial Presence in the Ancient Exact Sciences. In: Asper, M., ed., Writing Science, Berlin, pp. 217–253.

Netz, R. (2020). Scale, Space and Canon in Ancient Literary Culture. Cambridge.

Netz, R. (2020b). Why were Greek Mathematical Diagrams Schematic? Nuncius 35.3, pp. 506–535.

Netz, R. (2022). A New History of Greek Mathematics. Cambridge.

Rose, L.E. (1968). Aristotle’s Syllogistic. Springfield.

Savage-Smith, E. (2002). Galen’s Lost Ophthalmology and the Summaria Alexandrinorum. Bulletin of the Institute of Classical Studies 77, pp. 121–138.

Smith, R. (1978). The Mathematical Origins of Aristotle’s Syllogistic. Archive for History of Exact Sciences 19, pp. 201–209.

https://usercontent.one/wp/denlillemann.no/wp-content/uploads/2021/06/ON_SYLLOGISMS_Prior_Analytics_A_TRANSLAT.pdf?media=1629525306
Smith, R. (1989). Aristotle: Prior Analytics. Indianapolis.

von Staden, H. (2013). Writing the Animal: Aristotle, Pliny the Elder, Galen. In: Asper, M. (ed.) Writing Science, Berlin, pp. 111–144.

Striker, G. (2009). Aristotle: Prior Analytics Book I. Oxford.

Thomas, J.J. (2019). The Illustrated Dioskourides Codices and the Transmission of Images during Antiquity, Journal of Roman Studies 109, pp. 241–273.

Thomas, R. (1992). Literacy and Orality in Ancient Greece. Cambridge.

Vitrac, B. (2002). Note Textuelle sur un (Problème de) Lieu Géométrique dans les Météorologiques d’Aristote (III. 5, 375 b 16–376 b 22). Archive for history of exact sciences 56, pp. 239–283.

Wallies, M. (1899). Ammonii in Aristotelis Analyticorum priorum librum I commentarium. Commentaria in Aristotelem Graeca IV.6. Berlin.

Wesoły, M. (1996). Aristotle’s Lost Diagrams of Analytical Figures. Eos 74, pp. 53–64.

Wesoły, M. (2012). ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ . Restoring Aristotle’s Lost Diagrams of the Syllogistic Figures. Peitho, pp. 83–114.

Παπανδρέου, Α. 1995. Αριστοτέλους το 'Όργανον'. Αναλυτικά Πρότερα μετά σχολίων, Αθήναι - Γεωργιάδης.

https://www.jstor.org/stable/27564182
Malink, M. 2008. "'Τωι' vs 'Των' in 'Prior Analytics' 1.1-22," The Classical Quarterly, New Series 58 (2), pp. 519-536.

https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PHS258/istoriaE.pdf
Δημητρακόπουλος, Κ. Ι. 2007. Ιστορία Αρχαίας Ελληνικής Λογικής, Αθήνα.

http://www.physics.ntua.gr/~mourmouras/greats/aristoteles/analytika_protera.html
Άπαντα Αριστοτέλους

https://drive.google.com/file/d/1nECCk-DiNNQ0gjAtPxZo1ZWI5A84IITJ/view
Δημητρακόπουλος, Κ. Ι. 1991. Λογική Θεωρία & Πρακτική – Βιβλίο Μαθητή, ΟΕΔΒ

https://philarchive.org/archive/VLADSA
https://journals.publishing.umich.edu/ergo/article/1147/galley/139/view/
Vlasits, J. 2021. "Division, Syllogistic, and Science in Prior Analytics I.31," ERGO 8 (10), pp. 269-305.

NOTES

* Παρέχεται το πρωτότυπο άρθρο στην Αγγλική και η μετάφρασή του στην Ελληνική, με εμβόλιμα σχόλια καί πρόσθετες σημειώσεις του μεταφραστού εντός αγκύλης και με την σήμανση ΣτΜ.
1

The best treatment of Aristotle’s quasi-mathematical passages is a concise section in an article by Vitrac (2002, 248–55).
2

Not that this requires any special evidence, but the ubiquity of mathematical examples in the Analytics itself is relevant: see Ierodiakonou 2002.
3

This claim is elaborated in the second chapter of Netz 2022.
4

Netz 2013, 232–41.
5

The clearest case is the ps. Aristotelian Mechanics, whose extant diagrams were introduced by Byzantine hands—so, evidently, were lost at some point prior to the Middle Ages (van Leeuwen 2016, 97–101).
6

In his biological works Aristotle occasionally asks the reader to consult a separate text, titled the anatomai, ‘dissections’, in order to visualize the contents of the biological text. It is widely believed that the anatomai contained visual images of anatomical structures. See von Staden 2013, 115–17.
7

Image (with my translation) from Wallies 1899, 39. I am not sure that the figures in Ammonius’ text are from his own hand, rather than coming from the hand of a later Medieval accretion, but at any rate no earlier figures of this kind are attested. (Of course, the fact that the earliest author in whose textual tradition those diagrams are found is Ammonius is not dispositive though it does suggest, as the text asserts, a fairly late origin). This particular form of curved lines connecting terms is ubiquitous in Medieval scholia of music and proportion theory and belongs to an entire domain worthy of study on its own right (Lee 2020 is a beginning in this direction of the study of what he calls visual scholia).
8

Savage-Smith 2002, 122–5.
9

There is reasonable room for debate concerning the fidelity of the medieval transmission of diagrams. See Carman 2018, Netz 2020b. However, the question considered here is that of the basic tools of representation and it is a prudent assumption that our manuscript evidence is, at this broad level, correct. (Notice, however, that I do not think we should put much stock in, for instance, the orientation of the lines in the manuscripts—this was certainly transformed, at least occasionally, according to the spatial needs of the scribes; see n. 11 below).
10

von Jan 1895, 150 clearly explains the manuscript evidence concerning the diagrams, which seem to be reconstructed by the editor while keeping closely to the manuscript evidence. Translation from Barker 1989 II, 194.
11

Translation (and first figure) from Heath 1926 II, 138. In fact, in the main Greek manuscripts the lines are vertical, and I provide an example in the second figure, from Vat. Gr. 190 75v. This manuscript stands out, however, in that the diagrams of Book 5 are inset within the main text; usually, they are arranged on the margins and it is possible that this could have influenced the orientation. ‘The most common and apparent external factor guiding diagram shape is its allocated space’ (Lee 2020, 226).
12

Once again, this is discussed in Netz 2022, second chapter. I emphasize the musical context in this paper. It was the main context suggested by the seminal paper in the field of the mathematics of the Prior Analytics, namely Einarson 1936. Netz 2022, chapter 2, serves to explain why this is in fact likely to have been the most salient context. Briefly: no figure loomed as large over the mathematics of the early fourth century as that of Archytas, and it is reasonable to assume that, of his achievements, the foundation of musical theory is the one that mattered most to contemporary philosophers.
13

Netz 2004, 44. As noted there, the lay-out of the figure is the same across the manuscripts.

{13ΣτΜ} Παπανδρέου 1995, σελ. 46-47.

14

Translations of Prior Analytics are all from Smith 1989.

{14αΣτΜ} Παπανδρέου 1995, σελ. 52-53.
{14βΣτΜ}. Ο Παπανδρέου (Παπανδρέου 1995, σελ. 52-53) αποδίδει πολύ πιό ικανοποιητικά τον υπό του Αριστοτέλους ορισμό του πρώτου συλλογιστικού σχήματος:
Όταν λοιπόν, τρείς όροι έχουν τήν μεταξύ των πλοκήν κατ' αυτόν τόν τρόπον, (οὕτως ἔχωσι), ώστε ό τρίτος όρος νά περιλαμβάνεται έντελώς εις τον δεύτερον, (τὸν ἔσχατον ἐν ὅλῳ εἶναι τῷ μέσῳ), και ό δεύτερος νά περιλαμβάνεται, έντελώς εις τόν πρώτον, ή νά μή περιλαμβάνεται, (καὶ τὸν μέσον ἐν ὅλῳ τῷ πρώτῳ ἢ εἶναι ἢ μὴ εἶναι,), τότε κατ' άνάγκην έκ τών άκρων όρων, (πρώτου καί τρίτου), γίνεται τέλειος συλλογισμός. 


15

It is perhaps worth mentioning that what is sometimes called, in modern logic, ‘the minor premise’ is, for Aristotle ‘the premise at the smaller extreme’ (e.g. 51a23: my translation).

{15αΣτΜ}. Παπανδρέου 1995, σελ. 52-53: Καλώ δέ μέσον3 όρον, αυτόν πού είναι μέσα εις ένα άλλον όρον, καί ένας άλλος όρος είναι μέσα εις αύτόν3, καί ό όποίος εις τήν θέσιν του, (εις τόν συλλογισμόν), είναι εις τά μέσον. 'Ακρα δέ καλώ, "αυτό" πού "καθ΄ αυτό " είναι μέσα εις ένα άλλο, καί "αυτό " μέσα εις τό όποίον είναι ένα άλλο. Διότι, έάν τό Α προσαγορεύεται, (κατηγορεῖται), εις "όλα " τά Β, καί τό Β προσαγορεύεται εις '"όλα" τά Γ, τότε κατ' άνάγκην καί τό Α πρέπει νά προσαγορεύεται, (νά κατηγορῆται), εις "όλα" τά Γ. Διότι έχει λεχθή προηγουμένως κατά ποίον τρόπον λέγεται η «κατά παντός» κατηγορία, (τὸ κατὰ παντὸς κατηγορεῖσθαι). `ομοίως δέ καί, έάν τό μέν Α κατηγορήται κατ' "ούδενός" Β, ένώ τό Β ύπάρχη ειές "όλα' τά Γ, τότε και τό Α θά ύπάρξη εις ""ουδέν" Γ. 'Εάν δέ, ό μέν πρώτος όρος ύπάρχη εις "όλα" τά του μέσου όρου, ένα ό μέσος όρος εις "ουδέν" έκ τον τρίτου  ...

{15βΣτΜ}. Παπανδρέου 1995, σελ. 63.

16

That the natural order of diagrams is, in Greek, according to the order of writing from left to right, is expected and overwhelmingly observed in the evidence. A related consequence is that diagrams are often inverted when translated into Arabic: Lee 2020, 262.

{16ΣτΜ}. Παπανδρέου 1995, σελ. 77.

17

For instance Striker 2009, 100, on the second figure: ‘… The labels “major”, “middle”, and “minor” are no longer linked to the extensions of the terms. This has the somewhat paradoxical result that the middle is said to be “placed outside the extremes”.’
18

This argument has been pursued by Manders 1995 (2008) and Netz 1999, and is now widely accepted in the scholarship.
19

This is flippant: the reference of the line is not a horse but more general. Indeed, there is no good account in the literature for the use of the neuter article for the terms of the syllogism such as to A, ‘the A’ (the noun ‘term’, itself, is masculine). It appears that the neuter article takes on, in this specific context, the indefinite meaning of ‘the A <whatever it might be>’. This is a question of Greek grammar rather than of Aristotelian exegesis, but it does appear that at some level of abstraction, neuter could be understood as the default case. (For a suggestive analogous discussion, see Corbett and Fraser 2000, 6–72: why does Russian use neuter in bylo kholodno, ‘it [neuter] was cold’? Who is the neuter subject being cold here? Apparently, ‘things in general’?) Whatever our interpretation of this grammatical question, it is clear the article refers not to the line (which would have required a feminine article) but to the thing represented by the line.

The indexical character of the letters used in Greek mathematical texts is the subject of Netz 1999, 42–51. Of course, in the case of mathematics the texts we possess were intended for an audience of readers, distant in place and time, so that indices alone could never suffice; this is less clear for the texts we now know as the works of Aristotle.
21

See e.g. Bobzien 2005, 129–31.
22

Netz 2020, Section 4.4.
23

There was a practice of publishing decrees etc. not only as stone inscriptions but also on wooden boards (made white by being covered with gypsum; presumably the writing itself was charcoal-based). Such temporary inscriptions were referred to as leukōmata (not to be confused with the homonymous eye disease). Since the technology was available, it is assumed—though no direct evidence exists—that it was also used for teaching. A suggestive proposal is that writing on wood would be especially amenable for more elaborate drawings (Thomas 2019, 262–3; for a brief statement on leukōmata in general, see Thomas (no relation) 1992, 83).
24

This is analogous to the way in which the Peripatetic writing project gradually became a manifold of many genres, the argument of Asper 2015.




Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

AEGINA AS A STATE-LIKE POLITY EARLIER THAN MYCENAE

Η ΑΙΓΙΝΑ ΩΣ ΠΡΩΙΜΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΟΡΦΩΜΑ ΚΑΙ ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Οχυρωματικά τείχη (α) οικισμού Los Millares και (β) Χαλανδριανής Σύρου

Οχύρωση από το Παλαμάρι Σκύρου

Οχυρωματικά τείχη και οικίες Κολώνας V

Το οχυρωμένο οικιστικό κέντρο των μέσων της τρίτης χιλιετίας π.Χ. στην Αίγινα-Κολώνα ανασκάφηκε από το Πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ υπό τον C. Reinholdt στα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000.[1] Η Αίγινα-Κολώνα βρίσκεται στο ομώνυμο νησί της Αίγινας στον Σαρωνικό Κόλπο, περίπου 30 χλμ. νότια προς νοτιοδυτικά του Πειραιά, του διάσημου λιμανιού της πόλεως - κράτους των Αθηνών. Ο οικισμός στον λόφο της Κολώνας χρονολογείται από την Τελική Νεολιθική (Κολώνα Ι), αλλά τα πρώτα μνημειακά κτίρια ανεγέρθηκαν κατά την ύστερη Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο (Κολώνα ΙΙ και ΙΙΙ, περ. 2500-2200 π.Χ.). Από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. (ΠE ΙΙΙ, Κολώνα V) έως τουλάχιστον την περίοδο των λαξευτών τάφων (ΜΕ ΙΙΙ‒ΥΕ Ι, περ. 1700‒1600 π.Χ., Κολώνα X) η Αίγινα-Κολώνα ήταν μια οχυρή ακρόπολη.[2] Ο οικισμός συνεχίστηκε μέχρι την ΥΕ ΙΙΙΒ με ουσιαστική επανακατάληψη ολόκληρης της περιοχής κατά την ύστερη Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο. Η τοποθεσία στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. ήταν "ένας εντυπωσιακός και καλά οχυρωμένος οικισμός… [του οποίου] οι οχυρώσεις εμφανίζονται ως συγκρίσιμες με αυτές της Τροίας". Μάλιστα ο τύπος οχυρώσεως με πεταλόσχημους προμαχώνες παραβάλλεται με αυτόν άλλων θέσεων όπως στην Χαλανδριανή Σύρου, Παλαμάρι Σκύρου, Νάξο (Πάνορμος), Αίγινα, Λέρνη, αλλά και στο Liman Tepe, στο τελευταίο μάλιστα σε δύο θέσεις,[3] διαθέτον ανάλογα έως και στην Ιβηρική στον οικισμό Los Millares! Η αρχιτεκτονική της Κολώνας ΙΙ-ΙΙΙ ανήκει στην παράδοση των λεγόμενων 'οικιών με διάδρομο', μιας υποφάσεως της ΠΕ ΙΙ που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση αυτού του τύπου μεγάλης κατασκευής σε θέσεις όπως η Λέρνα, η Θήβα ή η Τροία, παρόμοια, κατά το γενικό σχέδιο με κτίρια τύπου μεγάρου της Ανατολίας και, "συνδυάζεται με μια νέα, πιο συγκεντρωτική μορφή διακυβερνήσεως σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας". Η μνημειακή αρχιτεκτονική, οι εντυπωσιακές οχυρώσεις σε συνδυασμό με συγκεντρώσεις αγαθών πολυτελείας όπως ο θησαυρός που συζητείται λεπτομερώς παρακάτω, παρέχουν στοιχεία για κάποια μορφή ιεραρχικής, συγκεντρωτικής κοινωνικοπολιτικής οργανώσεως ή «ελίτ» στην τοποθεσία. Οι κάτοικοι της Αίγινας - Κολώνας, με ένα καλά προστατευμένο κέντρο, διέθεταν επίσης καλή γεωγραφική θέση για να επωφεληθούν από το θαλάσσιο εμπόριο με την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, πιθανότατα είχαν σχετικά εντατική επαφή με τους λαούς της Ανατολίας, με κοινόχρηστους τύπους κεραμεικών και κοσμημάτων και παρόμοια αρχιτεκτονική και ‘κυβερνητικά’ (;) κτίρια, ιδιαίτερα καλά σε σύγκριση με την κατάσταση στη σύγχρονη Τροία II-III στην δυτική Ανατολία. Οι συγκρίσεις με την Τροία της 3ης χιλιετίας είναι περαιτέρω άξιες αναφοράς, καθώς η τελευταία ήταν ένα πλούσιο και ισχυρό εμπορικό κέντρο κατά τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. με εκτεταμένες υλικές διασυνδέσεις. Οι κάτοικοι ανωτέρας κοινωνικο-οικονομικής ομάδας (ελίτ) της Τροίας της 3ης χιλιετίας ήταν οι ίδιοι καλά διασυνδεδεμένοι με τα διαπεριφερειακά συστήματα αλληλεπιδράσεως που συνέδεαν την περιοχή καταγωγής τους της δυτικής Ανατολίας με άλλους πολιτισμούς της Μικράς Ασίας, το ευρύτερο Αιγαίο, την Μεσοποταμία και όχι μόνο. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται τόσον από ευρήματα που προέρχονται από περιβάλλοντα οικισμών όσο και από αρκετούς ανασκαφέντες θησαυρούς. Χρυσά αντικείμενα που προέρχονται από αυτά τα πλαίσια στην Τροία παρέχουν μερικούς καλούς παραλληλισμούς με ευρήματα από την Αίγινα - Κολώνα. Αυτό υποδηλώνει ότι η αριστοκρατική κοινωνική ομάδα στην Αίγινα-Κολώνα συμμετείχε στην ίδια πολιτιστική σφαίρα αλληλεπιδράσεως με της Τροίας. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ευρίσκουμε ομοιότητες στους τύπους λίθινων χανδρών που βρέθηκαν και στις δύο θέσεις.

Χρυσό κρεμαστό κόσμημα

Από την άλλη η Αίγινα της ΜΕ περιόδου έχει προβληθεί πειστικά ως μία προωθημένη πολιτική οντότητα με κρατικές δομές, στην οποία φαίνεται ότι μπορούν να αναζητηθούν μερικά από τα χαρακτηριστικά που θα αποδοθούν αργότερα στην Μυκηναϊκή Εποχή. Η ανασκαφή ενός ‘θολωτού τάφου’ στην Κολώνα με πολύτιμα Μινωικά και Κυκλαδικά κτερίσματα θα αποκαλύψει μιαν εικόνα που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτήν των Μυκηνών.[4] Μάλιστα η ίδια η ύπαρξη του θησαυρού της Αίγινας εκτιμάται ως παρέχουσα την βάση να θεωρήσουμε ότι τα αντικείμενά του απετέλεσαν με την σειρά τους αφιερώματα σε τάφους πολεμιστών, επομένως οι τάφοι αριστοκρατών υπήρξαν πολυάριθμοι. Υπέρ της υπάρξεως πολεμιστών αριστοκρατών στην Αίγινα ήδη από την ΜΕ περίοδο συνηγορεί η διακόσμηση διαζώματος πίθου της πόλεως IX όπου παρουσιάζεται επανδρωμένο πλοίο, καθώς και άλλο όστρακο με σαφή παράσταση πολεμιστών φερόντων δόρατα,[5] ενώ δεν λείπουν παραστάσεις με μυθολογικές αναφορές, που υπογραμμίζουν την μυθολογική – θρησκευτική συνέχεια ως την Κλασική εποχή![6] Στα πλαίσια αυτών των διαπιστώσεων η ύπαρξη σειράς θολωτών τάφων στην Αίγινα, πρώτη κρατική οντότητα του ηπειρωτικού Ελλαδικού χώρου,[7] από τις αρχές της δευτέρας χιλιετίας,[8] προβάλλει το νησί ως προπομπό της Μυκηναϊκής εποχής που ανατέλλει .. 
Επανερχόμενοι, δι ολίγων, στην παράσταση πολεμιστών επί κεραμεικού θραύσματος, σημειώνουμε ότι αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει τον ναυτικό προσανατολισμό των κατοίκων του οικισμού, πιθανόν δε και τις πειρατικές δραστηριότητές τους! Αξιοσημείωτη είναι σχετικώς η εμφάνιση παραλληλισμών μεταξύ της παραστάσεως βηματιζόντων πολεμιστών οπλισμένων με λόγχε με συγκρίσιμες παραστάσεις ανδρών σε κρητικούς σφραγιδόλιθους της Παλαιοανακτορικής περιόδου (ΜΜ ΙΒ-ΜΜ ΙΙ), ενώ ομοιότητα εμφανίζεται και με το λογόγραμμα του ανδρός στην Γραμμική Β'.[9] Λαμβάνοντας, άλλωστε, υπόψιν την ανάπτυξη των λεγομένων σημείων κεραμέων στην Αίγινα, Φυλακωπή, Λέρνη, σπήλαιο Φράγχθι, Τίρυνθα, Αγία Ειρήνη κ.α.[10] καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, αν και οι γνώσεις μας για το θέμα είναι ελλιπείς, το Αιγαίο φαίνεται ότι συμμετείχε στις διαδικασίες που κορυφώθηκαν με την επινόηση του αλφαβήτου!


Θραύσμα αγγείου με πολεμιστές (αρ.), σχετική Μινωική σφραγίδα CMS VI 068 (δεξ. άνω)& λογόγραμμα ανδρός στην Γραμμική Β' (δεξ. κάτω)


Σύμφωνα με τον Rutter[11] ίσως το πιο σημαντικό μεμονωμένο συμπέρασμά της Kilian-Dirlmeier, σε μια ασυνήθιστα πλούσια συζήτηση για τις ομάδες αριστοκρατών (ελίτ) και τα δίκτυα ανταλλαγών στην παλαιοανακτορική περίοδο στην Κρήτη (δηλαδή πριν από την εποχή των θολωτών τάφων), είναι η επιμονή της ότι η τάξη των πολεμιστών υψηλού επιπέδου που εκπροσωπούνται στους τάφους της περιόδου ΜΕ ΙΙ (1950/1900-1750/1720)[12], όπως οι θολωτοί τάφοι στην Κολώνα και τις Θήβες, προέκυψε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επαφή με την Κρήτη. Αυτές οι ηπειρωτικές και νησιωτικές ομάδες αριστοκρατών (ελίτ), αντί να θεωρούνται απλώς ως παθητικοί αποδέκτες ή δουλικοί μιμητές διαφόρων πτυχών του Μινωικού υλικού πολιτισμού, επιδίωξαν τις ανταλλαγές με τους Μινωικούς αναλόγους τους για λόγους τουλάχιστον εξίσου ενδιαφέροντες: ενώ οι Μινωίτες αναζητούσαν μέταλλα και ελκυστικούς λίθους για να παράγουν αντικείμενα πολυτελείας για τελετουργική χρήση στα ανάκτορά τους, οι αρχηγοί πολεμιστών στην ηπειρωτική χώρα ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν τα κατασκευασμένα αγαθά μέσω των οποίων μπορούσαν να διακριθούν - ξεχωρίσουν από τους οπαδούς - ακολούθους τους τόσον στην ζωή όσον και στο θάνατο, κυρίως ξίφη και εξαιρετικά διακοσμημένο εξοπλισμό πόσεως. Άν και θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπόχρεοι πρός τους Μινωίτες και άλλους νησιώτες αναφορικά πρός τα πλούσια διακοσμημένα ξίφη και φανταχτερά διακοσμημένες κανάτες, αυτή η ελλαδική ελίτ είχε ήδη καθιερώσει, ήδη από την ΜΕ II περίοδο, ορισμένα εμβλήματα που δεν όφειλαν τίποτα στην Κρήτη, κυρίως το κράνος από χαυλιόδοντες κάπρου, αλλά και περίτεχνα κατασκευασμένους τάφους σχεδιασμένους να χωρούν μόνον ένα άτομο. Ο θολωτός τάφος της Αίγινας λοιπόν βρίσκεται στην κεφαλή μιας μακράς και συνεχούς εξελικτικής σειράς ταφών πολεμιστών του Αιγαίου που καταλήγει - εκτείνεται μέσα από τους δύο κυκλικούς θολωτούς τάφους των Μυκηνών (MΕ III-ΥΕ IIA) μέχρι τους πολυάριθμους «τάφους πολεμιστών» τόσον στην ηπειρωτική Ελλάδα όσον και στην Κρήτη κατά τις περιόδους ΥΕ/ΥΜ II-IIIA2 πριν από τη μεγάλη καταστροφή στην Κνωσό περίπου 1370 π.Χ.

Περιδέραια από τον θησαυρό της Αίγινας (άνω & κάτω από χρυσό, μέσον: από κορνήλιο λίθο)

ΜΕ ΙΙ τάφος πολεμιστού από την Κολώνα ΙΧ
Χρυσά διαδήματα από τον θησαυρό της Αίγινας

Υπάρχουν, μάλιστα, απτές, αν και ολίγες, αποδείξεις ότι το διεθνές εμπορικό δίκτυο κατά την περίοδο ακμής του πολιτισμού του Ινδού έφθανε δυτικά μέχρι τον Ελλαδικό χώρο. Έχουμε ήδη σημειώσει την εύρεση χανδρών στην Harappa οι οποίες είχαν κατασκευαστεί με το αυτό υλικό όπως αντίστοιχες της Μινωικής Κρήτης, όμως οι σχετικές ομοιότητες δεν σταματούν εδώ. Στον θησαυρό της Κολώνας της Αίγινας έχουν ευρεθεί δύο εγχάρακτες αμφικωνικές χάνδρες από κορνήλιο λίθο, συνδεόμενες με τον πολιτισμό του Ινδού και χρονολογούμενες από το δεύτερο ήμισυ της τρίτης χιλιετίας πρίν από την εποχή μας, ενώ τεκμήρια από τις σφαιρικές, μακρές ή βραχείες αμφικωνικές χάνδρες έχουν ευρεθεί στις Ζυγουριές Αργολίδος (ΠΕ ΙΙ: 2600-2200 π.Χ.), το Δασκαλειό Κέρου (ΠΕΧ), τον Μόχλο (τύμβος 13 της ΥΕΧ), την Κέα (τάφοι 27, 31, 16 της περιόδου MM IIb – IIIa) κ.α.[13] Ισχυρή συσχέτιση με την παραγωγή της κοιλάδας του Ινδού εμφανίζει και χάνδρα από την Τροία, ενώ ανάλογα ευρήματα προέρχονται από το πολιτιστικώς συγγενές.[14] Άλλωστε φαίνεται ότι και οι έμποροι της Τύρου, θεωρούμενοι ως ασκούντες το θαλάσσιο εμπόριο για λογαριασμό της Meluhha, είχαν επαφές με τον Αιγαιακό κόσμο, ενώ πιθανή εκτιμάται και η φυσική παρουσία Μινωιτών εμπόρων αλλά και συναδέλφων τους από τον Ινδό στο Dilmun.

