BUY NOW

Support independent publishing: Buy this book on Lulu.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΟΥ ΝΥ!

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΟΥ ΝΥ!


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ (Βιτσέντζος Κορνάρος, απόσπασμα)


Τ άκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Kύρης σου μ' εξόρισε εις τση ξενιτιάς τη στράτα;

Tέσσερεις μέρες μοναχά μου 'δωκε ν' ανιμένω,
κι αποκεί να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.

Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου το χωρισμόν εκείνο

Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.

Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.

"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο,
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.

Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,

ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε,
τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι

Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.

Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν (ζωγραφιά), που'βρες στ' αρμάρι μέσα,
και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',

και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα,
που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.

Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου,
μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.


...

Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει. Λέγει τση: "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα. Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση, εις τη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι άγρια θεριά ν εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν. Με κίνδυνο εγλύτωσα οσώραν επολέμου να γλυτωθώ απο λόγου τους δεν το' λπιζα ποτέ μου μα εβούθηξε το ριζικό τ' αστρί με λυπηθήκα(ν) και σκότωσα και ζύγωσα και αλάβωτο μ' αφήκαν Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώθε σ' ένα πρίνο και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα, σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα. Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα, μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν. Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσματ' αρρωστάρη. Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει και μπαίνω μέσα στα δεντρά που 'ταν κοντά ειςτη βρύση, δια να δω και για να βρω το νέο αυτό όπου μύσσει. Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστά εις ένα σπήλιο. Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του παρ' όλο οπού 'τα σαν νεκρός, ήδειχνεγιε η μορφιά του. Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα και το σπαθί και τ' άρματα όλα ησαν ματωμένα. Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου. Ίντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη λαβωματιά σου;" Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει. Με το δακτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω που ειχε την λαβωματιά να τον εβοηθήσω Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο. Ολίγο του από βοτσί τον είχε δαγκαμέν φαίνεται να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο Και πήρεν του τη δύναμη και την πνοήν του εχάσε και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε. Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει, έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη. Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου, μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα άνθρωπο δε γλιτώνου. Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω, εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω. Δείχνει μου το δαχτύλι ν του που χε το δαχτυλίδι και γνώρισα σαν χάρισμα σαν φίλος μου το δίνει. Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσα(ν) και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα". Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του. Τουτα τα χέρια που θωρείς λάκκο σιμιό του σκάψα(ν) και τούτα τον εσήκωσαν και τουτα τον εθάψαν Ως τ' άκουσεν η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθη αμίλητη και ο πόνος της την έκαμε και εχάθη

 «ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ», Οδ. Ελύτη (απόσπασμα)


Θὰ μποροῦσε νά ᾿ναι μιὰ σονάτα τοῦ Χάυντν, μαζὶ μὲ πλῆθος κυλιόμενα καὶ κρουόμενα μανταρίνια, ἢ παθιασμένα ἐρωτόλογα μὲ μακρινὲς ἐκρήξεις λατομείων. Ἀλλὰ ὄχι.

Ἐμεῖς θὰ πᾶμε σὰν τὴ γλώσσα ποὺ περνάει ἀπὸ τὸ τρυπητὸ γιὰ ν᾿ ἀφήσει ἀπ᾿ ἔξω τ᾿ ἀπόφλουδα καὶ νὰ βρεθεῖ ποιὸς φταίει καὶ διαπράττει κάθε μέρα τὸ αὐτί μας μιὰν ἀνορθογραφία.

Κάποτε, μιὰ μέρα χειρότερη καὶ τῆς Κυριακῆς, τὸ συνειδητοποίησα! Ἡ πρωτεύουσα σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος της εἶχε γεμίσει τρύπες. Ὄχι ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ ἀνοίγουν οἱ ἐργάτες τοῦ Δήμου στοὺς ὑπονόμους. Μιλῶ γιὰ τὶς ἄλλες, πάνω στὶς προσόψεις τῶν ὑψηλῶν κτιρίων, ὅπου προσεκτικὰ στήνονται οἱ ἐπιγραφὲς ἑταιρειῶν, ἱδρυμάτων καὶ καταστημάτων. ΦαρμακεῖΟ, καφενεῖΟ, ΑἱματολογικΟ ΚέντρΟ, ΠαιδαγωγικΟ ἸνστιτοῦτΟ. Ποὺ ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του.