Εγχάρακτες χάνδρες από κορνήλιο λίθο, προερχόμενες από την κοιλάδα του Ινδού (Αίγινα)

Ευρήματα και τεκμηρίωση: Μυκηναϊκά ευρήματα από τα προάστια

Ευρήματα από τον ΜΕ ΙΙ τάφο στην Κολώνα IX


Sarasvati Sindhu Civilization had business ties with Mesopotamia. The etched carnelian beads in this necklace found in Ur (Sumer, Mesopotamia) were plausibly imported from bronze age India.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Ludvik, Kenoyer and Pieniążek 2020: Ακολουθείται εδώ η διατύπωση των ερευνητών.
[2]. Ο θολωτός τάφος πολεμιστού είναι παλαιότερος, βλ. παρακάτω.
[3]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_39; Şahoğlu 2008, pp. 483, 487-488, nn. 36-40; Erkanal and Şahoğlu 2016, p. 157; Alram-Stern 2004, pl. 7. Για την εντυπωσιακή οχύρωση του Παλαμαρίου Σκύρου βλ. Βλαχόπουλο και Παπαδημητρίου Αρμαδώρου, καθώς και τα υλικά σχετικής διεπιστημονικής συναντήσεως (Βλαχόπουλος και Παπαδημητρίου Αρμαδώρου 2016; Ρωμάνου, Χρ. 2015).
[4]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_235, Aravantinos 1995, p. 615, n. 11, Gauß 2010, p. 741, Gauß, (und). pp. 519-530.
[5]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_236. Niemeier 1995, p. 76, nn. 35, 36; Rutter 1993, pp. 778-779, figs. 13, 14: b, c.  Ο Ζήκος (Ζήκος 2019, σελ. 38) γράφει σχετικώς:
Στην περίοδο αυτή χρονολογείται η πρωιμότερη ταφή «πολεμιστή» από έναν κάθετο λακκοειδή στο νότιο τμήμα της κάτω πόλεως στην Κολώνα της Αίγινας. Το σύνολο του οπλισμού αποτέθηκε στην δεξιά πλευρά του σκελετού, ο οποίος βρισκόταν σε ύπτια στάση, με τα γόνατα λυγισμένα στο ύψος του στήθους (Kilian-Dirlmeier 1997: 13). Δίπλα στον νεκρό είχαν τοποθετηθεί όλες, σχεδόν, οι κατηγορίες πολεμικού εξοπλισμού, τόσον αμυντικού όσον και επιθετικού χαρακτήρα (Εικόνες 1-3). Το κυριότερο επιθετικό αντικείμενο είναι το ξίφος, με επενδυμένη ελεφαντοστέινη λαβή και φύλλα χρυσού, ενώ οκτώ επάργυροι ήλοι ένωναν τη λαβή με την λεπίδα5 (Kilian-Dirlmeier 1997: 13). Επίσης, βρέθηκε μια αιχμή δόρατος, η οποία είχε σχετικά μικρό μήκος, ενώ το εγχειρίδιο διέθετε ξύλινη λαβή και απλή διακόσμηση (Kilian-Dirlmeier 1997: 23-27). Σύμφωνα με την Kilian-Dirlmeier, η κατασκευή του ξίφους και του εγχειριδίου ίσως έγινε σε δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα μεταξύ τους εργαστήρια, γεγονός που υποδηλώνεται από τις κατασκευαστικές και διακοσμητικές τους διαφορές (Kilian-Dirlmeier 1997: 28). Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι η διαμόρφωση και κόσμηση του ξυρού, ο οποίος διαφέρει, κατασκευαστικά, από τα εγχειρίδια (Εικόνα 1) (Kilian-Dirlmeier 1997: 53). Στις άκρες των ώμων διαμορφώθηκαν δύο χρυσές κεφαλές κάπρου, ενώ στη λαβή, η οποία ενδεχομένως είχε ελεφαντοστέινη διακόσμηση, διατηρήθηκαν τρείς ήλοι (Kilian-Dirlmeier 1997: 50). Τέλος, έξι αιχμές βελών, χαύλιοι και δόντια κάπρου από την επένδυση οδοντόφρακτου κράνους καθώς και δύο μαχαίρια,
τα οποία σύμφωνα με τον Walter (Walter 1981-1982: 184) ήταν ακόσμητα χάλκινα εγχειρίδια, συμπληρώνουν τον οπλισμό του τάφου (Kilian-Dirlmeier 1997: 28, 35).
[6]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_237. Niemeier 1995, p. 77, n. 37; Rutter 1993, pp. 778-779, figs. 14: a. Η μυθολογικού χαρακτήρα παράσταση περιλαμβάνει άνθρωπο επί δελφινιού και ερπετοειδές θαλάσσιο ζώο. Ο όφις αποτελεί σύνηθες Μινωικό όπως και Αιγυπτιακό σύμβολο, εμφανίζεται δε με θρησκευτική συσχέτιση σε Θηβαϊκές πινακίδες Γραμμικής Β’, ενώ ως οικουρός όφις αναφέρεται στις τελετές που ελάμβαναν χώραν στην Ακρόπολη, βλ. Varias Garcia (Varias Garcia 2014).
[7]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_238. Niemeier 1995.Wohlmayr, Tanner & Frank. 2016, p. 490: Whether an administrative center or, as was to be expected, the seat of the local authorities was located in the large stone building can only be guessed at, but this unique building, built in the Middle Helladic period, illustrates a more differentiated social settlement structure that stretches across Central Greece and the Peloponnese seems to be ahead50.
[8]. Κονιδάρης 2022, σημ. 9_239. Niemeier 1995, p. 77. Ο Γερμανός αρχαιολόγος χρονολογεί τον θησαυρό εντός της περιόδου 1900-1700 π.Χ.
[9]. Gauß and Weilhartner 2020, p. 135.
[10]. Κονιδάρης 2022, σημ. 15_48; Hirschfeld 2007; Lindblom 2001.
[11]. Rutter 1999, pp. 357-358. Ακολουθείται εδώ αυτολεξεί η διατύπωση του ερευνητή.
[12]. Rutter 1993.
[13]. Κονιδάρης 2021, σημ. 6_1.
[14]. Κονιδάρης 2021, σημ. 6_2.

ΕΙΚΟΝΕΣ

Οχυρωματικά τείχη (α) οικισμού Los Millares και (β) Χαλανδριανής Σύρου

 

Οχύρωση από το Παλαμάρι Σκύρου

 

Οχυρωματικά τείχη και οικίες Κολώνας V

https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02vPCmoDhDGtGLayzgF2fNqzRLFoTCLVjLn1oFuKE1WVwkbFNSh78QjFuEoFRpVPDJl&id=100052896971032&__cft__[0]=AZWIt6T-KWRxsRcKxwT-zSiBnBfMt6IwJSnMZpfj9iKjAmhe7YLwflTPl5nGPWsLJ8G3jDGWwVceTi5-Hb1WxXCLpS3jf4P1q7ImHYTvGYMleA&__tn__=%2CO%2CP-R


Χρυσό κρεμαστό κόσμημα

Younger 1995: BM Catalogue of Jewelry no. 761: gold pectoral, part of Aigina Treasure, perhaps from Mallia, the Chrysolakkos (Higgins 1957: 42-57; Kaiser, Reief 206). Composition: a gold torque with human head finials at either end; each head has two long curls at the back, the eyes once filled with blue inlay. Higgins thinks the heads are of sphinxes; Kaiser compares them to the head of the Mallia sword acrobat; also see the sphinx terracotta aplique from Mallia Quartier Mu .. https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t1.6435-9/168454774_343287397444490_8038443249936546339_n.jpg?_nc_cat=100&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=-WNoJKHyVoQAX8H0onD&_nc_oc=AQkq2d6FP61_Y_Sjl2U4-Nl13zF7SWNHUW6AiwJZRzsa0dKwY-QqTWAHuUi40_VWHn-EIBWwibkr2LFs4Sv5l6SD&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfAsTBV1UrAbDXAnF9zSEl8PcItHxFAdpJhGsG-Jhjw0Fg&oe=653F07FA


Θραύσμα αγγείου με πολεμιστές (αρ.), σχετική Μινωική σφραγίδα CMS VI 068 (δεξ. άνω)& λογόγραμμα ανδρός στην Γραμμική Β' (δεξ. κάτω)


Περιδέραια από τον θησαυρό της Αίγινας (άνω & κάτω από χρυσό, μέσον: από κορνήλιο λίθο)

 

ΜΕ ΙΙ τάφος πολεμιστού από την Κολώνα ΙΧ

 Maran 2018, fig. 5.


Χρυσά διαδήματα από τον θησαυρό της Αίγινας

Philippa-Touchais et Touchais 2016, fig. 17.11


Ευρήματα και τεκμηρίωση: Μυκηναϊκά ευρήματα από τα προάστια

https://www.aegina-kolonna.at/aktuelle-forschungen/feldforschung/2017/2016/2015/

Ευρήματα από τον ΜΕ ΙΙ τάφο στην Κολώνα IX

Maran 2018, fig. 6.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

https://journals.openedition.org/paleorient/pdf/391
https://journals.openedition.org/paleorient/391?lang=en#text
Ludvik, G. E., J. M. Kenoyer and M. Pieniążek. 2020. “New evidence for interregional interaction in the 3rd millennium BCE Aegean: Indus-style carnelian beads at Aegina-Kolonna, Greece,” Varia 46 (1-2), pp. 161-178.

https://www.jstor.org/stable/26918849
Maran, J. 2018. "Transformation Am Beginn Der Mykenischen Epoche: Hintergründe des Aufstiegs von Mykene," Antike Welt, No. 6 (2018), pp. 16-21 (6 pages)

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2022. Οι Χετταίοι και ο κόσμος του Αιγαίου, Αθήνα.

https://www.academia.edu/8736438/The_Iconography_of_Rulership_in_the_Aegean_a_Conspectus._BY_John_G._YOUNGER_whole_book_
https://kuscholarworks.ku.edu/bitstream/handle/1808/7382/Younger_Ruler.pdf?sequence=1&isAllowed=y
Younger, J. G. 1995. "The Iconography of Rulership in the Aegean: a conspectus," in The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean (Aegaeum 11), ed. P. Rehak, Liège / Austin, pp. 151-211.

Ε. Παλαιολόγου, Σ. Αγγελίδου, Β. Μαυροθαλασσίτη. "Ο ταφικός κύκλος Β," <http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=13301>

https://www.academia.edu/28607668/J_Davis_1978_The_Mainland_Panelled_Cup_and_Panelled_Style_American_Journal_of_Archaeology_82_pp_216_222?auto=download&email_work_card=download-paper
Davis, J. L. 978. "The Mainland Panelled Cup and Panelled Style," AJA 82, pp. 216-222
.. . There is no reason to believe, however, that the circle was used at all before the final phase of the Middle Bronze Age, contemporary with the MM IIIB period at Knossos.21

MM III: starts at about 1800 .. Phylacopy II, MC, 2000-1700 BC

Κονιδάρης, Δ. Ν. 2021. Ο πολιτισμός του Ινδού και το Αιγαίο: Ομοιότητες και συγγένειες (Indus (Harappan) civilization and the Aegean : Parallels and Affinities), Αθήνα. 

https://www.austriaca.at/0xc1aa5576%200x003c7fe4.pdf

Gauß, W. . "Kolonna on Aigina: The Development of a Fortified Late Middle and Early Late Bronze Age Settlement," pp. 517-536.

https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH476/OH%204.pdf
Gauß, W. 2010. "Aegina Kolonna," in The Oxford Handbook (Chapter 55, ed. C. Cline, pp. 737-751.

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/3057301/theFile
Χρήστου, Στ. 2022. "Οι οχυρώσεις στο Αιγαίο κατά την Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού" (μεταπτ. ΕΚΠΑ).

http://ikee.lib.auth.gr/record/317361/files/GRI-2020-27081.pdf
Ζήκος, Θ. 2019. "Η ταυτότητα του πολεμιστή στη 2η χιλ π.Χ. στην ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησο και κεντρ. Ελλάδα) από τα ταφικά δεδομένα" (μεταπ. ΑΠΘ).

https://www.jstor.org/stable/506756?read-now=1&seq=2#page_scan_tab_contents
Rutter, J. B. 1999. Rev. of I. Kilian-Dirlmeier, Alt-Ägina IV.3: Das mittelbronzezeitliche Schachtgrab von Ägina, in  AJA 103 (2), pp. 357-358. 

https://www.zora.uzh.ch/id/eprint/166037/1/Wohlmayr_Tanner_Frank_Archaologentag_2016.pdf
Wohlmayr, W., A. Tanner, D. Frank. 2016. "Ägina Kolonna I – Neue Forschungen auf altem Terrain. Die frühmykenische Äußere Vorstadt und die Möglichkeiten ihrer Instandhaltung," Zurich Open Repository and Archive, University of Zurich, ZORA URL: https://doi.org/10.5167/uzh-166037

Wohlmayr, W., A. Tanner, D. Frank. 2016. "Ägina Kolonna I – Neue Forschungen auf altem Terrain. Die frühmykenische Äußere Vorstadt und die Möglichkeiten ihrer Instandhaltung," in Akten des 16. Österreichischer Archäologentages am Institut für Klassische Archäologie der Universität Wien vom 25. bis 27. Februar 2016, Wien, 25 February 2016 - 27 February 2016. Phoibos Verlag, pp. 479-501.

Gauß, W. and J. Weilhartner. 2020. "Figurale Bildkunst im mittelhelladischen Ägina," Gedenkschrift für Wolfgang Wohlmayr, Salzburg, pp. 129-148.

https://books.openedition.org/pucl/6722
https://www.academia.edu/33171228/Glow_in_the_dark_a_gold_pendant_from_a_Middle_Helladic_settlement_Aspis_Argos_
Philippa-Touchais, A. et G. Touchais. 2016. "Glow in the ‘Dark’: A Gold Pendant from a Middle Helladic Settlement (Aspis, Argos)," in RA-PI-NE-U, Studies on the Mycenaean World offered to Robert Laffineur for his 70th Birthday (AEGIS), ed. J. Driessen, Louvain, pp. 275-293.