Στὸ τηλεγραφεῖο τῶν νευμάτων μεγάλη ἀναστάτωση ἐπικρατεῖ σ᾿ ὅλη τὴ γειτονιά. Μήπως εἶναι κανένας ξένος δάχτυλος τοῦ τύπου NOVA MAKEDONIA, ἢ μήπως τοῦ ᾿φυγε τοῦ μπογιατζῆ τὸ τελευταῖο ψηφίο καὶ ἔμεινε ἀνολοκλήρωτο ἀπὸ ἀμέλεια ἤ, δὲν ἀποκλείεται, ἀπὸ οἰκονομία;

Μὰ εἶναι δυνατόν; Νὰ σοῦ φτιάχνει ὁ ράφτης ἕνα ὡραῖο σακάκι ποὺ τὸ ἕνα του μανίκι τοῦ λείπει, κι ἐσὺ νὰ κυκλοφορεῖς μὲ καμάρι, ὅπως ὁ καστράτος ποὺ ἰδίῳ δικαιώματι ἔμπαινε στὰ χαρέμια, κι ἂς τοῦ ἔλειπε κάτι· ζωὴ νά ᾿χε ὁ σουλτάνος.

Φαίνεται πὼς ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν ἔγινε γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ «κάτι δύσκολο ἢ κάτι τὸ ὑψηλό». Καθόλου. Ἔγινε γιὰ τὴν εὐκολία μας. «Πονάει δόντι, βγάζει δόντι» ποὺ ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Πονάει περισπωμένη, βγάζει περισπωμένη· πονάει δασεῖα, βγάζει δασεῖα. Καὶ λαμπρὰ ταιριάζουν ὅλα.

Συγνώμην, ἀλλὰ τὸ σώβρακό σου δὲν τ᾿ ἀφήνεις νὰ φαίνεται ποτέ του. Ἀλλὰ τὸ φορεῖς. Δὲν εἶναι τὸ πρακτικὸ μέρος τῶν πραγμάτων ποὺ πρωτεύει στὴ ζωή μας. Τὰ τρία τέταρτα τῆς ἀνθρωπότητας διαβιοῦν κατὰ λάθος. Διαγράφουν τὸ περιττόν, καὶ ἂς εἶναι ὡραῖον, κερδίζοντας μερικὰ εἰκοσιτετράωρα πλήξης. Ἀλλοῦ, μακριά τους στάζει ὁ χυμός, ἔστω καὶ ὡς ἦχος στὰ χείλη μιᾶς θυγατρὸς τοῦ Ὁμήρου.

Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες. Ὁλοταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε. Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ᾿λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό. Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου. Ἐκτὸς κι ἂν ἐσὺ εἶσαι ὁ δράστης, ὁπότε ὅσο πιὸ εὐώχυμο εἶναι τὸ ἕνα τόσο δυσαπεικόνιστο εἶναι τὸ ἄλλο.

Μιὰ κοινωνία ὅπου τ᾿ ἀναγνώσιμα δέντρα γίνονται καὶ πολυφωνικὰ τῆς ἴριδας βρίσκεται ἤδη ἐν ἐξελίξει. Ἂς εἶναι καλὰ ὁ ἑκάστοτε γεωμέτρης ποιητής, πού ᾿χει κερδίσει τὸν στέφανο τοῦ ἀνέμου. Ἴσως ὁ νέος Ἀρίων νὰ γεννήθηκε μόλις ἐχθές.

ΥΓ. Μπορεῖ νὰ παραξενεύεται κανεὶς μὲ τὴν ἀπὸ σκοποῦ ἀποχαλινωμένη Κυριακὴ τῆς γραφῆς μου. Δὲν ἔχει ὅμως παρὰ νὰ τὴν ἐξωθήσει ὣς τὸ ἔσχατο ἄκρο της, γιὰ νὰ ἀνατραπεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριά, στὴν τάξη μιᾶς κλασικῆς Δευτέρας.