Rutter, J. B. 1993. “Review of Aegean Prehistory II: The Prepalatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland,” AJA 97 (4), pp. 745-797.

https://www.academia.edu/44402293/Aeginetan_Pottery_in_the_Aegean_World_Mapping_Distributions_Around_an_Island_Hub
Walter Gauß – Alex R. Knodell. 2020. "Aeginetan Pottery in the Aegean World: Mapping Distributions Around an Island Hub," in From Past to Present. Studies in Memory of Manfred O. Korfmann (STUDIA TROICA, Monographien 11), ed. S. W. E. Blum, T. Efe, T. L. Kienlin, E. Pernicka, Bonn, pp. 245-262.


ΠΛΕΟΝ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: 021023

›Mykenes große Schwester‹

Ägina Kolonna in der Mittleren Bronzezeit, GEBR. MANN VERLAG · BERLIN

https://doi.org/10.34780/0p2kav56

https://publications.dainst.org/journals/am/article/view/4898/8822

Autor/innen

Weilhartner, J. 2024. 'Mykenes große Schwester': Ägina Kolonna in der Mittleren Bronzezeit, Gebr. Mann Verlag, Berlin.

Universität Salzburg 

«Η μεγαλύτερη αδελφή των Μυκηνών». Η Κολώνα στην Αίγινα κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού



Σε αντίθεση με τους πολυάριθμους οικισμούς στην Πελοπόννησο και την Κεντρική Ελλάδα, όπου η φάση αναταραχής μεταξύ της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ εκδηλώθηκε μέσω μεταβολών στην κατανομή των οικισμών, μέσω οριζόντων καταστροφής και γενικής μείωσης του πλη-
θυσμού, ο οικισμός στην Κολώνα της Αίγινας αναδύθηκε ισχυρότερος μέσα από την κρίση. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. η πόλη ανοικοδομήθηκε βάσει συστηματικού σχεδίου και περικλείσθηκε από οχύρωση.
Στην ακόλουθη Μέση Εποχή του Χαλκού η Κολώνα στην Αίγινα εξελίχθηκε στον σημαντικότερο οικισμό στον αιγαιακό χώρο εκτός Κρήτης, με εκτεταμένες εμπορικές διασυνδέσεις. Ένας βασικός παράγοντας αυτής της επιτυχίας ήταν η θέση της Αίγινας ως σημείο διασύνδεσης μεταξύ της Κρήτης και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι στενές σχέσεις μεταξύ Κρήτης και Αίγινας εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους στον υλικό πολιτισμό, όπου ξεχωρίζουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μυκηναϊκή εποχή των λακκοειδών τάφων και που πρωτομαρτυρούνται εντός της ελλαδικής πολιτισμικής σφαίρας στην Αίγινα. Έτσι, φαίνεται ότι οι ελίτ της Αίγινας λειτούργησαν κατά πολλούς τρόπους ως πρότυπο για τις ελίτ των Μυκηνών.

Λέξεις-κλειδιά Κολώνα Αίγινας. Κρήτη. Μέση Εποχή Χαλκού. Περίοδος λακκοειδών τάφων. Μυκηναϊ-
κός πολιτισμός.




ΣΕΛΙΔΑ 78

Τα αντικείμενα είχαν εναποτεθεί στον αρχαϊκό Ναό του Απόλλωνα κάτω από το δάπεδο ενός σπιτιού (Οικία 19), αλλά δεν ανακτήθηκαν ποτέ. Εκτός από 37 κοσμήματα από χρυσό και ασήμι (19 χάντρες διαφόρων σχημάτων, δέκα περόνες με διαφορετικά σχεδιασμένες κεφαλές, επτά μενταγιόν σε σχήμα δίσκου και ένα βραχιόλι), μία χάντρα από ορεία κρύσταλλο και περίπου 180 δακτυλιωτές χάντρες από φριτ, οι 19 χάντρες από καρνεόλη, μεταξύ των οποίων υπάρχει ακόμη και ένα χαραγμένο δείγμα εντελώς μοναδικό σε ολόκληρη την περιοχή του Αιγαίου, καταδεικνύουν ότι η Αίγινα Κολώνα είχε ήδη πρόσβαση σε κοσμήματα και πρώτες ύλες στην ΠΕΧ, βασισμένη σε μια εμπορική ανταλλαγή που λειτουργούσε σε μεμονωμένα (γεωγραφικά περιορισμένα) στάδια. Αυτές οι πρώτες ύλες προέρχονταν από την Ανατολία, την Ανατολική Μεσόγειο, την Αίγυπτο ή ακόμα και τη Μεσοποταμία ή την κοιλάδα του Ινδού.26

Τα αντικείμενα είχαν εναποτεθεί στον αρχαϊκό Ναό του Απόλλωνα κάτω από το δάπεδο μιας οικίας (Οικία 19), αλλά δεν ανακτήθηκαν ποτέ. Εκτός από 37 κοσμήματα από χρυσό και ασήμι (19 χάντρες διαφόρων σχημάτων, δέκα περόνες με διαφορετικά σχεδιασμένες κεφαλές, επτά μενταγιόν σε σχήμα δίσκου και ένα βραχιόλι), μία χάντρα από ορεία κρύσταλλο και περίπου 180 δακτυλιωτές χάντρες από τριμμένο κρύσταλλο, οι 19 χάντρες από καρνεόλη, μεταξύ των οποίων υπάρχει ακόμη και ένα χαραγμένο δείγμα εντελώς μοναδικό σε ολόκληρη την περιοχή του Αιγαίου, καταδεικνύουν ότι η Αίγινα Κολώνα είχε ήδη πρόσβαση σε κοσμήματα και πρώτες ύλες στην ΠΕΧ, βασισμένη σε μια εμπορική ανταλλαγή που λειτουργούσε σε μεμονωμένα (γεωγραφικά περιορισμένα) στάδια. Αυτές οι πρώτες ύλες προέρχονταν από την Ανατολία, την Ανατολική Μεσόγειο, την Αίγυπτο ή ακόμα και τη Μεσοποταμία ή την κοιλάδα του Ινδού.26

25. Collins 2003, 261; Reinholdt 2003, 260; Reinholdt 2008, 54 Pl. 13, 1; Rahmstorf 2015, 159–163 Εικ. 9, 10; Pieniążek 2016, 57. Χάντρες με τέτοια διακόσμηση βρίσκονται κυρίως στην κοιλάδα του Ινδού, στο Αφγανιστάν και στη Μεσοποταμία. Ο Lorenz Rahmstorf έχει συντάξει έναν χάρτη κατανομής τόσο των χαραγμένων όσο και των δικωνικών χαντρών από καρνεόλη, βλ. Rahmstorf 2015, 162 Εικ. 9; 163 Εικ. 10. Δεδομένου ότι τα εργαστήρια για χαραγμένες χάντρες από καρνεόλη έχουν μέχρι στιγμής εντοπιστεί οριστικά μόνο στην κοιλάδα του Ινδού, ο Rahmstorf υποθέτει ότι αυτή η περιοχή είναι η περιοχή προέλευσης αυτών των κοσμημάτων.
26 Reinholdt 2004; Reinholdt 2008, 84 – 97; Ludvik u. a. 2020

https://dokumen.pub/qdownload/der-frhbronzezeitliche-schmuckhortfund-von-kap-kolonna-agina-und-die-agis-im-goldzeitalter-des-3-jahrtausends-v-chr-3700139489-9783700139485.html
C. Reinholdt, I. Ägina-Kolonna: 4. Der frühbronzezeitliche Schmuck-Hortfund von Kap Kolonna /
Ägina, in: Alram-Stern 2004, 1113 – 1119
C. Reinholdt, I. Ägina-Kolonna: 4. The Early Bronze Age Jewelry Hoard of Cape Kolonna / Ägina, in: Alram-Stern 2004, 1113 – 1119

ΣΕΛΙΔΑ 79

Εντυπωσιακή είναι επίσης η ευρεία εξάπλωση της αιγινίτικης κεραμικής, η οποία, μετά από μια διστακτική αρχή στην Ύστερη ΠΕ ΙΙΙ, τεκμηριώνεται για ολόκληρη τη ΜΕΧ (και μετά), όπου μεταξύ των εξαγωγών, μπορεί να γίνει διάκριση κυρίως μεταξύ της λεπτής, ματ εικονογραφημένης κεραμικής και της χονδροειδούς κεραμικής κουζίνας ή της χρηστικής κεραμικής με εξαιρετικές θερμικές ιδιότητες.33 Αυτά τα κεραμικά προϊόντα βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στην ΒΑ Πελοπόννησο και στην Αττική, αλλά σε μικρότερες ποσότητες βρίσκονται ακόμη και από τη Σικελία και τη νότια Ιταλία μέχρι την Τροία, το Λίμαν Τεπέ και τη Μίλητο, ή από την περιοχή γύρω από τον Βόλο/Διμήνι/Πευκάκια στη Θεσσαλία μέχρι τον Κομμό στη νότια Κρήτη, και ως εκ τούτου μπορούν να θεωρηθούν απόδειξη μιας εξαιρετικά εκτεταμένης εμπορικής δραστηριότητας. Η παραγωγή και η εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων κεραμικών προϊόντων φαίνεται επίσης να συνδέεται με την ύπαρξη σημείων κεραμέων χαραγμένων πριν από το ψήσιμο, τα οποία βρίσκονται συχνά στην κεραμική της Αίγινας και πιθανώς χρησίμευαν ως οργανωτικός κανονισμός.34

Με βάση αυτά τα στοιχεία, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Κολώνα της Αίγινας έπαιξε κεντρικό ρόλο στη ΜΕΧ όχι μόνο στον Σαρωνικό Κόλπο, αλλά και πολύ πιο πέρα. Ο οικισμός έχει μάλιστα περιγραφεί ως η σημαντικότερη τοποθεσία οικισμού στην περιοχή του Αιγαίου εκτός της Κρήτης για αυτήν την περίοδο, μια «ΜΕ τοποθεσία χωρίς όμοιό της στην ηπειρωτική Ελλάδα», σύμφωνα με τα συχνά αναφερόμενα λόγια του Jeremy Rutter.35 Ένας βασικός παράγοντας σε αυτή την ιστορία επιτυχίας φαίνεται να είναι το γεγονός ότι, εκτός από τις υπάρχουσες εμπορικές επαφές με τις Κυκλάδες36 και πιο απομακρυσμένες περιοχές, η Αίγινα κατάφερε να εδραιώσει επαφή με το νησί της Κρήτης και στη συνέχεια να τοποθετηθεί ως σημείο διεπαφής μεταξύ της Κρήτης αφενός και της ηπειρωτικής Ελλάδας αφετέρου.

Αίγινα και Κρήτη: Μια «Ειδική Σχέση» 37

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν πιθανώς περιορισμένες στην αρχή της ΜΕΧ. Τα αντίστοιχα δίκτυα ανταλλαγών εκδηλώνονται κυρίως σε κεραμικό υλικό. 38
Ωστόσο, αυτή η εικόνα άλλαξε σημαντικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και ιδιαίτερα προς το τέλος της - στην αρχή της περιόδου των λακκοειδών τάφων. Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν πιθανώς ένας αναπροσανατολισμός των κρητικών ανακτόρων στην αναζήτησή τους για εισαγωγές μετάλλων, ο οποίος οδήγησε σε εντατική επαφή μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής Ελλάδας. {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 80}Σε αυτό το πλαίσιο, η ηπειρωτική Ελλάδα άνοιξε νέους εμπορικούς δρόμους προς την Ιταλία μέσω της Αργολίδας και της Κορινθίας και του Κορινθιακού Κόλπου, καθώς και περαιτέρω δρόμους προς τα Βαλκάνια μέσω του Ευβοϊκού Κόλπου και του βόρειου Αιγαίου Πελάγους. 39
Μέσα σε αυτή την εξέλιξη, το νησί της Αίγινας παίζει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, ο οποίος, όπως μόλις αναφέρθηκε, προφανώς οφείλεται στις καλές σχέσεις με το νησί της Κρήτης που χρονολογούνται από τις αρχές της ΜΕΧ.40 Ενώ στη φάση ΜΜ ΙΑ/ΜΕ Ι οι πρώτες μινωικές εισαγωγές τεκμηριώνονται αποκλειστικά με τη μορφή κεραμικής και μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες,41 η κατάσταση από τη ΜΜ Ι Β/ΜΕ ΙΙ και μετά είναι εντελώς διαφορετική:

Τόσο οι μινωικές εισαγωγές όσο και η κεραμική του μινωικού τύπου που παράγεται στην Αίγινα, που ονομάζεται επίσης «μινωική κεραμική της Αίγινας», βρίσκονται σε σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες.42
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτή η σαφώς αναγνωρίσιμη αύξηση των εισαγόμενων αγαθών συμπίπτει λίγο πολύ με την έναρξη της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου στην Κρήτη γύρω στο 1900 π.Χ. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μεταξύ των αρχαιολογικών ευρημάτων από τις οικιστικές φάσεις IX (ΜΕ II· Εικ. 2: πορτοκαλί) και X (ΜΕ III – ΥΜ I· Εικ. 2: καφέ), υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός αντικειμένων κύρους που σχετίζονται σαφώς με το νησί της Κρήτης.
Εκτός από τα μινωικά καμαραικα αγγεία, τα οποία εκτιμούνταν ως υψηλής ποιότητας επιτραπέζια σκεύη στα μινωικά ανάκτορα της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου σε όλη την ανατολική Μεσόγειο,43 μπορούν να αναγνωριστούν πολλά μινωικά λίθινα αγγεία —συμπεριλαμβανομένων τριών προηγουμένως αδημοσίευτων κερνών, μερικών από τα οποία σώζονται μόνο αποσπασματικά—44, τα οποία αντιπροσωπεύουν ιδιαίτερα αποκλειστικά προϊόντα εξαγωγής από το νησί της Κρήτης. Αυτή η εκτίμηση φαίνεται να ισχύει και για τις δύο χάνδρες και τα τρία μενταγιόν από φαγεντιανή που βρέθηκαν ως κτερίσματα σε έναν ματ βαμμένο πίθο της ΜΕ ΙΙ/ΙΙΙ περιόδου, δίπλα σε έναν σκελετό παιδιού, και για τα οποία η κρητική προέλευση - όπως και για όλα τα πρώιμα ευρήματα φαγεντιανής που ανακαλύφθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα μέχρι σήμερα - θεωρείται πιθανή.45 Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να αναφερθούν δύο ιδιαίτερα φημισμένα λίθινα σφυριά, λόγω της συμβολικής τους σημασίας, τα οποία μπορούν σαφώς να αποδοθούν στον μινωικό πολιτισμό των ανακτόρων: πρώτον, ένα σφυρί από λευκό μάρμαρο σε μεγάλο βαθμό θραυσμένο (Εικ. 3α), και δεύτερον, ένα πλήρως διατηρημένο, πολύ υψηλής ποιότητας, γυαλισμένο σφυρί από γκριζομαύρο φλεβωτό μάρμαρο (Εικ. 3β).46 Η εντυπωσιακή επιλογή υλικού για το τελευταίο προσδίδει στο αντικείμενο, το οποίο δεν παρουσιάζει σημάδια κατεργασίας ή χρήσης, μια ιδιαίτερη δύναμη.

Το σφαιρικά στρογγυλεμένο σώμα του σφυριού, το οποίο καταλήγει και στα δύο άκρα με στενές αυλακώσεις και εξωτερικά στρογγυλεμένες επιφάνειες κρούσης, έχει τις καλύτερες παραλληλίες του σε αντικείμενα της ΜΜ III – ΜΜ II περιόδου, τα οποία, σημαντικό, έχουν βρεθεί σχεδόν αποκλειστικά47 σε μινωικά κέντρα παλατιών ή συγκροτήματα επαύλεων και συνδέονταν κυρίως με άλλα πολύτιμα αντικείμενα.{ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 81} Από αυτά τα συγκριτικά κομμάτια, θα πρέπει να γίνει εδώ αναφορά ειδικά σε εκείνα που φυλάσσονταν στις κεντρικές λατρευτικές αποθήκες των παλατιών της Κνωσού και της Κάτω Ζάκρου48: ένα ελαφρώς και ένα σοβαρά κατεστραμμένο σφυρί από κόκκινο-μαύρο κραματόλιθο από τους ›Temple Repositories - Ναούς Αποθήκες› του Ανακτόρου της Κνωσού, τα οποία διατηρήθηκαν παρά τις φθορές τους, και τρία πλήρως διατηρημένα πέτρινα σφυριά από πολύχρωμο φλεβωτό μάρμαρο από την Κάτω Ζάκρο, τα οποία – όπως και το πλήρες παράδειγμα από την Κολώνα της Αίγινας – δεν παρουσιάζουν σημάδια χρήσης και για τα οποία, επομένως, μπορεί να αποκλειστεί η χρήση που σχετίζεται με την τέχνη. Όπως υποδηλώνουν οι απεικονίσεις σε μινωικές σφραγίδες της Ύστερης Ανακτορικής Περιόδου (Εικ. 4 α. β),49 τέτοια λίθινα σφυριά χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρευτικά εργαλεία είτε ως σύμβολα κοινωνικής θέσης (ή και τα δύο). Σε κάθε περίπτωση, αντιπροσωπεύουν αντικείμενα στα οποία είχε πρόσβαση μόνο ένας πολύ περιορισμένος κύκλος ανθρώπων.50

Το ερώτημα εάν μπορούν να αναμένονται Κρητικοί στην Αίγινα με βάση αυτά τα λίθινα σφυριά, τα οποία πρέπει να θεωρηθούν αντικείμενα που συνδέονται άμεσα με τον μινωικό (ανακτορικό) πολιτισμό,51 δεν μπορεί τελικά να απαντηθεί οριστικά. Είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, ότι στην Αίγινα έχουν βρεθεί όχι μόνο μεμονωμένα αντικείμενα κύρους του μινωικού ανακτορικού πολιτισμού, αλλά και διάφορα καθημερινά αντικείμενα, στοιχεία τεχνικών εργασίας και κληρονομιές που ήταν βαθιά ριζωμένες στη μινωική (ανακτορική) κοινωνία. Έτσι, ένα σημάδι λιθοξόου με τη μορφή διπλού τσεκουριού (Εικ. 5), χαραγμένο σε ένα μπλοκ λαξευμένου λίθου (του λεγόμενου πωρόλιθου) που επαναχρησιμοποιείται στην ύστερη ρωμαϊκή τοιχοποιία (στο «ύφος λαξευτού λίθου»), υποδηλώνει μια πρακτική που μπορεί να προέρχεται μόνο από τα μινωικά ανάκτορα.52 Άμεσα συγκρίσιμα παραδείγματα {ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΣΕΛ. 82}
Άμεσα συγκρίσιμα παραδείγματα αυτής της μορφής σφραγίδας λιθοξόου βρίσκονται σε μεγάλο αριθμό σε λίθους τόσο από το Παλάτι της Κνωσού όσο και από άλλες τοποθεσίες στο νησί της Κρήτης.53 Η υιοθέτηση ορισμένων τεχνικών κεραμικής και ύφανσης, η εκμάθηση των οποίων απαιτεί μεγαλύτερη περίοδο εξάσκησης και οι οποίες μπορούν να ανιχνευθούν στο αρχαιολογικό υλικό με τη μορφή τροχήλατων αγγείων54 και δισκοειδών βαρών αργαλειού55 (Εικ. 6 α – γ) – καθένα μινωικού τύπου και παραγόμενο τοπικά – καθώς και ένας κεραμικός τροχός κατασκευασμένος από πιθανώς κρητικό πηλό56. Επιπλέον, η χειροποίητη χρηστική και μαγειρική κεραμική μινωικού τύπου παραγόταν επίσης τοπικά στην Αίγινα.57 Τέλος, ίχνη έχουν επίσης διατηρηθεί στο αρχαιοζωολογικό υλικό που υποδεικνύουν πρακτικές και τεχνικές που προέρχονταν ή θα μπορούσαν να προέρχονταν από το νησί της Κρήτης. Πρώτον, αυτό αφορά μια συγκριτικά υψηλή συγκέντρωση οστών πτηνών μέσα στο πανιδικό υλικό της μεγαλιθικής κατασκευής. Οι Gerhard Forstenpointner, Alfred Galik και οι συνεργάτες του κατέληξαν σε αυτό το εύρημα, επικαλούμενοι ένα {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 83}

Οι Gerhard Forstenpointner, Alfred Galik και οι συνεργάτες τους, αναφερόμενοι σε μια συγκρίσιμη συγκέντρωση στον Κομμό, έχουν συνδέσει αυτό το εύρημα με μια πιθανή προτίμηση των Κρητών για το κρέας πτηνών.58 Επιπλέον, ένας μεγάλος αριθμός θραυσμάτων κελυφών οστράκων murex έχει βρεθεί σε διάφορα στρώματα της Μ και ΎΕΧ στην Κολώνα της Αίγινας (Εικ. 7), καταδεικνύοντας την παραγωγή της περίφημης χρωστικής πορφύρας της Τύρου.59

Με βάση τα παλαιότερα αξιόπιστα χρονολογήσιμα στοιχεία, μεταξύ των οποίων θα πρέπει να επισημανθούν αυτά από το Παλαίκαστρο, τον Κομμό, το Μοναστηράκι και το νησί Κουφονήσι, αυτή η τεχνική μπορεί να θεωρηθεί κρητική εφεύρεση της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου (MM I B – II).60 Τα παλαιότερα ευρήματα από την Λεβάντε, μια περιοχή διάσημη στους ιστορικούς χρόνους για την παραγωγή πορφύρας της Τύρου, χρονολογούνται περίπου έναν αιώνα αργότερα. Έτσι, η εξόρυξη της πολύτιμης και περιζήτητης πορφύρας χρωστικής, η οποία απαιτεί πολλή εργασία, μας παρέχει μια άλλη πτυχή της παραδοσιακής πολιτιστικής μεταφοράς από την Κρήτη στην Αίγινα κατά τη ΜΕΧ. 
Το γεγονός ότι αυτή η τεχνική, υποθέτοντας ότι τα αποσπασματικά στοιχεία της μεγαλιθικής δομής είναι σωστά,61 φαίνεται να μεταφέρθηκε στην Αίγινα λίγο μετά την πρώτη της χρήση στην Κρήτη, {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 84}μπορεί να θεωρηθεί μια πολύ χαρακτηριστική πτυχή για την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ αυτών των δύο νησιών, ειδικά επειδή αυτή η διαδικασία φαίνεται να επαναλαμβάνεται με το εξέχον μακρύ σπαθί από τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας (βλ. παρακάτω). Τα παλαιότερα στοιχεία για την παραγωγή πορφύρας στην Αργολίδα χρονολογούνται ήδη στην περίοδο των λακκοειδών τάφων και, ως εκ τούτου, είναι σαφώς νεότερα από τα παλαιότερα στοιχεία στην Αίγινα.62

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές οι σχέσεις μεταξύ Κρήτης και Αίγινας, που βασίζονται σε εντατικές ανταλλαγές, όχι μόνο έχουν βρει τον δρόμο τους στον υλικό πολιτισμό με πολλούς τρόπους, αλλά έχουν επίσης αφήσει προφανώς το στίγμα τους στη μυθολογία - σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί η ιστορία της Δίκτυννας/Βριτόμαρτις, η οποία κατέφυγε από την Κρήτη στην Αίγινα και έγινε η θεά Αφαία.63


Η ΑΙΓΙΝΑ ΚΟΛΩΝΑ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ ΤΩΝ ΛΑΚΚΟΕΙΔΩΝ ΤΑΦΩΝ;

Εκτός από τα αντικείμενα και τις πτυχές που έχουν ήδη αναφερθεί, υπάρχουν και ορισμένα άλλα στοιχεία του κρητικού υλικού πολιτισμού που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική ανάπτυξη της περιόδου των Λακκοειδών Τάφων (ΜΕ III – ΥΜ II A) και τα οποία μπορούν να εντοπιστούν στην Αίγινα για πρώτη φορά στην ελλαδική πολιτιστική σφαίρα.64 Δεδομένου αυτού του σημείου εκκίνησης, υπάρχει μια ορισμένη πιθανότητα πολλά στοιχεία του κρητικού πολιτισμού να έφτασαν στην ελληνική ηπειρωτική χώρα μέσω του νησιού της Αίγινας. Κατά τη γνώμη μου, ο ρόλος της Αίγινας στην ανάπτυξη αυτού που ονομάζουμε μυκηναϊκό πολιτισμό δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Σε κάθε περίπτωση, νέα χαρακτηριστικά ελιτίστικης αυτο-αναπαράστασης, όπως αυτά που μπορούν να θεωρηθούν «απόλυτα τυπικά» της επακόλουθης περιόδου των Λακκοειδών Τάφων στη γειτονική Αργολίδα, μπορούν ήδη να βρεθούν στην Αίγινα της ΜΕ II περιόδου. Από αυτή την οπτική γωνία, η συλλογή που παρουσιάζεται παρακάτω προσφέρει ένα υποστηρικτικό επιχείρημα για την υπόθεση του Jeremy Rutter ότι οι ελίτ των μυκηναϊκών λακκοειδών τάφων μπορεί να προσανατολίζονταν προς ένα αιγινίτικο μοντέλο.65 [65 Rutter 1993, 778. 790. 795. Vgl. Niemeier 1995, 77; Maran 1999, 541; Alberti 2013, 34; Tartaron 2013, 223 – 226; Voutsaki 2021, 437. 444; Wright 2021, 43.]
https://www.researchgate.net/publication/269983036_Review_of_Aegean_Prehistory_II_The_Prepalatial_Bronze_Age_of_the_Southern_and_Central_Greek_Mainland
Rutter, J. B. 1993. "Review of Aegean Prehistory II. The Prepalatial Bronze Age of the Southern and Central Greek Mainland," AJA 1993, pp. 745 – 797.

Ο ›ΛΑΚΚΟΕΙΔΗΣ ΤΑΦΟΣ› ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ ΚΟΛΩΝΑΣ: ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

Η έντονη ανάγκη για αναπαράσταση που χαρακτηρίζει τον μυκηναϊκό πολιτισμό, η οποία αρχικά εκφράζεται πιο εμφανώς στην επίπλωση των λακκοειδών τάφων (ΜΕ III – ΥΜ II A) και στην ευρέως ορατή πρώιμη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική των θόλων (ειδικά ΥΜ II A – III A1), και στη συνέχεια στην ανακτορική αρχιτεκτονική του κάστρου και της οχύρωσης (ΥΜ III A2 – B), μπορεί να εντοπιστεί στην Αίγινα μέχρι και τη Μέση Εποχή του Χαλκού.