«Η αρπαγή της γυναικός του Ακρίτη»

..
Σα χριστιανός που το λεγε, σαν άγιος εξακούστη,
και βρήκε τη μαννούλα του, που πότιζε τον κήπο.
«Ώρα καλή, γερόντισσα, το τίνος είν' ο κήπος;
— Της ερημιάς, της σκοτεινιάς, του γιου μου του φευγάτου,
που σήμερα η γυναίκα του θα πάρη νάλλον άντρα,
εψές επήραν τα προικιά και σήμερα τη νύφη.
— Πες μου να ζης, γερόντισσα, φτάνω κ’ εγώ στο γάμο;
— Αν έχης μαύρο γλήγορο, στο σπίτι τούς προφτάνεις,
κι’ αν είν’ οκνός ο μαύρος σου, στην εκκλησιά τους βρίσκεις».
--------
Τα πρώτα χρόνια το Πολυφωνικό Καραβάνι δεν διέθετε κάμερα. Πέρα από μια ερασιτεχνική φωτογραφική μηχανή, η πρώτη προτεραιότητα ήταν η ηχητική καταγραφή και έτσι ξεκίνησε, σιγά σιγά, ο εξοπλισμός. Ό,τι βίντεο υπάρχει από την πρώτη τριετία (1999-2001) προέρχεται από φιλικές, ερασιτεχνικές καταγραφές που δωρήθηκαν στο Καραβάνι, όπως ετούτη.

3η Διεθνής Συνάντηση Πολυφωνικού Τραγουδιού, 2001
Το Πολυφωνικό Καραβάνι διοργανώνει ημερήσια εκδήλωση στον χαροκαμμένη Αγία Μαρίνα, λίγους μήνες μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά με τα τόσα θύματα στο χωριό. Η Αγία Μαρίνα βρίσκεται ακριβώς στην γραμμή των συνόρων και αποτελούσε το ίδιο χωριό με την Κοσσοβίτσα, χωριό της Άνω Δερόπολης που ανήκει στην Αλβανία. Εκείνη την μέρα, ο πολυφωνικός όμιλος της Άνω Δερόπολης ήρθε στην Αγία Μαρίνα ακολουθώντας τον δρόμο που αγνοεί τα κατπινά σύνορα, πέρασαν με τα πόδια το μονοπάτι, δίχως διαβατήρια και διατυπώσεις.Ο πολυφωνικός όμιλος της Άνω Δερόπολης, εκείνη την εποχή, συμμετείχαν άντρες και γυναίκες από Σωτήρα, Σελλειό, Λόγγο και Κοσσοβίτσα.  Στα μέλη του ομίλου και το "αηδόνι της Κοσσοβίτσας", η Ευτέρπη Γάτσιου, περίφημη ερμηνεύτρια με διακεκριμένη διαδρομή στο πολυφωνικό τραγούδι και σειρά συμμετοχών στο ονομαστό Φεστιβάλ του Αργυροκάστρου. 

Εδώ η κυρά Ευτέρπη παίρνει ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της ξενιτιάς, ένα τραγούδι που στους νεότερους είναι συνυφασμένο με τη φωνή της. Θεωρώντας ότι αξίζει να διασωθεί η ηχογράφηση του τραγουδιού προσπαθήσαμε να ανασυνθέσουμε τα διάσπαρτα αποσπάσματα του ερασιτεχνικού βίντεο με φωτογραφίες της εκδήλωσης, κρατώντας ως οδηγό την ηχογράφηση του τραγουδιού. Οι στίχοι που τραγουδήθηκαν είναι οι ακόλουθοι::

Κλαιν΄οι πέτρες στα λιθάρια
Κλαίνε τον καημό
Ωχ κλαίγω κι εγώ η καημένη
Τον ξεχωρισμό
Πως θα χωριστούμε κόρη
Τώρα το ταχιό
Ωρε(ν) εμένα με παντρεύουν
Και με προβοδούν
Ωχ και μου δίνουν άντρα γέρο
Εκατό χρονών
Κάθε πρωί με δέρνει
Για τα στρώματα
Ωρέ και κάθε μεσημέρι
Για κρύο νερό
Στο πηγάδι μωρ’ με στέλνει
Των χιλιών οργιών (για κρύο νερό)
Να βγαλώ νερό του γέρου
Τον τζουμεριασμό

Το τραγούδι, ως "Κλαίν΄οι πέτρες τα λιθάρια", είναι διαδεδομένο και σε άλλες περιοχές της ηπειρώτικης πολυφωνίας, η "Άπειρος" το έχει δισκογραφήσει και με τις "κυράδες της Άνω Δερόπολης" και με όμιλο της Δερβιτσάνης ενώ άλλη εκδοχή του έχει δισκογραφηθεί από όμιλο του Δολού Πωγωνίου. Σύμφωνα με μαρτυρίες των παλαιών ερμηνευτών του, το "Κλαιν' οι πέρδικες στα πλάγια" είναι διασκευή τούτου του τραγουδιού από το πολυφωνικό των Κτισμάτων.

"Άπειρος" Πολυφωνικό Καραβάνι
Αρχείο Πολυφωνικού Τραγουδιού

"ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΟΛΗ-ΦΩΝΙΑ"
Κύκλος ψηφιακών δράσεων με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού
https://youtu.be/HXicMpu-om8


----------
https://www.athensvoice.gr/politismos/mousiki/785396/manolis-k-hatzigiakoumis-diasozodas-tin-paradosiaki-mousiki-tis-ko-me-ena-erasitehniko-magnitofono/

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής: Διασώζοντας την παραδοσιακή μουσική της Κω με ένα ερασιτεχνικό μαγνητόφωνο


Άη μου Γιώργη (αφέντη μου)

Άη μου Γιώργη σύσσωμε και χρύσοκαβαλάρη
αρματωμένος με σπαθίν και μ’ αργυρόν κοντάρι.
Τη δόξαν και τη δύναμη θε να σου νεθεβάλω
και το θεριόν που σκότωσες το δράκον τον μεγάλο.

Οπού ’τανε στον τόπον μας ένα βαθύν πηγάδι
ανθρώπους το ταΐζανε κάθε πρωίν και βράδυ.
Μιαν ώραν ήθε’ μην του παν ανθρώπον να μασήσει
στάλα νερόν δεν άφηνε τη χώρα να δροσίσει.
Ερίχτανε ντα μπουλετιά κι οτίνος ήθε’ πέσει

να στείλει το παιδάκιν του του λιονταριού πεκσέσι.
Κι εξέπεσεν το μπουλετί σε μιάν βασιλοπούλα
οπού την είχε ο βασιλιάς μίαν και ακριβούλα.
Κι ο βασιλιάς σαν τό ’κουσεν αυτόν τον λόγον είπε·
– «Όλον το βίος πάρτε το και το παιδί μου αφήτε.»

Λαγού φωνή μαζεύτηκεν και πα στο βασιλέα·
– «Δεν φήνεις το παιδάκι σου με παίρνομεν εσένα.»
– «Στολίστε το παιδάκι μου ατίμητα πετράδια
ατίμητα κι ολόχρυσα κι όλον μαργαριτάρια.
Στολίστε το παιδάκι μου και κάμετέ το νύφη

κι αμέτε το του λιονταριού πεκσέσι να δειπνήσει.»
Για †όρκον† της την πήρενε και πήγαν τη στη βρύση
πού τό ξερε ο βαριόμοιρος πώς ηθε’ να γυρίσει.
Άης-Γιώργης το ήκουσεν και πά να τη γλιτώσει
από τους πόνους τους πολλούς να τηνε λευτερώσει.

Πο μακριά τηνε θωρεί και κάθεται και κλαίει
κι όταν εσίμωσεν κοντά γυρίζει και του λέει·
– «Φύε ξενάκι μ’ απεδώ να μη σε φάει κι εσένα
αυτόν το άγριο θεριόν οπού θα φάει εμένα.»
– «Μιαν ώρα θε να κοιμηθώ στα γόνατά σου πάνω

κι εγώ σκοτώνω το θεριόν και απεδώ σε βγάνω.»
– «Αυτές είναι παρηγοριές να με παρηγορήσεις
κι όταν θα βγαίνει το θεριό θα φύγεις να μ’ αφήσεις.»
Και σαν ηβγαίνε ντο θεριό όλα τα όρη τρέμα
η κόρη με το φόβον της αυτόν τον λόγον είπε·