Εκτός από τα προαναφερθέντα οχυρωματικά τείχη και τα μεγάλα- {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 84}
Εκτός από τα προαναφερθέντα οχυρωματικά τείχη και τη μεγαλιθική κατασκευή, αυτό απεικονίζεται ιδιαίτερα εντυπωσιακά από τον λεγόμενο λακκοειδή τάφο της Κολώνας της Αίγινας, ο οποίος είναι ένα αρχικά ευδιάκριτο, πέτρινο ταφικό μνημείο.66 Αυτό το ταφικό συγκρότημα, διαστάσεων περίπου 1 × 3 μ., το οποίο πιθανότατα κατασκευάστηκε προς το τέλος της ΜΕ περιόδου II67 κοντά στην νότια κύρια πύλη εισόδου ακριβώς μπροστά από το οχυρωματικό τείχος του προαστίου που ανήκει στην Πόλη IX (Εικ. 2), αντιπροσωπεύει την παλαιότερη ένδειξη ταφής στην οποία ο άνδρας νεκρός θάφτηκε με ένα πλήρες σύνολο όπλων: Αποτελείται από ένα δόρυ, ένα σπαθί, έξι αιχμές βελών, ένα στιλέτο και πιθανώς μια πρώιμη μορφή του κράνους χαυλιόδοντα αγριόχοιρου, για το οποίο είχαν σκοτωθεί περίπου 25 αγριόχοιροι.68 Αυτό περιλαμβάνει όπλα για μάχη σώμα με σώμα, μάχη από απόσταση και μάχη μεγάλης εμβέλειας. Επιπλέον, ο νεκρός θάφτηκε με ένα διάδημα μήκους 45 εκατοστών από χρυσό φύλλο με ανάγλυφη διακόσμηση, δύο χάλκινα μαχαίρια διαφορετικών μεγεθών, ένα χάλκινο ξυράφι διακοσμημένο στους ώμους με κεφάλι αγριόχοιρου από χρυσό φύλλο, και μια σειρά από πήλινα αγγεία. Μεταξύ των τελευταίων δεν υπήρχαν μόνο τοπικά προϊόντα αλλά και σαφείς εισαγωγές από την Κρήτη (ένας σκύφος γέφυρας σε ρυθμό Καμάρας) και τις Κυκλάδες (συμπεριλαμβανομένων τριών κανατών με στόμιο και μιάς μηλιακής φιάλης με εικονιστική διακόσμηση).

Αυτή η μορφή κτερισμάτων, που κατέστη δυνατή χάρη στη στενή επαφή μεταξύ των ελίτ της Κολώνας και των ξένων ελίτ, ή χάρη στην πρόσβαση στα κτερίσματα κύρους τους, ξεχωρίζει σημαντικά μεταξύ των τάφων των περιόδων ΜΕ Ι και ΜΕ ΙΙ, καθώς στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν εφοδιασμένοι είτε με λίγα μόνο πήλινα αγγεία είτε παρέμειναν εντελώς χωρίς κτερίσματα. Ενώ η προέλευση ή η έμπνευση για την παραγωγή των περισσότερων κτερισμάτων στον «λακκοειδή τάφο» βρίσκεται σαφώς εκτός της Αίγινας και της ελλαδικής [Helladic] πολιτιστικής σφαίρας, αυτό δεν ισχύει για την πρακτική της εναπόθεσής τους στον τάφο: Αυτή η μορφή «αυτοαναπαράστασης» που σκηνοθετείται από τον πενθούντα ενός εκλιπόντος μέλους της αριστοκρατίας, του οποίου η υψηλή θέση τονίζεται από πολυάριθμα κτερίσματα κύρους, δεν μπορεί να προέρχεται άμεσα ούτε από τα μινωικά ούτε από τα κυκλαδικά μοντέλα.72 {72 So Maran 1999, 539. Vgl. auch Voutsaki 1999, 113: "Στην ηπειρωτική χώρα η έκθεση λαμβάνει χώραν στη νεκρική σφαίρα, ενώ στην Κρήτη και τις Κυκλάδες η διαφοροποίηση επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της οικιακής αρχιτεκτονικής"} Αντίθετα:
Ο συνδυασμός των κτερισμάτων, που προσδιορίζει τον εκλιπόντα τόσον ως πολεμιστή (πλήρες σύνολο όπλων) όσον και ως μέλος της αριστοκρατίας (χρυσό διάδημα), ο οποίος είτε διατηρούσε ο ίδιος εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις είτε τουλάχιστον είχε πρόσβαση στην ανταλλαγή αγαθών (εισαγωγές κεραμικών από την Κρήτη και τις Κυκλάδες) και ο οποίος απολάμβανε έναν εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής. {..ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 85}
Αντιθέτως:

Ο συνδυασμός των κτερισμάτων, που προσδιορίζει τον νεκρό ως πολεμιστή (πλήρες σύνολο όπλων) και ως μέλος της ελίτ (χρυσό διάδημα), ο οποίος είτε διατηρούσε ο ίδιος εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις είτε τουλάχιστον είχε πρόσβαση στην ανταλλαγή αγαθών (εισαγωγές κεραμικών από την Κρήτη και τις Κυκλάδες) και για τον οποίο ένας υψηλός τρόπος ζωής ήταν σημαντικός (ξυράφι, αποκλειστικά σκεύη πόσης), αποτελεί απόλυτη καινοτομία.73 Η επίδειξη κύρους που χαρακτηρίζει την περίοδο των λακκοειδών τάφων (αν και στους τάφους του Ταφικού Κύκλου Β και ιδιαίτερα του Ταφικού Κύκλου Α στις Μυκήνες σε μια εντελώς διαφορετική «διάσταση ως προς το εύρος και τη σύνθεση των κτερισμάτων), στην οποία αντικατοπτρίζεται η άνοδος μιας πολεμικής, κοινωνικά ανώτερης ελίτ,74 η οποία συνειδητά επιδιώκει να διακριθεί από τα προηγούμενα ταφικά έθιμα, γίνεται έτσι απτός για εμάς για πρώτη φορά σε σχέση με αυτόν τον «λακκοειδή τάφο» από την Κολώνα της Αίγινας.

Αυτή η επίδειξη κύρους και πλούτου από την κοινωνική ελίτ έχει μακρά παράδοση στην Κολώνα, η οποία αρχικά εκδηλώθηκε από τα ογκώδη οχυρωματικά τείχη, τα οποία παρέμειναν απαράμιλλα στην ελλαδική πολιτιστική σφαίρα κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού και, ανεξάρτητα από τον οχυρωματικό τους σκοπό, μπορούν επίσης να νοηθούν ως έκφραση δύναμης που διαμορφώνει την ταυτότητα.75 Στη συνέχεια, αυτή η έντονη τάση προς την αναπαράσταση είναι επίσης εμφανής στο μεγαλιθικό κτίριο, το οποίο, λόγω του μεγέθους, της κατασκευής και της συνολικής του διάταξης, αυτοπροσδιορίζεται ως έδρα μιας τοπικής αρχής στο κέντρο του προϊστορικού κέντρου της πόλης,76 σε μια κλίμακα που είναι μοναδική σε ολόκληρη τη ΜΕ περίοδο για την ηπειρωτική Ελλάδα. Αυτή η αυτοαντίληψη μπορεί επίσης να συνδεθεί με την εξαιρετική εναπόθεση κτερισμάτων, όπως τεκμηριώνεται στον «λακκοειδή τάφο» της Κολώνας της Αίγινας. Με αυτά τα κτερίσματα, μια εξέλιξη προς μια ολοένα και πιο εξατομικευμένη αναπαράσταση - που επιτεύχθηκε μόνο σε στοιχειώδη μορφή και επιτεύχθηκε μέσω της προσθήκης μεμονωμένων αντικειμένων κύρους - φτάνει σε μια εκπληκτική και, σε αυτή τη διάσταση, εντελώς απροσδόκητη προκαταρκτική κορύφωση.77

ΣΠΑΘΙ ΜΕ ΓΛΩΣΣΑ, ΧΡΥΣΟ ΔΙΑΔΗΜΑ ΚΑΙ ΛΕΠΙΣ

Μεταξύ των ευρημάτων από τον "λακκοειδή τάφο", μπορεί να θεωρηθεί η ακολουθία μιας εξέλιξης που ξεκίνησε από την Κρήτη και προφανώς έφτασε στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Αίγινας, ιδιαίτερα με βάση το μακρύ χάλκινο σπαθί, το χρυσό διάδημα και το περίτεχνα διακοσμημένο ξυράφι.

Τα παλαιότερα στοιχεία μέχρι σήμερα για σπαθιά τύπου Α προέρχονται από έναν θησαυρό που βρέθηκε στην περιοχή του Ανακτόρου των Μαλίων στην κεντρική Κρήτη κατά τον Μεσαίωνα II. Η Κρήτη θεωρείται γενικά η περιοχή προέλευσης αυτού του όπλου.78 Το χάλκινο σπαθί μήκους σχεδόν 80 cm από τον Αιγινίτικο 'λακκοειδή τάφο' (Εικ. 8) - με κεντρική νεύρωση και ιδιόμορφη σταυροειδή θέση της λαβής, που θυμίζει παλαιότερα σπαθιά με πλάκα λαβής {....ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 87} Τα πριτσίνια, τρία εκ των οποίων βρίσκονται στoν κώλανο (tang) και πεντε στην λαβή (grip)79 – είναι ο παλαιότερος εκπρόσωπος αυτού του τύπου που έχει βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων των παρακείμενων νησιών).80 Αυτή η χρονολογική ακολουθία στοιχείων για τα σπαθιά τανγκ, καθώς και στοιχείων για την παραγωγή πορφυρής βαφής, υποδηλώνει το συμπέρασμα ότι μια καινοτομία – είτε το ίδιο το σπαθί είτε ακόμα και η τεχνική κατασκευής του – μεταφέρθηκε από την Κρήτη στην Αίγινα λίγο μετά την εφεύρεσή του. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μακριά σπαθιά, σε αντίθεση με τα μαχαίρια, τα στιλέτα, τα βέλη ή τα δόρατα, ήταν τα πρώτα αντικείμενα στην ανθρώπινη ιστορία που χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για μάχη, η εκτίμηση και ο θαυμασμός που πρέπει να είχαν δείξει αυτά τα καινοτόμα αντικείμενα κύρους δεν μπορούν να υπερεκτιμηθούν. Το μακρύ σπαθί ήταν το πιο σύγχρονο και εξαιρετικά αποτελεσματικό όπλο στη Μέση Εποχή του Χαλκού, απαιτώντας μεγάλη ποσότητα χαλκού και σύνθετες τεχνικές γνώσεις για την κατασκευή του:
Ήταν το όπλο της υψηλότερης ελίτ.81 Στην περίπτωση του σπαθιού της Αίγινας, αυτό το γεγονός τονίζεται περαιτέρω από το εντυπωσιακό μήκος της λεπίδας και τον πολύτιμο σχεδιασμό της λαβής, η οποία ήταν διακοσμημένη με χρυσό φύλλο και είχε μια ελεφαντόδοντο λαβή.82 Το γεγονός ότι η Κρήτη, το κορυφαίο νησί στη Μέση Εποχή του Χαλκού στην παραγωγή όπλων και την ανάπτυξη νέων τύπων όπλων,82 μοιραζόταν αυτόν τον νέο τύπο όπλου, ή ίσως ακόμη και τη γνώση της παραγωγής του, με την Αίγινα,83 ρίχνει σημαντικό φως στο πώς πρέπει να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ αυτών των δύο νησιών. {....ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 88} Στην Αίγινα, ωστόσο, αυτό το όπλο δεν υιοθετείται απλώς, αλλά, και αυτό είναι καινούργιο, χρησιμοποιείται ως ταφικό κτέρισμα. Το σπαθί δεν εμφανίζεται ως ενιαίο κομμάτι, αλλά ως εξέχον μέρος ενός πλήρους συνόλου επιθετικών όπλων, το οποίο, εκτός από το μακρύ χάλκινο σπαθί, αποτελείται από ένα χάλκινο
στιλέτο, έξι αιχμές βελών από οψιδιανό και μια χάλκινη ακίδα δόρατος με διπλή λαβή. Η τελευταία είναι ένας μεταβατικός τύπος μεταξύ μιας φυλλόσχημης αιχμής δόρατος και μιας αιχμής δόρατος με υποδοχή, της οποίας η προέλευση είναι επίσης πολύ πιθανό να βρεθεί στην Κρήτη, και της οποίας τα παλαιότερα στοιχεία συμπίπτουν με τα παλαιότερα στοιχεία για το σπαθί με λαβή και γλώσσα, χρονολογούμενα έτσι στην ΜΜ ΙΙ περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μια συγκρίσιμη αιχμή δόρατος βρέθηκε μέσα στη μεγαλιθική κατασκευή στην Κολώνα,86 η οποία σίγουρα μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη άμεσης σχέσης μεταξύ της μεγαλιθικής κατασκευής και του τάφου με το φρεάτιο - μια σχέση που δεν είναι απίθανη από μόνη της.

Δεδομένου ότι τα δόρατα ή τα σπαθιά δεν τεκμηριώνονται ως κτερίσματα σε τάφους της πρώιμης Μέσης Εποχής του Χαλκού στην Πελοπόννησο, την Κεντρική Ελλάδα ή την Κρήτη,87 η εναπόθεση αυτών των συμβολικών όπλων επίθεσης στην Κολώνα της Αίγινας αντιπροσωπεύει σαφώς μια νέα μορφή ελιτίστικης σκηνοθεσίας, η οποία διακρίνεται συνειδητά από τις παλαιότερες παραδόσεις. Εκτός από τα χάλκινα σπαθιά, διαδήματα από χρυσό φύλλο συγκαταλέγονται επίσης στα κτερίσματα από τους λακκοειδείς τάφους των Ταφικών Κύκλων Β και Α στις Μυκήνες, τα οποία αντικατοπτρίζουν μια ιδιαίτερη θέση και έχουν εύστοχα περιγραφεί από τη Michaela Zavadil ως «διάσημα / διακρίματα μιας ελίτ».88 Και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει τουλάχιστον ένας, και πιθανώς αρκετοί, πρόδρομοι στην Αίγινα, οι οποίοι με τη σειρά τους φαίνεται να αντλούν από μια πιο μακρινή παράδοση στην Κρήτη.89 Όπως έχει δείξει σαφώς ο Zavadil σε έναν χάρτη κατανομής χρυσών διαδημάτων της Εποχής του Χαλκού,90 αυτή η μορφή κοσμήματος μπορεί να ανιχνευθεί στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στην περιοχή του Αιγαίου, με στοιχεία από την Πρώιμη και την Πρώιμη Μέση Εποχή του Χαλκού να είναι γνωστά κυρίως από την Κρήτη.91 Από τον ελλαδικό πολιτιστικό χώρο, μόνο ένα άλλο παράδειγμα είναι γνωστό από τις δύο πρώτες φάσεις της Μέσης Εποχής του Χαλκού εκτός από το διάδημα από την Αίγινα - δηλαδή, από έναν κιβωτιόσχημο τάφο από την Ασίνη που χρονολογείται στα τέλη της Μέσης Εποχής του Χαλκού II/Μέση Εποχή του Χαλκού III.92 Αυτό το διάδημα, όπως και το παράδειγμα μήκους 45 cm από την Αίγινα, παρουσιάζει {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 89}
92. Αυτό το διάδημα, όπως και το παράδειγμα από την Αίγινα μήκους 45 εκατοστών, διαθέτει ανάγλυφη διακόσμηση, αλλά με μήκος λίγο κάτω από 25 εκατοστά, είναι σημαντικά μικρότερο. Επιπλέον, προέρχεται από έναν μάλλον μικρό κιβωτιόσχημο τάφο, στον οποίο ήταν θαμμένος και ένας άνδρας, αλλά στον οποίο, σε αντίθεση με τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας, δεν είχαν τοποθετηθεί άλλα κτερίσματα.
Τα χρυσά διαδήματα μαρτυρούνται συχνότερα μόνο από την αρχή της περιόδου των λακκοειδών τάφων, με τα ευρήματα από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών να είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτα. Μεμονωμένα παραδείγματα μπορούν επίσης να αναφερθούν από το Άργος, την Κόρινθο, την Πύλο και την Περιστέρια.93. Το στενό χρυσό διάδημα από τον «λακκοειδή τάφο» της Αίγινας, καθώς και πιθανώς δύο άλλα τυπικά συγγενικά παραδείγματα από τον «θησαυρό της Αίγινας», τα οποία θα συζητηθούν λεπτομερέστερα παρακάτω, προηγούνται των εν μέρει στενά συγγενικών παραδειγμάτων από τις Μυκήνες. 94.

Αυτό το εύρημα ισχύει και για το διακοσμημένο δίκοπο χάλκινο ξυράφι, το οποίο σχετίζεται στενά με τα ξυράφια της Παλαιοανακτορικής περιόδου από την Κρήτη και μεταβαίνει σε τύπους τάφων με λακκούβα στην ηπειρωτική Ελλάδα.95 Ενώ δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί οριστικά παραδείγματα στην ηπειρωτική Ελλάδα από την Πρωτοελλαδική ή την Πρώιμη ΜΕ περίοδο, τα ξυράφια - όπως σπαθιά, στιλέτα, μεταλλικά σκεύη και κοσμήματα - αποτελούν τυπικό συστατικό των πλούσια διακοσμημένων τάφων από την περίοδο των λακκούβας.96 Οι ανάγλυφες, τρισδιάστατες κεφαλές αγριογούρουνου από χρυσό φύλλο στους ώμους της πλάκας λαβής του ξυραφιού από τον Αιγινίτικο «λακκοειδή τάφο»  είναι, μέχρι σήμερα, ασύγκριτες στην ηπειρωτική Ελλάδα σε όλη τη ΜΕ περίοδο,97 και καμία τέτοια διακόσμηση δεν είναι γνωστή μεταξύ των πολυάριθμων ευρημάτων από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.98 Ένα συγκρίσιμο κάλυμμα λαβής από χρυσό φύλλο με κεφαλές ζώων στραμμένες προς τα πάνω βρίσκεται μόνο στους ώμους ενός σπαθιού με λαβή γλώσσας από την ΠΕΧ Ι, από τον Τάφο Δέλτα του Ταφικού Κύκλου Β στις Μυκήνες.99 Στην Κρήτη, ωστόσο, η τεχνική του Η ανάγλυφη διακόσμηση μαρτυρείται ήδη από την ΠΕΧ. Η ανάγλυφη χρυσή πλάκα χρησιμοποιείται τακτικά για τη διακόσμηση των λαβών των τελετουργικών όπλων τουλάχιστον από την ΠΕΧ II.100

Άλλα τυπικά στοιχεία της πλούσιας επίπλωσης των λακκοειδών τάφων, όπως μεταλλικά σκεύη, διακοσμημένα στρογγυλά χρυσά φύλλα (τα οποία, λόγω των διατρήσεών τους, αρχικά πιθανότατα ήταν ραμμένα σε υφάσματα) ή περιδέραια με χρυσές ανάγλυφες χάντρες, δεν εναποτέθηκαν στον λακκοειδή τάφο της Αίγινας, αλλά αποτελούν μέρος του Θησαυρού της Αίγινας.101 Ορισμένα αντικείμενα από αυτό το εξαιρετικό εύρημα, των οποίων η χρονολόγηση, η ακριβής τοποθεσία εύρεσης και το αρχαιολογικό πλαίσιο δεν μπορούν να προσδιοριστούν με βεβαιότητα, αλλά τα συστατικά τους, τουλάχιστον ως επί το πλείστον, φαίνεται να προηγούνται των ευρημάτων από τους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών102, θα εξεταστούν λεπτομερέστερα παρακάτω.93  {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 90}

ΕΞΩΑΙΓΑΙΑΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ: Ο ›ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ›

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των κτερισμάτων των μυκηναϊκών λακκοειδών τάφων είναι η δυνατότητα και η προθυμία απορρόφησης εξωαιγαιακών επιρροών, οι οποίες, στην περίπτωση αντικειμένων και εικονογραφικών στοιχείων από την Αίγυπτο ή την Ανατολική Μεσόγειο, έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) μέσω της Κρήτης.103 Αυτό αποδεικνύεται πιο καθαρά από εισαγωγές όπως τα μερικώς εικονιστικά διακοσμημένα αυγά στρουθοκαμήλου ή αλαβάστρινα αγγεία, τα οποία, αν και αρχικά από την Αίγυπτο, τροποποιήθηκαν αργότερα στην Κρήτη πριν φτάσουν τελικά στις Μυκήνες.104 Επιπλέον, αυτή η ακολουθία πολιτισμικής μεταφοράς μπορεί επίσης να θεωρηθεί πιθανή για μεμονωμένα μοτίβα εικονιστικών αναπαραστάσεων των οποίων η προέλευση βρίσκεται σαφώς εκτός Αιγαίου και πιθανώς έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Κρήτης: Τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα είναι δύο χρυσά φύλλα από τον λακκοειδή τάφο III της ομάδας τάφων Α, τα οποία δείχνουν μια εντελώς γυμνή γυναίκα περιτριγυρισμένη από πουλιά, να κρατάει το στήθος της.105 Δεδομένου ότι η απεικόνιση πλήρους γυμνότητας αποφεύγεται γενικά στην αιγαιακή οπτική γλώσσα,106 μπορεί να υποτεθεί ότι αυτή η αναπαράσταση επηρεάστηκε από τα μοντέλα της γυμνής θεάς της γονιμότητας της Εγγύς Ανατολής. συνοδευόμενο από πουλιά. Παρόμοιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί και για τη χρυσή διακόσμηση μιας ασημένιας περόνης, επίσης από τον τάφο III, η οποία, εκτός από μια γυναίκα με μινωική ενδυμασία, δείχνει στοιχεία που παραπέμπουν σαφώς στην Αίγυπτο, όπως τα άνθη παπύρου ή τους μικρούς κύκλους που τα περιβάλλουν.107 {Karo 1930, 54 f. Nr. 75 Taf. 30; Gates 1989, 221; Hiller 2009, 36.} [G. Karo, Die Schachtgräber von Mykenai (München 1930)] {https://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/karo1930bd1}Εάν η υπόθεση ότι τα εξαιρετικά ευρήματα του ›Θησαυρού της Αίγινας› αποτελούνται από κτερίσματα τάφων από έναν ή περισσότερους τάφους της – αρχαιολογικά μέχρι στιγμής άγνωστης – νεκρόπολης της Κολώνας της Αίγινας της Μέσης Εποχής του Χαλκού108 είναι σωστή, τότε αυτό θα αποδείκνυε ότι η Αίγινα προηγήθηκε των Μυκηνών στην υποδοχή αιγυπτιακών, λεβαντινών και εγγύς ανατολικών επιρροών μέσω της Κρήτης109: Για στυλιστικούς λόγους, φαίνεται σίγουρα αρκετά πιθανό ότι τουλάχιστον η πλειονότητα των κοσμημάτων, τα οποία είναι κατασκευασμένα κυρίως από χρυσό, αλλά και από ορεία κρύσταλλο, αμέθυστο, καρνεόλη, ίασπι και λάπις λάζουλι και, ανεξάρτητα από την ισχυρή συγγένειά τους με τη μινωική πολιτιστική σφαίρα, δείχνει σαφώς μια σύνδεση Εγγύς Ανατολής-Λεβαντίνης ή Αιγύπτου, μπορεί να χρονολογηθεί πριν από την περίοδο του λακκοειδούς τάφου110. Γίνεται ρητή αναφορά σε (1) ένα χρυσό μενταγιόν, πιθανότατα κατασκευασμένο στην Κρήτη, που απεικονίζει έναν «Άρχοντα των Θηρίων» που έχει αρπάξει δύο υδρόβια πτηνά από τον λαιμό και το οποίο διαθέτει πολλά στοιχεία που τελικά παραπέμπουν στην Αίγυπτο και την περιοχή της Λεβαντίνης111, και σε (2) τέσσερα σχεδόν πανομοιότυπα κοσμήματα (σκουλαρίκια;) κατασκευασμένα από χρυσό και καρνεόλη, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν επίσης στην Κρήτη και το καθένα απεικονίζει δύο φίδια που αγγίζονται- {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 91}
Γίνεται ρητή αναφορά σε (1) ένα χρυσό μενταγιόν, πιθανότατα κατασκευασμένο στην Κρήτη, που απεικονίζει έναν «Άρχοντα των Θηρίων» που έχει αρπάξει δύο υδρόβια πτηνά από τους λαιμούς και το οποίο παρουσιάζει πολλά στοιχεία που τελικά παραπέμπουν στην Αίγυπτο και την περιοχή της Λεβαντίνης111, σε (2) τέσσερα σχεδόν πανομοιότυπα κοσμήματα (σκουλαρίκια;) από χρυσό και καρνεόλη, τα οποία πιθανότατα κατασκευάστηκαν επίσης στην Κρήτη και, εκτός από δύο κεφάλια φιδιών που ακουμπούν και σκύλους που κοιτούν να αγγίζουν τα ρύγχη τους, απεικονίζουν δύο πιθήκους που κάθονται πλάτη με πλάτη, κάτι που σαφώς προέρχεται από αιγυπτιακά ή λεβαντίνικα μοντέλα112, και σε (3) ένα κολιέ που αποτελείται από έντεκα χάντρες από διαφορετικά υλικά (χρυσός, καρνεόλη, λάπις λάζουλι) που απεικονίζουν στήθη που πιάνονται από ένα χέρι113. Αυτό το μοτίβο, το οποίο εμφανίζεται επίσης στα προαναφερθέντα
δύο χρυσά ελάσματα από τον λακκοειδή τάφο III της ομάδας τάφων Α, και το οποίο πρέπει να γίνει κατανοητό ως συμβολική έκφραση γονιμότητας και μετάδοσης της ζωής και σαφώς προέρχεται από την Εγγύς Ανατολή,114 προφανώς έφτασε στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Κρήτης (και πιθανώς της Αίγινας).115 Ανεξάρτητα από την πιθανή μετάδοση αυτού του μοτίβου στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω της Αίγινας, ο ρόλος της Αίγινας ως πρωτοπόρου των φαινομένων της εποχής των λακκοειδών τάφων μπορεί επίσης να τεκμηριωθεί σε αυτή την περίπτωση με τη χρήση του καρνεόλη ως υλικού: Ενώ κοσμήματα κατασκευασμένα από αυτόν τον ημιπολύτιμο λίθο μαρτυρούνται στην Αίγινα τόσο από το τέλος της ΠΕΧ όσο και από τη ΜΕΧ, ο καρνεόλης εμφανίζεται στην ηπειρωτική Ελλάδα (με εξαίρεση μερικά παραδείγματα από την ΠΕΧ II) μόνο στην περίοδο των λακκοειδών τάφων.116

ΠΡΩΙΜΗ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΑΞΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΙΤ

Ενώ δεν μπορεί τελικά να ληφθεί οριστική απόφαση σχετικά με τα κοσμήματα της ο ›Θησαυρός της Αίγινας› ως προς το αν τα παραδείγματα από την Αίγινα προηγούνται αυτών των Μυκηνών, ο ηγετικός ρόλος της Αίγινας στο ενδιαφέρον για την εικονιστική έκφραση που αναδύθηκε κατά τη ΜΕΧ μπορεί να καταδειχθεί εντυπωσιακά από μια ολόκληρη σειρά παραδειγμάτων.117 Μετά από μια περίοδο που ουσιαστικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως χωρίς εικόνες,118 η ηπειρωτική Ελλάδα άρχισε σιγά σιγά να ενδιαφέρεται για τις εικονιστικές αναπαραστάσεις και τις αφηγηματικές σκηνές προς το τέλος της ΜΕ, όπως φαίνεται από μεμονωμένα παραδείγματα κεραμικής από διάφορες θέσεις στην Πελοπόννησο, την κεντρική Ελλάδα και τη Θεσσαλία, καθώς και από τα παλαιότερα εικονιστικά μνημεία από τους λακκοειδείς τάφους των Μυκηνών.119 Από τις αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, η επιθυμία για εικονιστικές αναπαραστάσεις φαίνεται να έχει εκραγεί. Όπως έχει εύλογα υποτεθεί με βάση τα πολυάριθμα ευρήματα από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, η απεικόνιση συμβόλων, εικονιστικών μοτίβων και αφηγηματικών σκηνών χρησίμευε ως έκφραση που διαμορφώνει την ταυτότητα μιας συγκεκριμένης ελιτίστικης τάξης.120
{ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 92}
Η Κολώνα της Αίγινας έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, καθώς αυτός ο οικισμός προμηνύει για άλλη μια φορά ένα φαινόμενο της περιόδου των λακκοειδών τάφων: Τα πρώτα κεραμικά στοιχεία εικονιστικής τέχνης από την Αίγινα, τα οποία μπορούν σαφώς να αποδοθούν στην περίοδο της Μεσοελλαδικής ΙΙ περιόδου με βάση τόσο την τυπολογική όσο και την στυλιστική εξέλιξη, καθώς και μια σύγκριση με μη εικονιστική, ματ βαφή κεραμική από στρωματοποιημένα περιβάλλοντα,121 εμφανίζονται κυρίως σε μεγάλα, ματ βαφή αποθηκευτικά αγγεία από τοπικό πηλό, τα οποία αναμφίβολα χρησίμευαν ως σύμβολα κύρους μιας ελίτ που θησαύριζε.122 Εκτός από τα ίδια τα αγγεία, η απεικόνιση μεγάλων πλοίων με εκτεταμένα πληρώματα, που χρησίμευαν τόσο ως κωπηλάτες για την πρόωση των πλοίων όσο και ως πολεμιστές για επιδρομές ή άμυνα, υποδηλώνει μια σίγουρη επίδειξη των διαθέσιμων πόρων.123

Επιπλέον, αυτές οι απεικονίσεις, οι οποίες αντανακλούν τη σημασία της ναυσιπλοΐας και πιθανώς της πειρατείας124 για το νησί της Αίγινας, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμεύσει ως έμπνευση για την λεπτομερή αναπαράσταση του πολέμου, η οποία αποτελεί κεντρικό θέμα στην πρώιμη μυκηναϊκή τέχνη125. Ένα άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο της πρώιμης μυκηναϊκής τέχνης, το κυνήγι άγριων ζώων,126 δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί στην Αίγινα, αλλά τα αρχαιοζωολογικά ευρήματα από την περίοδο MH II της μεγαλιθικής κατασκευής, στο στρώμα πλήρωσης της οποίας μαζί με έναν μεγάλο αριθμό οστών από τα πιο σημαντικά οικόσιτα ζώα (πρόβατα, κατσίκες, χοίροι και βοοειδή), λιονταριού, αγριόχοιρου και πιθανότατα βούβαλου, καθώς και and ζαρκαδιού (roe deer), κόκκινου ελαφιού (red deer),και ελαφιού πλατωνιού (fallow deer), έχουν ανακαλυφθεί,127 μαρτυρούν ότι το κύρος κυνήγι άγριων ζώων (μερικά από τα οποία σίγουρα δεν ήταν ιθαγενή στην Αίγινα) χρησιμοποιούνταν ήδη από τις ελίτ της Αίγινας ως πρακτική διαμόρφωσης ταυτότητας στη ΜΕΧ.

Μεταξύ των τεκμηριωμένων μοτίβων, μπορούν να αναφερθούν μοντέλα σε μινωικούς σφραγιδόλιθους από την Πρώιμη Ανακτορική Περίοδο τόσο για την απεικόνιση του τύπου του πλοίου στον «πίθο πλοίου» ύψους σχεδόν 80 cm (Εικ. 9), ο οποίος ανακατασκευάστηκε από πολλά θραύσματα, όσο και για τις λεπτομέρειες της απεικόνισης των ανθρώπινων μορφών σε θραύσματα άλλων αποθηκευτικών αγγείων.128 Μοτίβα όπως το Ge- φαίνεται επίσης να έχουν εμπνευστεί από τον κρητικό εικονογραφικό κόσμο. {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ 93}
Μεταξύ των τεκμηριωμένων μοτίβων, μπορούν να αναφερθούν μοντέλα σε μινωικούς σφραγιδόλιθους από την Πρώιμη Ανακτορική περίοδο, τόσο για την απεικόνιση του τύπου του πλοίου στον «πίθο πλοίου» ύψους σχεδόν 80 εκατοστών (Εικ. 9), ο οποίος ανακατασκευάστηκε από πολλά θραύσματα, όσο και για τις λεπτομέρειες της απεικόνισης των ανθρώπινων μορφών σε θραύσματα άλλων αποθηκευτικών αγγείων.128 Μοτίβα όπως το σχέδιο σε δύο κυλινδρικά αντικείμενα, τα οποία ανακαλύφθηκαν σε λάκκο που περιείχε μεγάλες ποσότητες κεραμικής της ΜΕ II και ΜΕ III κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην περιοχή της μεγαλιθικής κατασκευής στο νότιο λόφο, φαίνεται επίσης να βασίζονται σε έμπνευση από τον κρητικό εικονογραφικό κόσμο.129 Αυτά τα αντικείμενα, κατασκευασμένα από τοπικό αιγαιακό πηλό, είναι μια κυλινδρική σφραγίδα (αρνητική εικόνα: Εικ. 10α· σύγχρονη αποτύπωση: Εικ. 10β) και ένας υπερυψωμένος κύλινδρος σφραγίδας (θετική εικόνα: Εικ. 11). Και τα δύο είναι πολύ σπάνια στον υλικό πολιτισμό της Αιγαιακής ΕΧ, αλλά τα μοτίβα και το σχέδιό τους είναι γνωστά από τα μινωικά γλυπτά: Για την απεικόνιση καθιστών μορφών με τεντωμένα ή υψωμένα χέρια, καθώς και για την αναπαράσταση σκορπιών με υψωμένες ουρές ή τετράποδων, καλές παραλληλίες σε μια σχετική στυλιστική γλώσσα μπορούν να βρεθούν σε σφραγιδόλιθους και αποτυπώματα σφραγίδων της ΜΜ περιόδου.130

Ανεξάρτητα από την ακριβή χρήση αυτών των ασυνήθιστων αντικειμένων, φαίνεται σαφές ότι θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο σύνθετων διοικητικών διαδικασιών και επομένως να συνδεθούν με μια υψηλόβαθμη κοινωνική αριστοκρατία.

Αυτό ισχύει και για τις απεικονίσεις σε κεραμικά, τα οποία είναι κυρίως μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία που συνδέονται με ένα ορισμένο επίπεδο πλούτου. Η χρήση σφραγίδων για διοικητικούς σκοπούς, η εμφάνιση της εικονιστικής τέχνης και τα στοιχεία για μεγάλης κλίμακας αποθήκευση είναι όλες πτυχές που μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικές της Πρώιμης Ανακτορικής Περιόδου στην Κρήτη, αλλά για τις οποίες δεν υπάρχουν στοιχεία στην ηπειρωτική Ελλάδα στις δύο πρώτες φάσεις της ΜΕ περιόδου.131 Με βάση αυτά τα στοιχεία, φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι στην Αίγινα, υπό την επιρροή της Κρήτης, οι εικονιστικές απεικονίσεις χρησίμευαν ως έκφραση ελιτίστικων αξιών και μιας ελιτίστικης αυτοεικόνας.132 Εάν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, η Αίγινα Κολώνα προηγείται των Μυκηνών και από αυτή την άποψη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ΑΙΓΙΝΑ ΚΟΛΩΝΑ ΩΣ ΜΕΓΑΛΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΩΝ «ΜΥΚΗΝΩΝ»;

Από τις προηγούμενες εξηγήσεις, γίνεται σαφές ότι γινόμαστε μάρτυρες πολυάριθμων φαινομένων χαρακτηριστικών της Ελλάδας της περιόδου των λακκοειδών τάφων, στην οποία η άνοδος μιας πολεμοχαρούς ή κοινωνικά προηγμένης τάξης, συνδεδεμένης συνειδητά με την αρχαία-
[ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 94]

Από την προηγούμενη συζήτηση, είναι σαφές ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε, για πρώτη φορά στην Αίγινα, πολυάριθμα φαινόμενα χαρακτηριστικά της Ελλάδας της περιόδου των λακκοειδών τάφων, που αντανακλούν την άνοδο μιας πολεμοχαρούς ή κοινωνικά ανώτερης ελίτ που συνειδητά διασπάστηκε από παλαιότερες παραδόσεις.

Ωστόσο, αυτό που δεν βρίσκεται στην Αίγινα Κολώνα της Μέσης Εποχής του Χαλκού - με εξαίρεση τα πέτρινα σφυριά και τους κέρνους133 - είναι παραδείγματα αντικειμένων και συμβόλων που χρησιμοποιούνται σε λατρευτικό πλαίσιο στην Κρήτη, όπως αυτά που βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών134. Προφανώς, η Αιγινήτικη ελίτ - όπως και η ομάδα ανθρώπων που ανήκουν στον Ταφικό Κύκλο Β των Μυκηνών - δεν ενδιαφερόταν για τέτοια αντικείμενα135. Ίσως οι Αιγινήτικες ελίτ δεν αναγνώρισαν επίσης τη δυνατότητα χρήσης θρησκευτικών συμβόλων και την οικειοποίηση αντικειμένων που παίζουν σημαντικό ρόλο σε θρησκευτικές τελετουργίες - όπως η έκχυση σπονδών χρησιμοποιώντας περίτεχνα σχεδιασμένα ή/και πολύτιμα μεταλλικά ρυτά136 - για να θέσουν την ιδεολογική βάση για μια επιτυχημένη παράδοση διακυβέρνησης137. Και αυτό θα μπορούσε να ήταν τουλάχιστον ένας λόγος για την έλλειψη συνέχισης της ανάπτυξης που ξεκίνησε με τον Αιγινήτικο «λακκοειδή τάφο» ή για την επιτυχία της ομάδας ανθρώπων που θάφτηκαν στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών. Ενώ μέχρι στιγμής έχει ανακαλυφθεί στην Κολώνα μόνο μία ταφική τοποθεσία ελίτ με ένα μόνο άτομο,138 ο Ταφικός Κύκλος Α των Μυκηνών όχι μόνο περιλαμβάνει πολυάριθμες ταφές που εκτείνονται σε μεγαλύτερη χρονική περίοδο,
αλλά περιέχει επίσης πλήθος κτερισμάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ομάδα των ανθρώπων που θάφτηκαν σε αυτούς τους τάφους προφανώς κατάφερε να επιδείξει μια ιδιαίτερη σύνδεση με τους θεούς και να ενισχύσει ιδεολογικά την υψηλή τους θέση, οικειοποιούμενη θρησκευτικά αντικείμενα και θρησκευτικά επηρεασμένο συμβολισμό139 ως μέσο επικοινωνίας.140 Μέσω του συνδυασμού της αυτοαναπαράστασης των ελίτ και της χρήσης εικόνων και αντικειμένων για ιδεολογικούς σκοπούς, μια πρακτική που υιοθετήθηκε από την κοινωνία των ανακτόρων της Κνωσού, οι μυκηναϊκές ελίτ σημείωσαν μακροπρόθεσμη επιτυχία. Η πρώτη επαφή μεταξύ Μυκηνών και Κνωσού, αυτών των δύο κέντρων του αιγαιακού κόσμου, που συνδέονταν με μια «ειδική σχέση»141, θα μπορούσε, με βάση τα αρχαιολογικά στοιχεία, να έγινε μέσω της Αίγινας, αν και η ακριβής πορεία αυτής της διαδικασίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια λόγω των περιορισμένων στοιχείων για τις ΜΕ Μυκήνες πριν από την περίοδο των λακκοειδών τάφων. Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος της Αίγινας στη διαμόρφωση της [ελίτ], που υποστηρίζεται από μια νεοαναδυόμενη ελίτ, μου φαίνεται {ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛ. 95} Σε κάθε περίπτωση, με βάση τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο, μου φαίνεται ότι ο ρόλος της Αίγινας στην ανάπτυξη του υλικού πολιτισμού της ηπειρωτικής Ελλάδας, ο οποίος περιγράφεται ως «μυκηναϊκός», δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί. Εάν αυτές οι σκέψεις είναι σωστές, η Αίγινα Κολώνα μπορεί να περιγραφεί ως η «μεγάλη αδελφή» των Μυκηνών, η οποία ξεπεράστηκε και στη συνέχεια επισκιάστηκε από την πρώην «μικρότερη αδελφή» της κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου.

Εικ. 3α: Θραύσμα μινωικού λίθινου σφυριού από λευκό μάρμαρο. Κολώνα Αίγινας, ανασκαφές προϊστορικό κέντρο πόλης (κέντρο πόλης Welter) 1992–2000. – β: Μινωικό λίθινο σφυρί από γκριζομαύρο φλεβωτό μάρμαρο. Παλιό εύρημα από την Κολώνα Αίγινας (Κλίμακα 1:2)

Εικ. 4α: Σφραγιδόλιθος από τα Μάλια της Κρήτης. Απεικόνιση αξιωματούχου με μακρύ χιτώνα που κρατά πέτρινο σφυρί. – β: Αποτύπωμα σφραγίδας από την Κνωσό της Κρήτης. Απεικόνιση αξιωματούχου με μακρύ χιτώνα που κρατά πέτρινο σφυρί (όχι σε κλίμακα) 
Εικ. 8 Χάλκινο σπαθί με λαβή και γλώσσα τύπου Α
από τον ›τάφο με λακκούβα› της Αίγινας Κολώνας (Μ. 1: 6)
Εικ. 10α: Κυλινδρική σφραγίδα από τοπικό πηλό, Κολώνα Αίγινας, Ανασκαφές του Νότιου Λόφου 2002–2010 (Q3/205-1). –
β: Σύγχρονο γύψινο εκμαγείο της σφραγίδας κυλίνδρου (κλίμακα 1:2)