– «Ώχου είμαι βαριόμοιρο τί βαριομοίρα μπού ’μου
σήκου σκοτώσε το θεριόν πού ’λες πως δέ φοβούμου.»
Σηκώνεται ανατολικά και κάνει το σταυρόν του
μιαν κονταριάν του πέταξε γκαι κόβγει το λαιμόν του.
Βγάζει το μαχαιράκιν του την κεφαλήν του κόβγει

κι η κόρη με το φόβον της φωνάξ’ Άη μου Γιώργη.
Άης-Γιώργης την ήκουσεν πολλά του βαροφάνη·
– «Κόρη, πού τό ’βρες τ’ όνομα και πού το νεθεβάλλεις;»
– «Την ώραν που κοιμούσουνε ηρτέ ’να πελιστέρι
και βάσταν Τίμιο Σταυρό στο δεξιόν του χέρι.

Κοκκώνα Αντώνη Χαζηχαραλάμπους  («Αντωνάκαινα»), το γένος  Γιώργου Οικονόμου, ετών 72 -  Πυλί, Ιανουάριος 1965.
Στη ν-άκρια ν-ήγραφε Σταυρό στη μέσην Άη-Γιώργη
κι οπού πιστεύγει όνομα ποτές δε μετανιώνει.
Γω θέλω στρατιώτη μου να μάθω τ’ όνομά σου
να κάμει ο πατέρας μου δώρα στην αφεντιά σου.»
– «Γιώργη με λένε γκόρη μου από την Παρουσία

κι αν θέλει ο πατέρας σου ας κτίσει εκκλησία.
Στη μέση ντου μοναστηριού να κάμει καβαλάρη
αρματωμένον με σπαθίν και μ’ αργυρόν κοντάρι.»

Χρουσήν κορδέλαν έβγαλε και τα μαλλιά της μπλέκει
πο το χεράκιν την αρπά στον κύρην της την τρέχει.

Χαρές μεγάλες έγινα σ’ όλη την οικουμένη
κι ευτύς η κόρη άνοιξε †ταχνόνια† εις την πόλη.
Μπρόβαλεν κι η βασίλισσα με τα κλειδιά στο χέρι.

Νεθεβάλω (στ. 3) ~ θέλω να σου αναφέρω, να διηγηθώ
(αναθιβάλλω) - μπουλετιά (στ. 9) ~ κλήρους - πεκσέσι (στ. 10)
~ πεσκέσι, δώρο - λαγού ~ λαού (με επένθετο «γ») - πού ’λες
(στ. 36) ~ έλες, έλεες, που έλεγες - ευτύς (στ. 56) ~
ευθύς, αμέσως.

Έναν τουρκίν τουρκόπουλο 

Έναν Τουρκίν τουρκόπουλο του βασιλιά κοπέλι​
μια Ρωμιοπούλα γάπησε και κείνη δεν το θέλει. ​
Βάζει τα όρη πίσω της και τα βουνά εμπρός της​
κι η μοίρα της την ήβγαλε στ’ Αη –Γιωργιού την πόρτα.
-«Αη μου Γιώργη κρύψε με πο των Τουρκών τα χέρια​
να φέρνω οκκάδες το κερί κι οκκάδες το λιβάνι​
κι από το βουβαλόπετσο να κουβαλώ το λάδι».​
Να και ξωπίσω το Τουρκί στ’ Αη-Γιωργιού την πόρτα​
-«Αη μου Γιώργη αφέντη μου και χρυσοκαβαλλάρη​
την κόρη οπού μού γκρυψες θελ’ α τη φανερώσεις​
να φέρνω οκκάδες το κερί κι οκκάδες το λιβάνι​
κι από την καραβόβαρκα να κουβαλώ το λάδι». ​
Το μάρμαρον εράισεν και όξω τηνε βγάλλει. ​
Πο τα μαλλάκια τηνε ρπα στο δρόμο την πετάσσει.​
-‘Φησ’ με Τουρκό πο τα μαλλιά και πιάσ’ με με το χέρι​
να μη φωνάξω τρεις φωνές και κατεβούν αγγέλοι». ​
-«Σώπα Ελένη Ελενιώ και γω Τούρκος δεν είμαι​
τ’ Αη-Γιαννιού βαφτίστηκα και Γιάννη θα με λένε». 

πρόσφατος εμπλουτισμός / επιμέλεια 01.12.22

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου